Τα άρθρα του greekalert

Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2014

Επιχείρηση «Θέτις» – Αποστολή: Γερμανικοί στόχοί στην Κρήτη

23/7/1943 – Οι δύο Ελληνικές Μοίρες Διώξεως 335 και 336 (αεροσκάφη Hurricane), που συγκροτήθηκαν στη Μέση Ανατολή, σε συνεργασία με τις Συμμαχικές Μοίρες 74η, 94η, 213η , 238η , 451η , 227η και 252η (Hurricane, Spitfire και Beaufighter) συμμετείχαν στην εκτέλεση της αποστολής «Θέτις», η οποία προέβλεπε αεροπορική επιδρομή εναντίον γερμανικών στόχων στην Κρήτη. Τα ελληνικά αεροσκάφη με συνεχείς βυθίσεις προέλαβαν καταυλισμούς, πολυβολεία και στρατιωτικά οχήματα, ενώ έπληξαν στόχους στον Άγιο Νικόλαο και το Ηράκλειο. Από τα 100 και πλέον συμμαχικά αεροπλάνα απωλέσθησαν περίπου 30, ενώ η Ελληνική Αεροπορία έχασε τέσσερις χειριστές. Το προσωπικό των Ελληνικών Μοιρών 335 και 336 δέχθηκε τα συγχαρητήρια της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας για την επιτυχημένη αποστολή.


Επιχείρηση Θέτις – Στόχος . Κρήτη .


3


Στις 23 Ιουλίου 1943 τόσο η 335 ΜΔ όσο και η 336 είχαν σημαντικές απώλειες σε χειριστές, όταν συμμετείχαν από κοινού στην επιχείρηση Θέτις – τη σημαντικότερη αποστολή των ελληνικών μοιρών δίωξης στην μέση ανατολή.

Στόχος η προσβολή γερμανικών στόχων στην κατεχόμενη Κρήτη.

Η αποστολή είχε χαρακτήρα εκδίκησης για την ομαδική σφαγή της Κανδάνου από τους Γερμανούς. Οκτώ αεροσκάφη της 335 ΜΔ απογειώθηκαν από το αεροδρόμιο της Μάρσα Ματρούχ με χειριστές τους σμηναγούς Γ. Πάγκαλο και Ν. Βολονάκη, τους ανθυποσμηναγούς Κ. Μιχαηλίδη και Ε. Χατζηϊωάνου τους αρχισμηνίες Α. Κουντούρη και Ν. Φράγκο και τους επισμηνίες Β. Δούκα και Μ. Λάϊτμερ.

Επίσης, απογειώθηκαν εννέα αεροσκάφη της 336 ΜΔ με χειριστές τους σμηναγούς Σπ. Διαμαντόπουλο, Ιωάνν. Κατσαρό, τον υποσμηναγό Δ. Βουτσινά, τους ανθυποσμηναγούς Ελευθέριο Αθανασάκη και Σωτήρη Σκάντζικα, τους αρχισμηνίες Γ. Παπαϊωάννου, Κων. Κόκκα και Αν. Φραγκιά και τον επισμηνία Γ . Νικολόπουλο.


Κατά την απογείωση του σχηματισμού, αποκολλήθηκε η δεξαμενή καυσίμων από την αριστερή πτέρυγα του αεροπλάνου του Ελευθερίου Αθανασάκη, ο οποίος είχε την τελευταία στιγμή αντικαταστήσει τον ανθυποσμηναγό Στ. Ξύδη.

Παρά το γεγονός ότι ειδοποιήθηκε να επιστρέψει στην βάση του, ο Αθανασάκης παρέμεινε στον σχηματισμό, ενέργεια που ουσιαστικά ισοδυναμούσε με αυτοκτονία καθώς ήταν δεδομένο ότι δεν θα μπορούσε να επιστρέψει στην βάση του.

Στο βιβλίο του Πετώντας σε ξένους ουρανούς ο Ηλίας Καρταλαμάκης παραθέτει την μαρτυρία του ανθυποσμηναγού Κόκκα ο οποίος πετούσε πλάι στον Αθανασάκη.

Τον πλησιάζω και του κάνω νόημα πως του έχει φύγει η δεξαμενή, μου γνέφει πως κατάλαβε αλλά δεν πρόκειται να φύγει από τον σχηματισμό.

Και άλλο αεροπλάνο του κάνει νόημα για την δεξαμενή του, μα ο Αθανασάκης επιμένει….

Ύστερα από τρίωρη περίπου πτήση, τα ελληνικά Hurricane έπληξαν το σταθμό ραντάρ στην Ιεράπετρα καθώς και την ευρύτερη περιοχή (διάφορους στρατιωτικούς στόχους), παρά τον καταιγισμό πυκνών αντιαεροπορικών πυρών. Στην περιοχή Αγίου Νικολάου, ο ανθυποσμηναγός Ελευθέριος Αθανασάκης ανέφερε ότι είχε πρόβλημα επάρκειας καυσίμων και προέβη σε αναγκαστική προσγείωση. Διαβάζουμε και πάλι στο βιβλίο του Ηλία Καρταμαλάκη τη μαρτυρία του ανθυποσμηναγού Κόκκα.

Χτυπάμε καταυλισμούς, αυτοκίνητα, πυροβολεία, και κάθε στρατιωτικό στόχο που βρίσκεται μπροστά μας. Παντού όμως μας δίνουν και απάντηση τα εχθρικά αντιαεροπορικά. Περνάμε μέσα από μια ανοιχτή χαράδρα και βρισκόμαστε στην πεδιάδα του Αη–Νικόλα. Εκεί ακούω τον Αθανασάκη να φωνάζει ότι προσγειώνεται αναγκαστικά.

Στο σημείο όμως που προσγειώθηκε βρισκόταν μια Γερμανική περίπολος η οποία τον κατεδίωξε. Ο Αθανασάκης αμύνθηκε με το περίστροφό του, προσπαθώντας ταυτόχρονα να διαφύγει. Παρ’ όλα αυτά, ο αγώνας είναι άνισος. Οι σφαίρες του Αθανασάκη τελειώνουν κάποια στιγμή, με αποτέλεσμα να πέσει νεκρός πάνω στην ανταλλαγή πυροβολισμών με τους διώκτες του.

Στο μεταξύ, τα ελληνικά αεροπλάνα συνέχισαν την αποστολή τους, πετώντας προς το Ηράκλειο και πλήττοντας Γερμανικό στρατόπεδο. Δυστυχώς, το αεροπλάνο του Σωτήρη Σκάντζικα κτυπήθηκε από τα Γερμανικά αντιαεροπορικά πυρά και καταρρίφθηκε.


Ακριβώς δεξιά μου πετάει ο συμμαθητής μου ο Σκάντζικας και μου κάνει νόημα με τον αντίχειρα ότι χτυπήθηκε. Το αεροπλάνο του είναι σκεπασμένο με λάδια που φανερώνει τι πρόκειται να συμβεί στον συνάδελφό μου. Ήταν η τελευταία φορά που τον είδα….


Ο Έλληνας χειριστής πήδηξε με το αλεξίπτωτο και συνελήφθη αιχμάλωτος σχεδόν αμέσως. Οδηγήθηκε στο Γερμανικό στρατόπεδο αιχμαλώτων αεροπόρων Stalag Luft No iii, όπου, μεταξύ των άλλων επρόκειτο να φυλακιστεί και ο διοικητής της 336 ΜΔ σμηναγός Σπ. Διαμαντόπουλος.


2


Στις 25 Μαρτίου του 1944 οργανώθηκε από το στρατόπεδο αυτό μια μεγάλη απόδραση στην οποία συμμετείχε και ο Σκάντζικας.

Ωστόσο οι Γερμανοί φρουροί καταδίωξαν τους δραπέτες και συνέλαβαν 50 περίπου άτομα, μεταξύ αυτών και του Σκάντζικα.

Σύμφωνα με την αφήγηση του Κώστα Χατζηλάκου, που βασίστηκε στην μαρτυρία του Σπ. Διαμαντόπουλου, ο Σκάντζικας και οι άλλοι επίδοξοι δραπέτες οδηγήθηκαν σε ερημική τοποθεσία την ίδια ημέρα και εκτελέστηκαν.

Μετά το πέρας της αποστολής στην Κρήτη, η επιστροφή των συμμαχικών σχηματισμών αποδείχτηκε ιδιαίτερα δύσκολη από αντιαεροπορικά πυρά, μηχανικές βλάβες και η έλλειψη καυσίμων από διαρροές δεν επέτρεψαν την επιστροφή και των επισμηνιών Βασ. Δούκα και Μαυρικίου Λάϊτμερ, της 335 ΜΔ, οι οποίοι βρήκαν το θάνατο.

Δύο μήνες αργότερα , με τηλεγράφημα που έφτασε στην προϊσταμένη Αγγλική Πτέρυγα , ανακοινώθηκε στην 336 ΜΔ ο θάνατος του έως τότε θεωρούμενου αιχμάλωτου Έλληνα χειριστή.

Μετά λύπης σας γνωρίζουμε ότι ο ανθυποσμηναγός Σωτήρης Σκάντζικας (213) της Ε.Β.Α., ανήκων στην μονάδα σας, απολεσθείς την 23-7-1943 και αιχμαλωτισθείς, φέρεται νυν ως αποθανών, εν αιχμαλωσία. Όπως πληροφορήθηκε το υπουργείο αεροπορίας, ο ανωτέρω αξιωματικός εφονεύθη βληθείς την 25η Μαρτίου 1944, καθ’ ον χρόνον προσεπάθει να δραπετεύσει εκ του σρατοπέδου αιχμαλώτων Stalag Luft iii.

(Ἀπό τό περιοδικό ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ – ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ τῆς 14ης Νοε.2004).



Σικελία : η τύχη των Αθηναίων αιχμαλώτων

Τον Σεπτέμβριο του 413 π.Χ. οι Αθηναίοι, μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια να καταλάβουν τις Συρακούσες με πολιορκία, υποχωρούν με κατεύθυνση τον νότο της Σικελίας, αφήνοντας στο έλεος των εχθρών τους τους άρρωστους και τους τραυματίες. Στον ποταμό Ασσίναρο το αθηναϊκό εκστρατευτικό σώμα, που τόσο φιλόδοξα είχε ξεκινήσει το 415 για την Σικελία (βλ. ΕΔΩ), υφίσταται πανωλεθρία. Η συνέχεια περιγράφεται στο παρακάτω απόσπασμα από το ιστορικό έργο του Θουκυδίδη.


86 Αφού συγκεντρώθηκαν οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοί τους, πήραν μαζί τους όσο περισσότερους αιχμαλώτους μπορούσαν και τα λάφυρα και γύρισαν στην πόλη. Και όλους τους υπόλοιπους Αθηναίους και συμμάχους που συνέλαβαν τους κατέβασαν στα λατομεία, επειδή νόμισαν ότι αυτά αποτελούσαν την ασφαλέστερη φρούρησή τους (σύμφωνα με το σχόλιο του βιβλίου, ο Πλούταρχος παραδίδει πως ορισμένοι κέρδισαν την ελευθερία τους απαγγέλλοντας χορικά από τραγωδίες του Ευριπίδη).


Όμως το Νικία και το Δημοσθένη (πρόκειται για τους δυο Αθηναίους στρατηγούς. Κατά την υποχώρηση των Αθηναίων ο Δημοσθένης ηγείτο της οπισθοφυλακής και είχε αιχμαλωτιστεί νωρίτερα), χωρίς τη θέληση του Γύλιππου (Σπαρτιάτης στρατηγός, που είχε σταλεί το 414 στην Σικελία, προκειμένου να ενισχύσει τις Συρακούσες, που πολιορκούνταν από τους Αθηναίους), τους έσφαξαν. Γιατί ο Γύλιππος νόμιζε πως θα ήταν γι’ αυτον ένα λαμπρό κατόρθωμα, εκτός από τ’ άλλα επιτεύγματά του, να φέρει στους Λακεδαιμόνιους και τους στρατηγούς με τους οποίους πολεμούσε. Και συνέβαινε ο Δημοσθένης να είναι ο πιο άσπονδος εχθρός τους, εξαιτίας των γεγονότων στη νήσο Σφακτηρία και στην Πύλο, ενώ ο Νικίας ήταν φιλικότατος, εξαιτίας των ίδιων γεγονότων.


Γιατί ο Νικίας έδειξε προθυμία να απελευθερωθούν οι Λακεδαιμόνιοι, που είχαν συλληφθεί αιχμάλωτοι στη Σφακτηρία, και έπεισε τους Αθηναίους να συνάψουν ειρήνη (το 425 π.Χ. 294 Σπαρτιάτες οπλίτες, έχοντας αποκλειστεί στο νησί Σφακτηρία, παραδόθηκαν στους Αθηναίους. Αρχηγοί της επιχείρησης στην Σφακτηρία ήταν ο Δημοσθένης και ο Κλέων. Το γεγονός προκάλεσε μεγάλη έκπληξη στους Έλληνες, αφού Σπαρτιάτες κατέθεταν – για πρώτη φορά στα χρονικά – τα όπλα.


Οι αιχμάλωτοι, μάλιστα, οδηγήθηκαν στην Αθήνα. Επέστρεψαν στην πατρίδα τους το 421, όταν Αθήνα και Σπάρτη συνήψαν την ειρήνη του Νικία – πρόκειται για τον Νικία του κειμένου, που είχε αναλάβει τις διαπραγματεύσεις από την πλευρά των Αθηναίων – , με την οποία έληξε η πρώτη φάση του Πελοποννησικακού Πολέμου). Για όλα αυτά οι Λακεδαιμόνιοι ήταν φιλικοί απέναντί του και γι’ αυτό το λόγο ακριβώς και ο Νικίας έδειξε εμπιστοσύνη στο Γύλιππο και παραδόθηκε σ’ αυτόν. Αλλά μερικοί Συρακούσιοι έπεισαν τους συμμάχους και φόνευσαν το Νικία. Άλλοι, όπως ανέφεραν φήμες, γιατί φοβήθηκαν, επειδή ήταν σ’ επικοινωνία μαζί του, μήπως βασανιστεί για να κάμει αποκαλύψεις γι’ αυτό το ζήτημα και τους δημιουργήσει μπλεξίματα σε καιρούς επιτυχίας.


Ενώ άλλοι, και κυρίως οι Κορίνθιοι, μήπως δωροδοκήσει κανένα, γιατί ήταν πλούσιος, και αποδράσει και δημιουργηθούν πάλι σ’ αυτούς, εξαιτίας του, νέα προβλήματα. Έτσι ο Νικίας εκτελέστηκε από κάποια τέτοια αιτία ή από αιτία πολύ παραπλήσια. Και σίγουρα ο Νικίας, λιγότερο από όλους τους Έλληνες του καιρού μου άξιζε να περιέλθει σε τέτοια συμφορά, γιατί εξασκούσε όλα τα καθιερωμένα έθιμα της κοινωνίας που έδειχναν τον ενάρετο άνθρωπο.


87 Αλλά εκείνους που κατέβασαν στα λατομεία οι Συρακούσιοι τους μεταχειρίστηκαν βάναυσα τον πρώτο καιρό. Γιατί, επειδή βρίσκονταν πολλοί μαζί σε βαθύ και στενό μέρος, στην αρχή βασανίζονταν από τον καυτό ήλιο, γιατί δεν υπήρχε στέγη, και από την αποπνιχτική ζέστη, που επικρατούσε ακόμη. Ενώ αντίθετα οι νύχτες που ακολουθούσαν ήταν κρύες, φθινοπωρινές, και από την απότομη αλλαγή της θερμοκρασίας προκαλούσαν ασθένειες. Κι επειδή, εξαιτίας της έλλειψης χώρου, όλα τα έκαναν στον ίδιο τόπο και επιπλέον επειδή τα πτώματα των νεκρών ήταν μαζί σωριασμένα το ένα πάνω στ’ άλλο, αυτών που πέθαιναν και από τα τραύματα και από τη μεταβολή των καιρικών συνθηκών και τα παρόμοια, υπήρχε δυσοσμία ανυπόφορη. Συνάμα υπέφεραν και από πείνα και δίψα (γιατί έδιναν στον καθένα τους για οχτώ μήνες μόνο μια κοτύλη νερό την ημέρα και δυο κοτύλες τρόφιμα) (σύμφωνα με το σχόλιο του βιβλίου, η κοτύλη ισοδυναμούσε με 230 γραμμάρια περίπου).


Και από όλες τις άλλες δυστυχίες, που είναι επόμενο να υποφέρουν άνθρωποι που έχουν πεταχτεί σε τέτοιο τόπο, καμιά δεν υπήρχε, που να μη συμβεί και σ’ αυτούς. Και για εβδομήντα περίπου μέρες έζησαν έτσι όλοι μαζί συγκεντρωμένοι. Έπειτα, εκτός από τους Αθηναίους και μερικούς Έλληνες της Σικελίας και Ιταλίας, που είχαν εκστρατεύσει μαζί τους, όλους τους άλλους τους πούλησαν ως δούλους. Συνολικά πιάστηκαν αιχμάλωτοι, αν και είναι δύσκολο να μιλήσω με ακρίβεια, όχι λιγότεροι από εφτά χιλιάδες (κατά την υποχώρηση ο αρχικός αριθμός των Αθηναίων και των συμμάχων ανερχόταν στις 40000).


Έτσι αυτή η επιχείρηση υπήρξε η μεγαλύτερη από όσες έγιναν σ’ αυτόν εδώ τον πόλεμο, και κατά τη γνώμη μου μεγαλύτερη και από όλα τα ελληνικά πολεμικά έργα, που γνωρίζουμε από την παράδοση. Για τους νικητές έργο ενδοξότατο, για τους ηττημένους καταστρεπτικότατο. Γιατί αφού νικήθηκαν σε όλα ολοκληρωτικά και σε κανένα τομέα δεν υπέφεραν λίγα, έπαθαν, όπως λέει η παροιμία, πανωλεθρία και το πεζικό και το ναυτικό. Τίποτε δεν υπήρξε που να μην χάθηκε και λίγοι από πολλούς γύρισαν στην πατρίδα. Και αυτά ήταν τα γεγονότα που συνέβησαν στην Σικελία.


Θουκυδίδης, Ἱστορίαι 7.86 – 87 [Μτφρ. Ε. Μ. Σούλη : Θουκυδίδη Ιστορία (Τα Σικελικά) (Γ' Γυμνασίου), ΟΕΔΒ, Αθήνα 1988]



Πνιγμένη στο αίμα του εγκλήματος στην Κύπρο, η χούντα της Αθήνας καταρρέει…

23/07/1974 Πνιγμένη στο αίμα του εγκλήματος στην Κύπρο, η χούντα της Αθήνας καταρρέει. Σε σύσκεψη με τη συμμετοχή και πολιτικών, αποφασίζεται να κληθεί από το Παρίσι ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Στην Κύπρο, παραιτείται από την προεδρία ο διορισμένος Νίκος Σαμψών και τη θέση του παίρνει ο Γλαύκος Κληρίδης.


Οι ηγέτες της χούντας πανικόβλητοι από τις συνέπειες των εθνικών εγκλημάτων τους και την απόβαση του «Αττίλα» στην Kύπρο, απομονωμένοι στο εσωτερικό και διεθνώς καλούν σε σύσκεψη την προδικτατορική πολιτική ηγεσία. Στη σύσκεψη με τη συμμετοχή στρατιωτικών και πολιτικών εν μέσω παλινωδιών αποφασίζεται καταρχήν η ανάθεση σχηματισμού κυβέρνησης στον Π. Κανελλόπουλο. Τελικά, όμως, θα προτιμηθεί από τη χουντική στρατιωτική ηγεσία η «λύση Αβέρωφ» για πρόσκληση του K. Καραμανλή από το Παρίσι.


Στην Κύπρο, παραιτείται από την προεδρία ο διορισμένος από την αθηναϊκή Χούντα Νίκος Σαμψών και τη θέση του παίρνει ο Γλαύκος Κληρίδης.


Το ιστορικό


Η πολιτική μεταβολή στην Ελλάδα – σύμφωνα με όλες τις, γνωστές, ιστορικές πηγές – είχε αποφασιστεί στις 21 Ιούλη του 1974 από τη στρατιωτική ηγεσία της χούντας, όταν ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων στρατηγός Γρ. Μπονάνος και οι αρχηγοί των τριών κλάδων (Στρατός, Αεροπορία, Ναυτικό) Γαλατσάνος, Παπανικολάου και Αραπάκης, αποφάσισαν να αυτονομηθούν από τον Ιωαννίδη, που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν ο αρχηγός της χούντας, και να κινηθούν προς την κατεύθυνση πολιτικοποίησης του καθεστώτος. Πολύ λίγη σημασία βεβαίως έχει πώς επιβλήθηκε αυτή η απόφαση. Το σίγουρο είναι πως η καθεστηκυία τάξη πραγμάτων και οι Αμερικανοί δεν ήθελαν σε καμία περίπτωση να χάσουν τον έλεγχο. «Αν το καθεστώς κατέρρεε – γράφει ένας από τους κορυφαίους πρωταγωνιστές της αλλαγής του ’74, ο αρχηγός του Ναυτικού Π. Αραπάκης -, ο λαός δε θα έμενε απαθής και η αιματοχυσία θα ήταν αναπόφευκτη». Το σύνολο των διεργασιών, συνεπώς, συνέκλινε σ” ένα στόχο: Να μην εμφανιστεί στο προσκήνιο ο λαϊκός παράγοντας.

Πώς, όμως, φτάσανε σ” αυτό το σημείο, εκείνοι που επέβαλαν και στήριξαν το δικτατορικό καθεστώς, να θέλουν, δηλαδή, να το πετάξουν από πάνω τους μιαν ώρα αρχύτερα; Η τραγωδία της Κύπρου, την οποία οργάνωσε η χούντα, ήταν ο τελευταίος κρίκος στην αλυσίδα των εξελίξεων που έφεραν το τέλος.


H αντίστροφη όμως μέτρηση για την κατάρρευση της στρατιωτικής δικτατορίας άρχισε στην ουσία με το πραξικόπημα στην Kύπρο στις 15 Ιουλίου 1974 . Πέντε μέρες αργότερα, με την εισβολή των τουρκικών στρατευμάτων στο νησί, τίποτα δεν μπορούσε να την αποτρέψει.


O πρώτος βασικός λόγος ήταν η ανικανότητα του στρατού ν’ ανταποκριθεί στο μοναδικό ρόλο του: την προάσπιση του εθνικού χώρου. Το στρατιωτικό καθεστώς αποδείχτηκε ανίκανο ακριβώς εκεί, όπου εξ ορισμού θα περίμενε κάποιος να δικαιολογήσει κάπως την ύπαρξή του. Κατόπιν τούτου η όποια αξιοπιστία του, μετά και τα εθνικά εγκλήματα που είχε διαπράξει (επιβολή της δικτατορίας, πραξικόπημα και εσχάτη προδοσία στην Kύπρο) κείτονταν συντρίμμια.


O δεύτερος καθοριστικός παράγοντας ήταν η πλήρης αδυναμία της χούντας να καταπνίγει πια τ’ αντιδικτατορικά αισθήματα της συντριπτικής πλειονότητας του λαού. H επιστράτευση άλλαξε ριζικά το τοπίο. M’ ένα μέρος των λαϊκών δυνάμεων οπλισμένο στους στρατώνες, χάθηκε κάθε έλεγχος «τάξεως και ασφαλείας». O παραδοσιακός φόβος της χούντας από τον «εχθρό λαό», έπαιρνε εφιαλτικές διαστάσεις.


Από τη στιγμή εκείνη η πολιτική αλλαγή στη χώρα ήταν πια ζήτημα ωρών.


Τότε ξεκίνησε η διαδικασία για την αναζήτηση λύσης, που θα επέτρεπε στη χούντα τις συντηρητικές δυνάμεις, την άρχουσα τάξη και την αμερικανοκρατία για μια μεταβολή «από τα πάνω», που να εγγυάται τον έλεγχο της κατάστασης. Δηλαδή μια «συνέχεια» κι όχι μια ριζική τομή στο ισχύον σύστημα εξουσίας ή μια αλλαγή «από τα κάτω».


Οι εξελίξεις


H χουντική στρατιωτική ηγεσία αποφάσισε να αυτονομηθεί από τον «αόρατο δικτάτορα» Ιωαννίδη και να δράσει για την πολιτικοποίηση του καθεστώτος, σε συνεννόηση με τον «εμφανή δικτάτορα-πρόεδρο» Γκιζίκη.


Στο μεταξύ οργίαζαν οι φήμες περί επικείμενης ανατροπής του στρατιωτικού καθεστώτος. Mία απ’ αυτές έφερε το διοικητή του Γ΄ Σώματος Στρατού στρατηγό Nτάβο, με θωρακισμένες δυνάμεις να κατεβαίνει από τη Θεσσαλονίκη προς την πρωτεύουσα. H φημολογία επεκτάθηκε όταν ξένοι ραδιοσταθμοί μετέδιδαν διακήρυξη – τελεσίγραφο 250 αξιωματικών . Mε αυτή ζητούνταν σχηματισμό κυβέρνησης υπό την προεδρία του K. Καραμανλή .


Το ερώτημα, όμως, «μετά τη δικτατορία τι;» εξακολουθούσε να παραμένει αναπάντητο. Όπως προκύπτει από παντού αναπτύχθηκαν έντονοι προβληματισμοί ως την τελευταία στιγμή. Εξετάστηκαν διάφορες λύσεις, με κοινό παρονομαστή, τη μετάβαση σε άλλη μορφή διακυβέρνησης, χωρίς ουσιαστική αμφισβήτηση της πρωτοκαθεδρίας του στρατιωτικού μηχανισμού και των δομών εξουσίας. Όλες στάθηκε αδύνατον να υλοποιηθούν. O λόγος, όπως σημειώνουν χαρακτηριστικά και συμφωνούν, σε γενικές γραμμές, διάφοροι αναλυτές της περιόδου «δεν ήταν άλλος από την -έστω και έμμεση- καθοριστική παρουσία του λαϊκού παράγοντα. H πρωτοφανής αίσθηση του κενού εξουσίας και η δίνη μιας εμπόλεμης κατάστασης μπροστά στην οποία η χώρα εμφανιζόταν ανέτοιμη και ακυβέρνητη, καθιστούσαν την εξεύρεση πολιτικής λύσης κατεπείγουσα. Όχι όμως μιας οποιασδήποτε λύσης. H κυβέρνηση θα έπρεπε να δίνει την αίσθηση της διαφοράς από το προηγούμενο καθεστώς, να πείθει για τη δημοκρατικότητά της. Σε αντίθετη περίπτωση οι εξελίξεις, όπως πολλοί πρωταγωνιστές των ημερών ομολογούν, θα ήταν απρόβλεπτες και ανεξέλεγκτες». Τελικά, την τελευταία στιγμή εμφανίζεται σαν «από μηχανής θεός» ο K. Καραμανλής. Το πρόσωπο, που ενσάρκωσε το συμβιβασμό όλων των κέντρων δύναμης και εξουσίας, που είχαν λόγο στην πολιτική αλλαγή της 24ης Ιουλίου.


Πρόσωπα – κλειδιά


Κίσινγκερ : O υπουργός Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών το βράδυ της 22 προς 23 Ιουλίου 1974, πριν από την στρατιωτικο-πολιτική σύσκεψη στην Αθήνα δηλώνει στην Ουάσιγκτον: «Ενδεχομένως αυτή τη στιγμή πραγματοποιείται στην Αθήνα πολιτική μεταβολή»


Ο συγγραφέας Αλ. Ζαούσης γράφει για την συγκεκριμένη φράση: «Δε διευκρινίζεται αν ήταν βράδυ στην Ουάσιγκτον ή βράδυ στην Αθήνα. Δεδομένης όμως της διαφοράς περίπου 7 ωρών μεταξύ των δύο πόλεων, ακόμα και αν εννοείται το βράδυ της Ουάσιγκτον, πάλι θα ήταν στην Αθήνα νύκτα προς 23 Ιουλίου ή το πολύ ξημερώματα. Πώς γνώριζε ο Κίσινγκερ, τόσες ώρες πριν, αυτά που θα συνέβαιναν στην Αθήνα; Ηταν η πρεσβεία ενήμερη από πριν; Ο Κίσινγκερ ήταν δαιμόνιος. Δε βρέθηκαν ποτέ γραπτές αποδείξεις των ενεργειών του στη δραματική κρίση του Κυπριακού. Ολα γίνονταν τηλεφωνικώς». Ο Κίσινγκερ γνώριζε, γιατί δεν μπορούσε να μη γνωρίζει ότι η δικτατορική μορφή διακυβέρνησης δεν είχε άλλα περιθώρια ζωής.


Ευ. Αβέρωφ : γνωστός τότε και ως «γεφυροποιός» μεταξύ χούντας και συντηρητικών πολιτικών O ρόλος του στη λύση Καραμανλή ήταν καθοριστικός.

Γεννήθηκε στα Τρίκαλα της Θεσσαλίας το 1910 και πέθανε στην Αθήνα στις 2 Ιανουαρίου 1990. Η καταγωγή του είναι από την οικογένεια Αβέρωφ του Μετσόβου. Στην Ελβετία σπούδασε πολιτικές και οικονομικές επιστήμες. Το 1940 έγινε νομάρχης στην Κέρκυρα. Το 1946 εκλέχτηκε για πρώτη φορά βουλευτής Ιωαννίνων. Διατέλεσε υπουργός Εφοδιασμού, Εθνικής Οικονομίας, Εμπορίου, Γεωργίας και Εξωτερικών. Το 1974 έγινε υπουργός Εθνικής Άμυνας ως το 1981. Το 1981 εκλέχτηκε αρχηγός του κόμματος «Νέα Δημοκρατία» και από το 1984 επίτιμος πρόεδρος της. Πέθανε στις 2 Ιανουαρίου 1990. Η οικουμενική κυβέρνηση του Ξ. Ζολώτα για να τον τιμήσει πρότεινε να κηδευτεί με δημόσια δαπάνη και με τιμές εν ενεργεία Πρωθυπουργού. Όμως η οικογένειά του αφού ευχαρίστησε την κυβέρνηση, ανακοίνωσε πως επιθυμία του πολιτικού αυτού άνδρα ήταν η λιτή και απέριττη ταφή, όπως ακριβώς ήταν και η ζωή του. Επιπλέον παρακάλεσε αντί για στεφάνια, να κατατεθούν δωρεές για αγαθοεργούς σκοπούς. Η κηδεία του Έλληνα πολιτικού έγινε την Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 1990 στο Α” Νεκροταφείο Αθηνών.


H καθοριστική στρατιωτικο-πολιτική σύσκεψη της 23 Ιουλίου 1974


H πρώτη μεταπολιτευτική κυβέρνηση ήταν καρπός της στρατιωτικο-πολιτικής σύσκεψης της 23ης Ιουλίου. Ήταν 2 μ.μ., όταν, στα παλαιά ανάκτορα, άρχισαν να συσκέπτονται οι πολιτικοί με τους χουντικούς στρατιωτικούς.


Από τους πρώτους συμμετείχαν ο Π. Κανελλόπουλος, ο Γ. Mαύρος, ο Σπ. Μαρκεζίνης, ο Γ. A. Nόβας, ο Στ. Στεφανόπουλος, ο Π. Γαρουφαλιάς, ο Ξεν. Zολώτας και ο E. Αβέρωφ. Από τους άλλους, παρόντες ήταν ο πρόεδρος της χουντικής Δημοκρατίας στρατηγός Φ. Γκιζίκης, ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων στρατηγός Γρ. Mπονάνος, ο αρχηγός ΓEΣ αντιστράτηγος Aνδρ. Γαλατσάνος, ο αρχηγός ΓEN αντιναύαρχος Πέτρος Aραπάκης και ο αρχηγός ΓEA Aλ. Παπανικολάου.


Στη σύσκεψη, όπως προκύπτει από διάφορες μαρτυρίες (επισήμως πρακτικά δεν κρατήθηκαν) απορρίφθηκε ο σχηματισμός κυβέρνησης με τη συμμετοχή πολιτικών και στρατιωτικών. Υιοθετήθηκε η λύση μιας αμιγώς πολιτικής κυβέρνησης.


Αρχικά αποφασίστηκε να σχηματίσει κυβέρνηση ο Π. Κανελλόπουλος σε συνεργασία με τον Γ. Mαύρο. Σε συνέχεια όμως, αφού μεσολάβησε διάλειμμα (από τις 5 ως τις 8 το βράδυ) για να καταρτιστεί ο κατάλογος των υπουργών, στο παρασκήνιο οι πέντε στρατιωτικοί και ο Αβέρωφ αποφάσισαν τη λύση Καραμανλή. Όσοι από τους παρόντες έχουν μιλήσει περιγράφουν με παραλλαγές το κεντρικό γεγονός της μεταπολίτευσης.


Οι κρίσιμες μέρες και νύχτες


Τριάντα πέντε χρόνια από την κατάρρευση της δικτατορίας στις 23 Ιουλίου 1974 η Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία αποδεικνύεται το πιο σταθερό κοινοβουλευτικό πολίτευμα, που γνώρισε η χώρα μας. Έστω κι αν το πολιτικό σύστημα και τα κόμματα εξουσίας προβάλλουν σήμερα αναξιόπιστα όσο ουδέποτε τη μεταπολιτευτική περίοδο.


H τελευταία βδομάδα του Ιουλίου είναι οι καθαυτό μέρες της μεταπολίτευσης.


3


24 Ιουλίου 1974


O Kωνσταντίνος Kαραμανλής στο αεροδρόμιο του Eλληνικού. Aποδέχεται να ορκιστεί πρωθυπουργός με όρους «να επανέλθει ο στρατός στο έργο του» και να έχει τη συμπαράσταση των πολιτικών δυνάμεων. Σχηματίζεται πολιτική κυβέρνηση ύστερα από 7 χρόνια, 3 μήνες και 3 μέρες τυραννίας (πρώτο σχήμα της ονομαζόμενης κυβέρνησης «Eθνικής Eνότητας»). O λαός πανηγυρίζει έξαλλα στους δρόμους στην Aθήνα και παντού.


24 -25 Ιουλίου 1974


Πρώτη πολιτική απόφαση της κυβέρνησης η αποφυλάκιση των πολιτικών κρατουμένων και η χορήγηση αμνηστίας στα πολιτικά αδικήματα Aρχίζουν να δρουν τα πολιτικά κόμματα. Tηλεοπτικό διάγγελμα Kαραμανλή (πρώτα «αντιμετώπιση του εθνικού θέματος που συνταράσσει», δηλαδή το Kυπριακό, κι έπειτα απασχόληση «με τα πιεστικά προβλήματα του τόπου») .


26 Ιουλίου 1974


Διάγγελμα Kαραμανλή προς το έθνος.


27 Ιουλίου 1974


Συμπληρώνεται η κυβέρνηση «Eθνικής Eνότητας», όπου κυριαρχεί η συντηρητική Δεξιά (μετέχουν και στελέχη του προδικτατορικού Kέντρου και της αντιστασιακής «Δημοκρατικής Άμυνας», ενώ η Aριστερά πάλι εξαιρείται).

Πηγές: ΕΡΤ , ΗΜΕΡΗΣΙΑ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, LIVEPEDIA



Καλλίμαχος ο Αφιδναίος, ο πολέμαρχος νικητής του Μαραθώνα

Οι δέκα Αθηναίοι στρατηγοί, ένας από κάθε φυλή της Αττικής, συζητάνε για το τι πρέπει να πράξουν, δηλαδή, αν πρέπει να δώσουν την μάχη τώρα εδώ στην πεδιάδα του Μαραθώνα ή να αποχωρήσουν. Οι διαφωνίες είναι πολύ έντονες. Οι πέντε υποστηρίζουν πως πρέπει να μείνουν και να πολεμήσουν μέχρις εσχάτων για τα ιδανικά και την πολυαγαπημένη τους πατρίδα, ενώ οι άλλοι πέντε να αποχωρήσουν αμέσως και να αποφασίσουν μαζί με τους υπόλοιπους Έλληνες.


Η συζήτηση έχει φτάσει σε τέλμα. Ο Μιλτιάδης ο μοναδικός που έχει σχηματισμένη άποψη για τους Πέρσες, μιας και τους έζησε από κοντά, επιμένει η μάχη να δοθεί εδώ χωρίς άλλη καθυστέρηση. Παίρνει με το μέρος του τον πολέμαρχο για εκείνη την ημέρα, τον τελευταίο που μπορεί με την ψήφο του να κρίνει την ψηφοφορία. Είναι ο Καλλίμαχος ο Αφιδναίος. Αυτός έχει την αρχιστρατηγία. Ο Μιλτιάδης του λέει: «Από εσένα εξαρτάται Καλλίμαχε ή να υποδουλώσεις την Αθήνα ή να την κάνεις ελεύθερη και το όνομά σου να μείνει στην ιστορία για όσο θα υπάρχουν άνθρωποι». Ο Καλλίμαχος πείσθηκε απ’ τον λόγο του Μιλτιάδη. Αυτό ήταν! Με την ψήφο του σφράγισε την τύχη όλης της Ελλάδας.


Η μάχη θα δινόταν εδώ, στον Μαραθώνα.

Το λυκαυγές στην Αττική γη την 12η Σεπτεμβρίου του 490 π.Χ. βρίσκει τους στρατούς παραταγμένους. Τα λοφία ανεμίζουν στο πρωινό αεράκι. Δέκα χιλιάδες Αθηναίοι είναι παραταγμένοι για μάχη και δίπλα τους είναι χίλιοι Πλαταιείς, με αρχηγό τον Αρίμνηστο. Η Ελληνική φάλαγγα απέχει από τους βαρβάρους περίπου 1.500 μέτρα. Ο Δάτις και ο Αρταφέρνης, οι στρατηγοί των Περσών κοιτούν απορημένοι τους χαλκοφορεμένους Έλληνες. Πρώτη φορά αντικρίζουν ανάμεσα στα έθνη που πολέμησαν τέτοιο στρατό.


Ο Καλλίμαχος μαζί με την φυλή του την Αιαντίδα κατέχει το δεξί κέρας (άκρο) των Αθηναίων, που σε όλους τους Ελληνικούς στρατούς το κατέχουν μόνο οι εμπειρότεροι και γενναιότεροι των οπλιτών. Ο Θεμιστοκλής ο νικητής της Σαλαμίνας και ο Αριστείδης ο δίκαιος κατέχουν το αδυνατισμένο κέντρο της Ελληνικής παράταξης, όπως σκόπιμα το είχε σχεδιάσει ο Μιλτιάδης. Η φάλαγγα ξεκινάει με αργό βήμα στην αρχή και επιταχύνει σιγά-σιγά σηκώνοντας ένα σύννεφο σκόνης από το ποδοβολητό. Οι χάλκινες ασπίδες τυφλώνουν τους Πέρσες από το φως του ήλιου που χτυπάει πάνω τους. Ο Καλλίμαχος οδηγεί σαν καλός στρατηγός τους άνδρες του εναντίον της Περσικής παράταξης. Στα τελευταία 200 μέτρα η φάλαγγα τρέχει σαν ορμητικός χείμαρρος που παρασέρνει τα πάντα στο διάβα του. Οι τοξότες των βαρβάρων τεντώνουν τις χορδές των τόξων. Τα τόξα λυγίζουν και τα βέλη εκτοξεύονται για να ξεσκίσουν σάρκες και οστά. Οι Έλληνες σηκώνουν τις ασπίδες και αποκρούουν τα θανατηφόρα βέλη. Ο Ελληνικός οπλισμός είναι κατά πολύ ανώτερος των βαρβάρων.


Σαν συμπαγή μάζα μετάλλου και σάρκας σαρώνουν τους βάρβαρους διαλύοντας τις γραμμές τους. Τα δύο άκρα χτυπάνε και καταδιώκουν τους Πέρσες, ενώ το Ελληνικό κέντρο με τον Αριστείδη και τον Θεμιστοκλή δέχονται την σφοδρή επίθεση και υποχωρούν όπως το είχε σχεδιάσει ο δαιμόνιος Μιλτιάδης. Υποχωρούν συντεταγμένα τραβώντας μαζί τους σαν δόλωμα, την κύρια δύναμη των Περσών. Τα δόρατα των Αθηναίων τρυπάνε με δύναμη ασπίδες, θώρακες και σάρκες, ενώ τα δόρατα των βαρβάρων εξοστρακίζονται και σπάνε πάνω στις ασπίδες των Ελλήνων. Ο Καλλίμαχος αγωνίζεται σαν λιοντάρι, φωνάζοντας και βρίζοντας τους βαρβάρους. Βγάζει το λαμπρό του ξίφος από το θηκάρι και χτυπάει τους Πέρσες στρώνοντας μπροστά του ένα χαλί από νεκρούς. Το αίμα των βαρβάρων βάφει το ξίφος του και την ασπίδα του. Η μάχη εξελίσσεται από μάχη παρατάξεων σε μάχη σώμα με σώμα.


Ο Καλλίμαχος καταδιώκει το αριστερό κέρας των Περσών. Συνειδητοποιώντας οι βάρβαροι εισβολείς ότι τα πλοία τους είναι σε μεγάλη απόσταση, τρέχουν αλλόφρονες για να σωθούν.


Μετά ο Καλλίμαχος στρέφεται σε βοήθεια του κέντρου και μαζί με το αριστερό Ελληνικό κέρας κυκλώνουν σαν μια μεγάλη θανάσιμη παγίδα τον ανθό του Περσικού στρατού. Σαν κακός δαίμονας των Περσών τους αφανίζει. Διατάζει τους άνδρες του να μην σταματήσουν παρόλο που νικούν. Τους καταδιώκουν παντού. Ο πανικός κι ο τρόμος είναι το μόνο συναίσθημα που κυριαρχεί στην τάξη των περίπου 100.000 Περσών που σκοτώνονται σωρηδόν.


Ο Καλλίμαχος επιδεικνύει ιδιαίτερη ανδρεία φτάνοντας μέχρι τα πλοία των Περσών, όπου γίνεται η πιο σκληρή μάχη. Εκεί σκοτώνεται και ο αδελφός του τραγικού ποιητή Αισχύλου, ο γενναιότατος και ατρόμητος Κυναίγειρος.

Είμαστε πλέον στην τελική φάση της μάχης. Οι μεν Αθηναίοι αγωνίζονται για να μην μείνει ούτε ένας βάρβαρος ζωντανός, οι δε βάρβαροι πλέον αγωνίζονται για το θλιβερό τους σαρκίο.


Ένας βάρβαρος χτυπάει τον Καλλίμαχο. Το τραύμα είναι τόσο βαθύ που το αίμα πετάγεται σαν πίδακας. Ο ήλιος χάνεται από τα μάτια του! Το σώμα του βαραίνει λες και θέλει να το αγκαλιάσει η μάνα γη. Το χτύπημα είναι θανάσιμο. Σωριάζεται στο έδαφος ξέπνοος από τα χτυπήματα και την κούραση της μάχης. Αφήνει την τελευταία του πνοή στην γη που τόσο αγάπησε και έδωσε και την ίδια του την ζωή για αυτήν.


Μετά από τρεις ώρες συμπλοκής, το πεδίο της μάχης έχει γεμίσει σκόνη και κορμιά. Οι βάρβαροι έχουν αφήσει 6.400 νεκρούς, ενώ οι Έλληνες 192 λαμπρά παλληκάρια που θυσιάστηκαν για την Ελευθερία και την Τιμή της πατρίδας.

Ο Καλλίμαχος με την απόφασή του να στηρίξει την άποψη του Μιλτιάδη, αλλά και με την εν γένει στάση του πέρασε στην γενιά των αθανάτων ηρώων.



Οι 22 οπλίτες της Ερεχθηίδας φυλής

Τα περσικά πλοία έσχισαν το Αιγαίο πέλαγος μεταφέροντας στην Αττική γη 40.000 με 100.000 στρατεύματα, με αρχηγούς τον Δάτη και τον Αρταφέρνη. Ο Δάτης ήταν Μήδος στην καταγωγή και παλαίμαχος στρατηγός, ενώ ο Αρταφέρνης ήταν Πέρσης και ανιψιός του μεγάλου βασιλιά Δαρείου.


Επίσης, τους ακολουθούσε σαν πιστό σκυλί, ο Ιππίας γιος του τυράννου Πεισιστράτου, ατιμάζοντας με τον χειρότερο τρόπο την γενιά του, οδηγώντας τους βαρβάρους στην πάνσεπτη Αττική γη.


Οι Αθηναίοι μόλις έμαθαν πως έρχονται οι Πέρσες για να τους σκλαβώσουν, έστειλαν αγγελιοφόρους στην Σπάρτη και σ’ άλλες πόλεις για να στείλουν βοήθεια. Όλοι χωρίς να χάσουν χρόνο συνέδραμαν στην πανστρατιά, της οποίας επικεφαλής ήταν ο Μιλτιάδης. Διασχίζοντας την Αττική έφτασαν στην πεδιάδα του Μαραθώνος, όπου και στρατοπέδευσαν στο Ηράκλειον (ιερό του Ηρακλέους). Απέναντί τους σε 1.5 χιλιόμετρο απόσταση είχαν στρατοπεδεύσει οι Πέρσες.


Ανάμεσα στους Αθηναίους οπλίτες ήταν και οι άνδρες της Ερεχθήιδας φυλής, που αποτελούνταν από 1.000 οπλίτες. Στο σύνολό τους οι Αθηναίοι ήταν 10.000 ετοιμοπόλεμοι οπλίτες, 1.000 από κάθε φυλή της Αθήνας.


Το ξημέρωμα της επόμενης ημέρας, οι Αθηναίοι είδαν να κατηφορίζουν το βουνό 1.000 οπλίτες από τις Πλαταιές της Βοιωτίας με αρχηγό τον Αρίμνηστο, που έρχονταν να πολεμήσουν στο πλευρό τους.


Τα δύο στρατόπεδα παρέμεναν άπραγα για ημέρες, περιμένοντας η κάθε πλευρά την αντίπαλη να επιτεθεί πρώτη. Ο Μιλτιάδης κατέστρωσε το σχέδιο της μάχης που -παρότι ριψοκίνδυνο- αν πετύχαινε, θα συνέτριβε όλη την δύναμη των Περσών. Θα παρέτασσε τους άνδρες του με ενισχυμένα τα δυο κέρατα (άκρα) της φάλαγγας και αδυνατισμένο το κέντρο της.


Οι Αθηναίοι παρατάχθηκαν σύμφωνα με το σχέδιο του Μιλτιάδη. Αρχίζοντας από το δεξιό κέρας ήταν παραταγμένες οι 10 Αθηναϊκές φυλές: Αιαντίδα, Ακαμαντίδα, Ιπποθοωντίδα, Οινηίδα, Αντιοχίδα, Λεοντίδα, Πανδιωνίδα, Αιγηίδα, Κεκροπίδα και Ερεχθηίδα. Στο αριστερό άκρο ήταν οι 1.000 Πλαταιείς. Η Αιαντίδα, Ακαμαντίδα, Ιπποθοωντίδα και η Οινηίδα παρατάθχηκαν με βάθος 8 ζυγών η κάθε μία και πλάτος μετώπου 125 μέτρα. Η συνολική έκταση που κατελάμβαναν και οι τέσσερις φυλές ήταν 500 μέτρα. Στο κέντρο της φάλαγγας ήταν οι δυο φυλές, Αντιοχίδα και Λεοντίδα με αρχηγούς τον Θεμιστοκλή και τον Αριστείδη, με βάθος τεσσάρων ζυγών η κάθε μία και πλάτος μετώπου 625 μέτρα. Οι υπόλοιπες τέσσερις φυλές παρατάχθηκαν όπως και οι 4 πρώτες, σχηματίζοντας ένα αραγές μέτωπο μήκους 1.625 μέτρων από ασπίδες, δόρατα και κράνη.


Λυκαυγές της 12ης Σεμπτεμβρίου του 490 π.Χ. στην πεδιάδα του Μαραθώνα. Τους δύο στρατούς χωρίζει ο χείμαρρος Χάραδρος και μια απόσταση 1.500 μέτρων. Οι Αθηναίοι με τους Πλαταιείς έχοντας μπροστά τους σαλπιγκτές, βάδιζαν με αργό βήμα ψάλλοντας τον παιάνα εναντίον των Περσών. Ανάμεσά τους στο αριστερό μέρος της φάλαγγας, δίπλα στους Πλαταιείς βρίσκονταν η Ερεχθηίδα φυλή με 22 παλληκάρια που τιμούσαν τα όπλα της πατρίδας. Αυτοί ήταν οι: Δρακοντίδης, Αφσεφής, Ξένος, Γλαυκράτης, Τιμόξενος, Θέογνις, Διόδορος, Ευχσίας, Ευφρονιάδης, Ευκτήμων, Καλλίας, Αραιθίδης, Τόλμις, Αντίας, Θουκυδίδης, Δίος, Αμυνόμαχος, Λεπτίνης, Αισχραίος, Πήρων, Φαιδρίας και ο Αντιφών. Ένα σύννεφο σκόνης σηκώθηκε από τα πόδια των Αθηναίων, οι οποίοι, με τα δόρατα προτεταμένα έσχιζαν με την ορμή τους τον αέρα. Στα τελευταία 200 μέτρα επιτάχυναν το βήμα τους και άρχισαν να τρέχουν εναντίον των Περσών. Τους πέρασαν για τρελούς οι Πέρσες, που τόσοι λίγοι έτρεχαν καταπάνω στον “καλύτερο” θεωρούμενο στρατό της εποχής.


Οι τοξότες των Περσών τέντωσαν τις χορδές των τόξων τους υψώνοντάς τα στον ουρανό. Τα βέλη έπεσαν σαν βροχή πάνω στους τρέχοντες οπλίτες. Τα βέλη καρφώθηκαν στις ασπίδες και στα σώματα των Αθηναίων και των Πλαταιών, ρίχνοντας στην γη μερικούς απ’ αυτούς. Τα δόρατα του Δρακοντίδη και του Τιμόξενου καρφώνονται πάνω στις μεγάλες τετράγωνες ξύλινες και δερμάτινες ασπίδες των Περσών και των Μήδων σπάζοντάς τες. Κραυγές ακούστηκαν από την περσική παράταξη, ενώ οι Αθηναίοι τραγουδούσαν ακόμα τους θούριους, ρίχνοντας στα βάραθρα την ψυχολογία των Περσών. Το δόρυ του Θέογνη τρύπησε τα πλευρά ενός γιγαντόσωμου Πέρση στέλνοντάς τον στα σκοτεινά δώματα του Άδη. Ένα τσεκούρι ενός Σάκα τοξότη σπάει το κρανίο του Ευφρονιάδη, ρίχνοντας το κορμί του με ένα πάταγο στην πεδιάδα του Μαραθώνα. Οι Αθηναίοι έχαναν στο κέντρο της φάλαγγας. Η Αντιοχίδα και η Λεοντίδα φυλή πιέζονταν περισσότερο απ’ όλες τις φυλές και υποχωρούσαν συνέχεια. Όμως, τα δύο κέρατα με τις υπόλοιπες 8 φυλές νικούσαν σ’ όλο το πλάτος του μετώπου σπρώχνοντας τους Πέρσες προς το μεγάλο έλος της πεδιάδας. Οι Πέρσες συνωθήθηκαν από την συμπαγή ελληνική φάλαγγα, πατώντας οι μπροστινοί τις πίσω σειρές δημιουργώντας πανικό.


Ο Καλλίας έσπασε το δόρυ του πάνω σ’ έναν πέλεκυ και γύμνωσε το σπαθί του, πετσοκόβοντας ασπίδα μαζί με σάρκες ενός Μήδου. Το ελληνικό κέντρο οπισθοχωρούσε συνέχεια αφήνοντας ένα μεγάλο κενό στον μέσον. Ο Μιλτιάδης τότε διέταξε τα δύο άκρα και τους Πλαταιείς μαζί να στραφούν προς τα πίσω και να κυνηγήσουν το ισχυρό περσικό κέντρο κλείνοντας σαν λαβίδα. Ο Τιμόξενος χωρίς να χάσει χρόνο μαζί με τους συμπολεμιστές του της Ερεχθηίδας φυλής, έτρεξε πίσω από τους Πέρσες χτυπώντας με το δόρυ του τους τελευταίους. Ο Αμυνόμαχος κρατώντας την μεγάλη οπλιτική ασπίδα και το ξίφος του, συμπλέχθηκε με έναν Σάκα τοξότη καταφέρνοντάς του ένα θανάσιμο πλήγμα. Οι Πέρσες έτρεξαν προς τα πλοία για να βρουν σωτηρία, αλλά τους ακολουθούσαν κατά πόδας οι Αθηναίοι αφανίζοντάς τους.


Στα πλοία η μάχη πλέον ήταν σώμα με σώμα και όχι σε παρατάξεις. Τα κορμιά έπεφταν σωρηδόν και από τις δύο πλευρές, γεμίζοντας το πεδίο της μάχης. Εκεί έπεσαν χτυπημένοι από τις περσικές ακινάκες (ξίφη) οι Ευκτήμων, Καλλίας και ο Αντίας υπερασπιζόμενοι την πατρίδα από τα βάρβαρα στίφη. Ο πολέμαρχος Καλλίμαχος έπεσε δίπλα στα περσικά πλοία εμποδίζοντας τους βαρβάρους να φύγουν.


Η μάχη γύρω από τα πλοία εκτυλίχθηκε σε μια σκληρή και αδυσώπητη σύγκρουση που θα τελείωνε μόνο αν ένας από τους δύο αντιπάλους εξολοθρευόταν. Ο Λεπτίνης και ο Αισχραίος έπεσαν νεκροί κάτω από τους πελέκεις των Περσών που αγωνίζονταν πλέον για την ζωή τους και όχι για να κατακτήσουν την Ελλάδα.


Αυτά έγιναν στην πεδιάδα του Μαραθώνα μέχρι τις 08:30 το πρωί. Μετά από τρεις ολόκληρες ώρες μάχης, 192 Αθηναίοι ήταν νεκροί και 6.400 Πέρσες, Μήδοι και Σάκες. Οι Αθηναίοι αφού έθαψαν τα σώματα των νεκρών συμπολεμιστών τους στο σημείο που έγινε η μάχη, τοποθέτησαν δέκα στήλες, μια για κάθε φυλή, χαράσσοντας πάνω τους τα ονόματα των πεσόντων στην μάχη.


Η μοναδική στήλη από τις δέκα που σώθηκε μέχρι τις μέρες μας, είναι της Ερεχθηίδας φυλής με τα 22 ονόματα, που βρέθηκε στην έπαυλη του Ηρώδη του Αττικού στην Εύα (Λούκους) Κυνουρίας στην Αρκαδία που την είχε πάρει από τον τύμβο του Μαραθώνα.



Κλέαρχος ο Λακεδαιμόνιος

Ο αδελφοκτόνος πελοποννησιακός πόλεμος είχε τελειώσει το 404 π.Χ., βρίσκοντας την Ελλάδα κατεστραμμένη, με την Αθήνα και τους συμμάχους της ηττημένους και την Σπάρτη να ορίζει τους κανόνες. Πολλοί μάχιμοι άνδρες και από τις δυο πλευρές είχαν μείνει χωρίς δουλειά, μιας και τόσα χρόνια τρέφονταν από τον πόλεμο. Στην Ελλάδα δεν μπορούσαν να βρουν δουλειά ως μισθοφόροι γιατί οι πόλεις, αφενός δεν είχαν τα χρήματα για να τους συντηρήσουν και αφετέρου είχαν κοπάσει οι διαμάχες εκείνη την στιγμή στον ευρύτερο Ελλαδικό χώρο.


Ο Κλέαρχος ο Λακεδαιμόνιος δεν ήθελε να πολεμάει άλλο εναντίον των Ελλήνων και έτσι, όταν τελείωσε ο πόλεμος ανάμεσα στην Αθήνα και την Σπάρτη ζήτησε από τους πέντε εφόρους να στείλει μια στρατιωτική δύναμη Σπαρτιατών στην πόλη Χερρόνησο (στην Χερσόνησο της Καλλίπολης) και στην γύρω περιοχή για να πολεμήσει τους Θράκες που παρενοχλούσαν τις Ελληνίδες πόλεις της περιοχής. Οι έφοροι βρήκαν την ιδέα καλή και του έδωσαν τους άνδρες που ζήτησε. Αμέσως ξεκίνησε προς τα βόρεια, μόλις όμως έφτασε στον ισθμό της Κορίνθου τον πρόλαβε ένας αγγελιοφόρος από την Σπάρτη και του ζήτησε να επιστρέψει πίσω μαζί με τον στρατό του. Ο Κλέαρχος δεν του έδωσε σημασία και συνέχισε την πορεία για την Θράκη. Από εκείνη την στιγμή ήταν ξεγραμμένος για την Σπάρτη, οι Σπαρτιάτες τον εξόρισαν. Μόλις έφτασε στην Χερρόνησο ξεκίνησε να πολεμάει με ζήλο τους Θράκες και να προστατεύει τους Έλληνες της περιοχής. Οι Ελληνικές πόλεις ευγνωμονώντας τον πλήρωναν τους μισθούς των στρατιωτών του.


Ο Κύρος, ο διεκδικητής του περσικού θρόνου, μόλις έμαθε πως τόσοι εμπειροπόλεμοι άνδρες ήταν κοντά στην Ασία, έστειλε πρέσβεις με 10.000 δαρεικούς (περσικά νομίσματα) ζητώντας του να μαζέψει κι άλλους άνδρες και να περάσει στην Ασία ώστε να το βοηθήσει να πάρει πίσω τον θρόνο από τον αδελφό του Αρταξέρξη. Ο Κλέαρχος συμφώνησε για τα χρήματα, αλλά και γιατί προτιμούσε να πολεμάει βαρβάρους παρά Έλληνες.


Οι Έλληνες πέρασαν τον Ελλήσποντο και πάτησαν στην γη της Μυσίας (αρχαία ονομασία της περιοχής απέναντι από την χερσόνησο της Καλλίπολης), από εκεί οι Πέρσες τους οδήγησαν στο εσωτερικό της Ασίας. Συναντήθηκαν με τον Κύρο και βάδιζαν μαζί με τον στρατό του. Στην πόλη Τυριάειον στα όρια της Λυκαονίας-Φρυγίας (περιοχή Ικονίου), η βασίλισσα των Κιλίκων Επύαξα (νότια ακτή της σημερινής Τουρκίας) ζήτησε από τον Κύρο να δει τους Έλληνες στρατιώτες πώς πολεμάνε και αν είναι άξιοι για τα λεφτά που παίρνουν. Ο Κύρος έδωσε εντολή στον Κλέαρχο να παρατάξει τους άνδρες του. Ο Κλέαρχος τους παρέταξε σε τετράδες. Ο Κλέαρχος παρατάχθηκε με τους άνδρες του στο αριστερό κέρας και ο Μένωνας ο Θεσσαλός στο δεξί. Οι Έλληνες φορούσαν τα χάλκινα κράνη τους και τους ολοπόρφυρους χιτώνες όπως οι Σπαρτιάτες και τις μεγάλες στρόγγυλες ασπίδες. Μόλις δόθηκε το σύνθημα εφόρμησαν σαν ένα τεράστιο κύμα. Τόση ήταν η αληθοφάνεια της επίθεσης που οι βάρβαροι άρχισαν να τρέχουν φωνάζοντας για βοήθεια. Η Επύαξα κόντεψε να πέσει από την αρμάμαξά της στην υποχώρηση. Έτσι οι Έλληνες απέδειξαν για μία ακόμη φορά πόσο καλύτεροι ήταν των βαρβάρων.

Η πορεία συνεχίστηκε στην Ασία μέχρι που έφτασαν στην Μεσοποταμία, περιμένοντας να φανεί ο Αρταξέρξης.


Ο Κύρος είχε 100.000 Ασιάτες και Αιγύπτιους πεζούς χαμηλής μαχητικότητας,1.000 Παφλαγόνες ιππείς (περιοχή Πόντου) και 20 δρεπανηφόρα άρματα (είχαν προσαρμοσμένα στο εξωτερικό τμήμα των τροχών μεγάλες κυρτές λεπίδες που διαμέλιζαν ότι συναντούσαν στο διάβα τους). Όλες τις ελπίδες του όμως τις βάσιζε στους 10.400 βαριά οπλισμένους άνδρες της Ελληνικής φάλαγγας, καθώς και στους 2.500 Έλληνες πελταστές (πέλτη ήταν είδος μικρής ξύλινης ασπίδας που την είχαν ελαφρά οπλισμένοι είτε με ακόντια για να παρενοχλούν τον εχθρό είτε με σφενδόνες). Ο Κύρος παρέταξε τις δυνάμεις του από το πρωί της 3ης Σεπτεμβρίου του 401π.Χ. στην αριστερή όχθη του ποταμού Ευφράτη. Παρατάχθηκαν με τον ακόλουθο τρόπο, ο Κλέαρχος στο δεξιό κέρας της Ελληνικής φάλαγγας όπου πάντα ήταν ο αρχηγός της παράταξης μαζί με τους γενναιότερους άνδρες, στο κέντρο ο Πρόξενος ο Βοιωτός και στο αριστερό κέρας ο Μένωνας ο Θεσσαλός.


Δίπλα στην Ελληνική φάλαγγα από τα δεξιά παρατάχθηκαν οι πελταστές, στην άκρη οι 1.000 Παφλαγόνες ιππείς, στο κέντρο της παράταξης ο Κύρος με τους Ασιάτες πεζούς και 600 ιππείς της σωματοφυλακής του και στο αριστερό κέρας όλης της παράταξης Ασιάτες πεζοί και ιππείς που ήταν οι περισσότεροι. Περίμεναν όλο το πρωί, πέρασε το μεσημέρι και έφτασε το απόγευμα χωρίς ίχνος του στρατού του Αρταξέρξη. Αργά το απόγευμα φάνηκε στον ορίζοντα νέφος σκόνης από το πλήθος των πεζών και τον αλόγων που έρχονταν. Όλος ο στρατός λεγόταν ότι ήταν 900.000 με 1.200.000, αλλά οι πιο μετριοπαθείς υπολογισμοί τους κατεβάζουν στους 400.000 άνδρες που και πάλι ήταν πολλαπλάσιοι του στρατού του Κύρου. Τον συνόδευαν επίσης 6.000 ιππείς και 200 δρεπανηφόρα άρματα. Ο μεγαλειώδης στρατός του Αρταξέρξη ήταν χωρισμένος κατά έθνη σε τετράγωνα. Για να καταλάβουμε πόσο μεγάλος ήταν ο στρατός του Αρταξέρξη, το κέντρο του στρατού του είχε απέναντι του το αριστερό κέρας του Κύρου.


Οι Έλληνες πίσω από τις ασπίδες και με προτεταγμένα τα δόρατα περίμεναν να δοθεί το σύνθημα. Το σύνθημα με το οποίο συμφώνησε και ο Κύρος ήταν «Ζευς Σωτήρ και Νίκη». Οι δυο στρατοί απείχαν μόλις 3-4 στάδια (περίπου 600-800 μέτρα), όταν δόθηκε το σύνθημα για την επίθεση. Οι Έλληνες κινούνταν σαν να είναι ένα σώμα και έψαλλαν όλοι μαζί τον πολεμικό παιάνα στον Ενυάλιο Άρη. Προχωρούσαν όλο και πιο γρήγορα χτυπώντας ταυτόχρονα τις ασπίδες με τα δόρατά τους για να φοβίσουν τους βαρβάρους. Όταν η Ελληνική φάλαγγα έφτασε σε απόσταση βολής τόξου, άρχισαν να τρέχουν για να φύγουν. Οι Έλληνες τους κυνήγυσαν. Ο Κλέαρχος έδινε εντολές να μην διαλύσουν τις παρατάξεις τους, αλλά όλοι μαζί ενωμένοι να χτυπάνε.Το αριστερό κέρας του Αρταξέρξη διαλύθηκε πριν καν γίνει σύγκρουση, με τα τόσο υπερτιμημένα δρεπανηφόρα άρματα που τόσο τρόμαζαν τους βαρβάρους, γιατί τα άλογα που τα έσερναν αφηνίασαν και έτρεχαν χωρίς αναβάτες ανάμεσα στους βαρβάρους σακατεύοντάς τους. Όσα δε πήγαιναν προς την ελληνική φάλαγγα, οι Έλληνες άνοιγαν τις γραμμές τους και περνούσαν από μέσα χωρίς να κάνουν καμία ζημιά στη παράταξη. Οι Έλληνες κυνηγούσαν τους βαρβάρους χωρίς να σταματάνε λεπτό, είχαν διανύσει 30 στάδια (περίπου 6 χιλιόμετρα). Πίσω τους ο Κύρος είδε στο κέντρο τον Αρταξέρξη και όρμησε να τον χτυπήσει βρίσκοντάς τον χαμηλά στο στέρνο. Αλλά ένα ακόντιο ενός εχθρού τον βρήκε κάτω από το μάτι σωριάζοντάς τον κάτω από το άλογο του. Οι βάρβαροι κατέλαβαν το στρατόπεδο των Ελλήνων και το λεηλάτησαν, ο Κλέαρχος διέταξε τους Έλληνες να σταματήσουν την καταδίωξη και να γυρίσουν πίσω να βοηθήσουν τον Κύρο που κινδύνευε μην γνωρίζοντας ότι είχε σκοτωθεί. Οι Έλληνες παρότι ήταν κουρασμένοι από το τρέξιμο, γύρισαν γρήγορα το μέτωπό τους προς τα πίσω και επιτέθηκαν στον στρατό του Αρταξέρξη.


Οι βάρβαροι υποχωρόντας κατέλαβαν ένα γήλοφο κοντά στο χωριό Κούναξα, οι Έλληνες τους επιτέθηκαν και χωρίς να δώσουν μάχη τους σκόρπισαν σαν να ήταν ένα άτακτο σώμα χωρίς ηγεσία. Είχε αρχίσει να νυχτώνει και μαζεύτηκαν στο στρατόπεδό τους για να γευματίσουν, αλλά δεν είχε μείνει τίποτε όρθιο. Τα είχαν λεηλατήσει όλα οι βάρβαροι. Μετά από λίγο καιρό έμαθαν ότι ο Κύρος είχε σκοτωθεί στην μάχη. Ο Τισσαφέρνης, ο σατράπης και το δεξί χέρι του Αρταξέρξη, τους ζήτησε να παραδώσουν τα όπλα τους και να φύγουν με την βοήθεια του βασιλιά. Κανείς δεν δέχτηκε γιατί ήξεραν ότι χωρίς τα όπλα τους ήταν χαμένοι. Ο Τισσαφέρνης κάλεσε όλους τους στρατηγούς και τους λοχαγούς στην σκηνή του για να συζητήσουν για το τι θα γίνει με τους Έλληνες. Όλοι έλεγαν πως ήταν παγίδα, αλλά ο Κλέαρχος σαν έντιμος που ήταν έδωσε πίστη στα λόγια του βασιλιά.


Ετοιμάστηκαν και πήγαν να συναντήσουν τον Τισσαφέρνη 5 στρατηγοί, 20 λοχαγοί και 200 στρατιώτες. Όταν ήταν μέσα στην σκηνή οι 5 στρατηγοί τους αιχμαλωτίστηκαν και όλους τους άλλους που ήταν έξω τους σκότωσαν. Οι 5 στρατηγοί αποκεφαλίστηκαν. Μόνο ένας στρατιώτης, ο Νίκανδρος ο Αρκάς, κατάφερε να ξεφύγει από τους Πέρσες και κρατώντας τα σπλάχνα του από την σκισμένη του κοιλιά κατάφερε να φτάσει στους υπόλοιπους Έλληνες και να αναφέρει τι συνέβη. Όταν αποκεφαλίστηκε ο Κλέαρχος ήταν 50 ετών.



“Mύριοι”: Oι αργυρώνητοι που έγιναν ήρωες

OΙ Μύριοι ήσαν …μύριοι συν-πλην μερικές χιλιάδες, κατά καιρούς. Προέρχονταν από κάθε καρυδιάς καρύδι, αλλά πάντοτε ελληνικής καρυδιάς. Ο ίδιος ο συγγραφέας της εποποιίας τους, ο Ξενοφών, δεν μας δίδει σταθερές πληροφορίες για τον αριθμό τους στην «Κύρου Ανάβαση». Οι αναφορές του από κεφάλαιο σε κεφάλαιο διαφέρουν και διότι όσο προχωρούσε το «Κύρειον Στράτευμα» προς τα βάθη του περσικού κράτους νέες ορδές προσχωρούσαν αλλά και επειδή νέοι λιποτάχτες εγκατέλειπαν την σκοτεινή πορεία.


Ήσαν, φυσικά, όλοι τους μισθοφόροι του Κύρου του νεωτέρου, δευτερότοκου γιού του Δαρείου Β’, του αποκαλουμένου Νόθου και της περίφημης Παρυσάτιδoς. Ο Δαρείος Β’ ήτο γιος του Αρταξέρξη Α’. Και η Παρύσατις ήτο επίσης κόρη του Αρταξέρξη, και συνεπώς αδελφή του συζύγου της! Ο Κύρος -Κουράς στα περσικά- (το όνομά του σημαίνει ήλιος) διορίστηκε το 408 π.Χ. από τον πατέρα του σατράπης της Λυδίας, της Φρυγίας και της Καππαδοκίας. Πρωτεύουσά του ήσαν οι Σάρδεις, στις όχθες του πολύχρυσου Πακτωλού. Κοντά του υπήρχαν οι Ελληνίδες πόλεις, άλλες ελεύθερες και άλλες υποτελείς στον Πέρση βασιλέα. Ο Κύρος ανεμείχθη στον εθνοκτόνο Πελοποννησιακό Πόλεμο, βοήθησε με μεγάλα χρηματικά ποσά τους Λακεδαιμονίους και ειδικότερα τον ναύαρχο Λύσανδρο, και συνετέλεσε στη συντριβή των Αθηνών. Οι Σπαρτιάτες, σε αντάλλαγμα, αναγνώρισαν την περσική κυριαρχία επί των ελληνικών πόλεων της Μικράς Ασίας. Ήταν η θλιβερή εποχή που οι Πέρσες βασιλείς χόρευαν σαν μαϊμούδες, πότε με το χρήμα και πότε με τη βία, τους απογόνους των θρυλικών Μαραθωνομάχων.


2


Ο Δαρείος Β’, όταν αντελήφθη ότι έρχεται το τέλος του, κάλεσε τους γιους του στα Σούσα. Ο Κύρος, για ένα λόγο που δεν είναι απολύτως κατανοητός, παρέλαβε μαζί του 300 Έλληνες μισθοφόρους με στρατηγό τον Παρράσιο από την Παρρασία της νοτιοδυτικής Αρκαδίας. Μαζί του παρέλαβε και τον σατράπη της παραλιακής Μικράς Ασίας, τον Τισσαφέρνη, που θεωρούσε φίλο του. Ο Τισσαφέρνης ήτο γνωστός από την ανάμειξή του στους ελληνικούς εμφυλίους. Ο Δαρείος Β’ πέθανε το 405 και άφησε διάδοχό του τον πρωτότοκο γιο του Αρσάκη, που ως βασιλιάς ονομάστηκε Αρταξέρξης Β’ και απεκλήθη Μνήμων για την μοναδική μνήμη του. Ο Τισσαφέρνης πλησίασε τον νέο βασιλιά και κατηγόρησε τον Κύρο ότι συνωμοτεί για να τον ανατρέψει. Ο Αρταξέρξης τον πίστεψε, συνέλαβε τον Κύρο και ετοιμαζόταν να τον εκτελέσει. Παρενέβη όμως η μητέρα τους, η Παρύσατις, «γυνή φιλόδοξος και φίλαρχος», η οποία γοητευμένη από το κάλλος και τις πνευματικές ιδιότητες του μικρού γιου της και με παρακλήσεις τον έσωσε από το θάνατο.


Η αρίθμηση των Κελαινών


3


Ο Κύρος γύρισε ταπεινωμένος στις σατραπείες του. Η ψυχή του ήτο γεμάτη πάθος για εκδίκηση και μίσος εναντίον του προδότη Τισσαφέρνη. Και άρχισε να σχεδιάζει την εκδίκησή του. Συγκρότησε ένα στράτευμα από εκατό χιλιάδες Βαρβάρους, αλλά γνώριζε πως αυτοί δεν ήσαν αξιόμαχοι. Γι’ αυτό κατέφυγε στην άθλια αγορά ανθρώπων των ελληνικών πόλεων. Συγκέντρωσε από πολλές πόλεις 13-14.000 μισθοφόρους με διαφόρους αρχηγούς, μεταξύ των οποίων επισημότερος ήτο Σπαρτιάτης Κλέαρχος. Το στράτευμα του Κύρου, όπως καταμετρήθηκε στους κήπους των Κελαινών, απετελείτο από:

• 4.000 οπλίτες υπό τον Ξενία τον Παρράσιο.

• 1.500 οπλίτες και 500 γυμνήτες, δηλαδή ελαφρά οπλισμένους, υπό τον Πρόξενο τον Βοιωτό.

• 1.000 οπλίτες υπό τον Σοφαίνετον τον Στυμφάλιο.

• 500 οπλίτες υπό τον Σωκράτη τον Αχαιό.

• 300 οπλίτες και 300 πελταστές υπό τον Πασίωνα τον Μεγαρέα.

• 1.000 οπλίτες και 500 πελταστές υπό τον Μένωνα τον Λαρισαίον.

• 1.000 οπλίτες, 800 Θράκες πελταστές και 200 Κρήτες τοξότες υπό τον Κλέαρχο τον Λακεδαιμόνιο.

• 300 οπλίτες υπό τον Σώση τον Συρακούσιο.

• 1.000 οπλίτες υπό τον Σοφαινίδη τον Αρκάδα.

Σύνολο 10.600 οπλίτες και 2.300 πελταστές κ.λπ. οι «Μύριοι» συνεπώς ήσαν πολύ παραπάνω από… μύριοι. Αθηναίοι; Οι Αθηναίοι μισούσαν θανασίμως τους Πέρσες εκείνη την εποχή διότι βοήθησαν τους Σπαρτιάτες εναντίον τους στον Πελοποννησιακό Πόλεμο που είχε λήξει πριν λίγα χρόνια. Παρόλα αυτά βρέθηκαν και λίγοι Αθηναίοι να μισθώσουν τις ασπίδες τους στον Βάρβαρο σατράπη. Τώρα, πώς βρέθηκε κοντά στον Κύρο ο Αθηναίος αριστοκράτης Ξενοφών; Δεν ήτο βεβαίως μισθοφόρος αλλά «φίλος» του Κύρου. Ο ίδιος ο Ξενοφών λέγει για την παρουσία του στο «Κύρειον Στράτευμα»:

• Στο στράτευμα ήτο και κάποιος Αθηναίος, ο Ξενοφών, που ούτε στρατηγός ήτο, ούτε λοχαγός, ούτε στρατιώτης. Πώς βρέθηκε εκεί; Ιδού:

• Μεταξύ των ηγετών των μισθοφόρων ήταν και ο Βοιωτός Πρόξενος, φίλος του Ξενοφώντα αλλά και του Κύρου. Ο Πρόξενος έγραψε από την αυλή του Κύρου, ενώ προετοιμαζόταν το στράτευμα, στον Ξενοφώντα στις Σάρδεις και τον κάλεσε να τον γνωρίσει στον Κύρο.


Ο Ξενοφών φαίνεται ότι δελεάστηκε από την πρόταση, αλλά ζήτησε τυπικά και τη γνώμη του δασκάλου του, του Σωκράτη. Ο Ξενοφών σεβόταν και πίστευε τον Σωκράτη- θα γράψει αργότερα και την «Απολογία» του.

Ο σοφός Αθηναίος είπε στον μαθητή του ότι αν πάει στον Κύρο θα χαρακτηρισθεί προδότης της πατρίδος του διότι ο Πέρσης σατράπης χρηματοδότησε τους Λακεδαιμονίους στον εμφύλιο και συνετέλεσε αποφασιστικά στην καταστροφή των Αθηνών. Ο Σωκράτης καταλάβαινε όμως ότι ο μαθητής του ήτο αποφασισμένος να πάει στις Σάρδεις. Γι’ αυτό του συνέστησε να ρωτήσει το Μαντείο των Δελφών, αν πρέπει ή όχι να συναντήσει τον Κύρο. Η αχαλίνωτη φιλοδοξία και το

πάθος για ταξίδια οδήγησε τον Ξενοφώντα σε αλλοίωση των συμβουλών του Σωκράτη. Πήγε πράγματι στους Δελφούς, αλλά το ερώτημα που έθεσε στην Πυθία δεν ήτο αν πρέπει να πάει στον Κύρο, αλλά σε ποιους θεούς θα πρέπει να θυσιάσει «ίνα αισίως διαπεραιωθεί εις την Μικράν Ασίαν»! Ο Σωκράτης δυσαρεστήθηκε από την πονηρία του μαθητή του. Αλλά ο Ξενοφών ταξίδευε κιόλας προς τις Σάρδεις και προσχώρησε στον Κύρο γοητευθείς, λέγει, από προσωπικότητά του κ.λπ. κ.λπ.


4


Ο Κύρος δεν απεκάλυπτε τους λόγους της στρατολογίας. Δήλωνε ότι ήθελε τους μισθοφόρους για να πατάξει τους Πισίδες, τους ατίθασους κατοίκους των βουνών του Ταύρου που λήστευαν και κακοποιούσαν τους υπηκόους του. Ο Ξενοφών γνώριζε την απάτη του Κύρου αλλά συνέχισε να τον ακολουθεί. Και όταν δολοφονήθηκαν, αργότερα, οι αρχηγοί των Ελλήνων από τους Πέρσες ανέλαβε εκείνος την ευθύνη να φέρει πίσω στην πατρίδα τους Μυρίους εν μέσω μυρίων κινδύνων. Στην ιστορία του λαμπρού εκείνου συγγραφέα, ιστορικού, οικονομολόγου και στρατηγού, του γιου του Γρύλλου, υπάρχουν και άλλα σκοτεινά σημεία, πέραν του εμπαιγμού του δασκάλου του. Ήτο εντόνως συντηρητικός, δεν συμπαθούσε την δημοκρατία. Είχε χαρακτηρισθεί φιλοσπαρτιάτης και οι Αθηναίοι που πονούσαν δεν τον ανέχθηκαν. Γι’ αυτό κατέφυγε στη Σπάρτη. Οι Σπαρτιάτες, προφανώς για να τον απομακρύνουν από την περιοχή τους, του χάρισαν ένα μεγάλο κτήμα στην Σκιλλούντα της Ήλιδος, όπου έμεινε για χρόνια και όπου έγραψε και την «Κύρου Ανάβαση». Οι δε γιοι του ανατράφηκαν στη Σπάρτη σαν Σπαρτιάτες.


Μυστική στρατολογία


5


Από διάφορες, ελληνικές πάντα, πόλεις στρατολόγησε ο Κύρος τους στρατιώτες του, μυστικά για να μην το μάθει ο αδελφός του. Στους φρουράρχους των ελληνικών πόλεων της Μικράς Ασίας έδωσε εντολή να στρατολογούν μισθοφόρους, με την πρόφαση ότι ο Τισσαφέρνης, τον οποίο μισούσαν οι Έλληνες της Ιωνίας, επιβουλευόταν τις πατρίδες τους. Ταυτοχρόνως ζητούσε μέσω της Παρυσάτιδος από τον Αρταξέρξη να του παραχωρήσει τις πόλεις που κατείχε ο Τισσαφέρνης…

Για να δικαιολογήσει τις προπαρασκευές του, ο Κύρος προέβαλε τις επιδρομές των Πισιδών και δημιούργησε προστριβές με τον Τισσαφέρνη. Για να κρατεί σε ετοιμότητα το στράτευμα, χρηματοδότησε γενναία τον Σπαρτιάτη Κλέαρχο και τον έστειλε να πολεμήσει τους Θράκες στην Χερσόνησο, αλλά ο Κλέαρχος φρόντισε την ίδια ώρα να στρατολογήσει και εκατοντάδες Θράκες καταδρομείς. Χρηματοδότησε επίσης ο Κύρος τον Αρίστιππο τον Θεσσαλό, για να πολεμήσει τους πολιτικούς του αντιπάλους, αλλά του συνέστησε να μην σπεύσει να τους νικήσει..! Να κρατεί, δηλαδή, τον πόλεμο ανοικτό ώστε να δικαιολογείται ή χρηματοδότηση. Σε άλλους φίλους του Έλληνες στρατηγούς είπε να συγκεντρώσουν μισθοφόρους διότι ήθελε, δήθεν, να βοηθήσει τους Μιλησίους στον αγώνα τους με τον Τισσαφέρνη.

Τελικώς συγκεντρώθηκαν, με τελευταίο τον Μένωνα που έστειλε ο Αρίστιππος από τη Θεσσαλία, όλοι οι μισθοφόροι στις Σάρδεις. Ο Τισσαφέρνης είχε πλέον απτές τις αποδείξεις της συνωμοσίας και έσπευσε στα Σούσα να ειδοποιήσει τον Αρταξέρξη για τα διαδραματιζόμενα στην πρωτεύουσα της Λυδίας.

Τώρα, γιατί έσπευσαν τόσοι Έλληνες πολεμιστές να υπηρετήσουν τον Βάρβαρο σατράπη και να μετάσχουν σε μια εσωτερική διαμάχη των Περσών; Όχι βέβαια από εθνικά κίνητρα. Δεν ήθελαν να ευρύνουν με τις λόγχες τους την εμφύλια διαμάχη των Περσών. Απλώς ήσαν ένας συρφετός τυχοδιωκτών, ένας θεσμός «εξωνημένων ασπίδων». Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος είχε ερημώσει μέγα τμήμα της Ελλάδος. Είχαν καταστραφεί πόλεις, κτήνη, καλλιέργειες. Χιλιάδες Έλληνες είχαν μείνει άνεστιοι και πένητες. Αυτοί οι «άνδρες της ανάγκης» δελεάσθηκαν από το κίτρινο χρώμα των δαρεικών και προσήλθαν πυκνοί στο Κύρειο Στράτευμα, χωρίς να ενδιαφερθούν σοβαρώς για τους σκοπούς του χρηματοδότη και τους κινδύνους που τους επεφύλασσε ή περιπέτεια. Μερικοί από τους μισθοφόρους κινήθηκαν από το πάθος της περιπέτειας. Ήσαν ήδη εθισμένοι στους πολέμους και δεν ήθελαν να ξαναγίνουν αγρότες σε μια ερημωμένη γη και τεχνίτες σε ερειπωμένες πόλεις. Ο θρύλος του Αγησίλαου που έκαμε την περσική επικράτεια άνω-κάτω, με λίγους «ομοίους», ασκούσε ερεθιστική επίδραση στους πολέμαρχους. Μερικοί, κυρίως αξιωματούχοι, είχαν γοητευθεί από τις αρετές του Κύρου τις οποίες εξεθείαζαν δικοί του εγκάθετοι στην Ελλάδα. Αλλά όλοι είχαν τα χέρια απλωμένα προς τον Πέρση ταμίαν και αξίωναν: «Εν τη παλάμη και ούτω βοήσωμεν». Οι Μύριοι ήσαν στην ουσία ένας εσμός σκληρών, ασυνείδητων, λεγεωναρίων, χωρίς ηθικούς φραγμούς και συχνά χωρίς αξιοπρέπεια.


Πόρνες και παιδεραστές


6


Όπως ο Κύρος ο ίδιος και εκείνοι έσερναν πόρνες που μετείχον στα γεγονότα και ωρύοντο ή θρηνούσαν ανάλογα με την έκβαση των συγκρούσεων! Υπήρχαν και αξιωματούχοι παιδεραστές και φιλομόφυλοι -πράγμα, βεβαίως, καθόλου περίεργο και αξιοκατάκριτο για την εποχή. Μάλιστα ένας διάσημος παιδεραστής, ο Ολύνθιος Επισθένης, γενναίος πολεμιστής… κατά τα λοιπά, είχε συγκροτήσει ολόκληρο λόχο από ωραίους άνδρες. Είχαμε, εξαγορές Ελλήνων και από βαρβάρους Θράκες. Ο βασιλιάς τους Σεύθος εξαγόρασε έναν Έλληνα με αντάλλαγμα άλογο και άλλον με μια γυναίκα!

Ο Κύρος εγνώριζε καλά την ψυχοσύνθεση των μισθοφόρων, αλλά εγνώριζε επίσης και πολεμική τους αξία. Είχε εκατό χιλιάδες Βαρβάρους στρατιώτες αλλά βασιζόταν στους Μυρίους:

«Ώ, άνδρες Έλληνες», τους προσφωνεί. Δεν σας πήρα μαζί μου διότι έχω έλλειψη από Βαρβάρους στρατιώτες, αλλά επειδή είσθε ανδρειότεροι και ανώτεροι». Δεν παραλείπει όμως και να τους …δουλεύει- αν υποτεθεί ότι ο Ξενοφών είχε αποστηθίσει το λογύδριον του Κύρου στη Βαβυλώνα. «Κοιτάξτε, τους είπε, να φανείτε άξιοι της …ελευθερίας την οποία κατέχετε και για την οποίαν εγώ σας ευδαιμονίζω! Αν εξακολουθήσετε να είσθε και τα πράγματα εξελιχθούν καλά τότε εκείνους που θα γυρίσουν στις πατρίδες τους θα τους ζηλεύουν οι συμπατριώτες τους. Όμως θα δημιουργήσω συνθήκες που θα πείσουν τους πολλούς να μείνουν εδώ παρά να γυρίσουν στον τόπο τους». Την προσφώνηση του Κύρου διέκοψε ένας εγκάθετός του, ο Γαυλίτης ο Σάμιος:

«Κύρε, μήπως υπόσχεσαι τώρα που έχεις ανάγκη και θα λησμονήσεις μετά την νίκη;» Άρπαξε την ευκαιρία o Κύρος να πει ότι στην τεράστια χώρα του έχει να δώσει ολόκληρες περιοχές στους φίλους του. Ούτως ή άλλως σε κάθε Έλληνα πολεμιστή υποσχέθηκε να δωρίσει από ένα χρυσό στεφάνι!

Σε κάποια φάση της πορείας προς τα Κούναξα, και συγκεκριμένα όταν το στράτευμα βρισκόταν στο Καΰστρου Πεδίον εκδηλώνεται «ανταρσία». Οι μισθοφόροι έχουν να πληρωθούν τρία μηνιάτικα. Μικροί και μεγάλοι αρχίζουν να μπαινοβγαίνουν στην σκηνή του Κύρου, απαιτούντες τα οφειλόμενα. Από τη δύσκολη θέση έβγαλε τον Κύρο ή διαβόητη Επύαξα, σύζυγος του βασιλιά των Κιλίκων, η οποία προσέφερε στον Πέρση όχι μόνον άφθονα χρήματα αλλά και την ερωτική της …εύνοια. Η αχαλίνωτη Επύαξα, μετά την καταβολή των χρημάτων και την συνουσία, παρεκάλεσε τον Κύρο να της επιδείξει το στράτευμά του. Οι Μύριοι, ως να ήσαν νεοσύλλεκτοι, αναγκάσθηκαν να παραταχθούν πλάι στους Βαρβάρους, με επικεφαλής τους στρατηγούς τους, για να ικανοποιηθεί η ματαιοδοξία της Κίλισσας.

Οι Βάρβαροι παρέλασαν μπροστά στον Κύρο και την ερωμένη. Αλλά οι Έλληνες φαίνεται να ενοχλήθηκαν. Διότι ο Κύρος απεφάσισε να παρελάσει αυτός μπροστά στους Μυρίους. Έτσι ανέβηκε σε πολεμικό άρμα και πέρασε μπροστά από τα ελληνικά τάγματα. Τον ακολούθησε η Επύαξα επί αρμαμάξης, δηλαδή επί απίνης. Μετά ο Κύρος ζήτησε από τους Έλληνες να εκτελέσουν επίδειξη πολεμικής τακτικής. Και εκείνοι, υπό το κράτος προφανώς δυσφορίας για την παρουσία της γυναίκας, διέσπασαν τις γραμμές και με κραυγές έτρεξαν προς τις σκηνές τους. Έγινε χαμός. «Των δε βαρβάρων φόβος πολύς». Η Επύαξα, τρομοκρατημένη, πήρε την αρμάμαξά της και εξαφανίστηκε. Τρόμαξαν ακόμη και οι πραματευτάδες που ακολουθούσαν το στράτευμα και «καταλιπόντες τα ώνια έφυγον». Ο Κύρος όμως δεν έκρυψε τη χαρά του καθώς έβλεπε τους Μυρίους του να προκαλούν τρόμο.


Αύξηση 50%


7


Στη χώρα της Επυάξης οι Μύριοι είχαν τις πρώτες απώλειές τους. Δυο λόχοι, περίπου εκατόν άνδρες, εξοντώθηκαν από τους Κίλικες διότι λεηλατούσαν τη γη τους. Και η πρώτη σημαντική ανταρσία εκδηλώθηκε στους λεηλατημένους από τους μισθοφόρους Ταρσούς. Οι Έλληνες αρνήθηκαν να προχωρήσουν διότι, λέγει, υποπτεύθηκαν ότι πήγαιναν να χτυπήσουν τον Αρταξέρξη και όχι την Πισιδίαν. Ο επισημότερος των στρατηγών, ο Κλέαρχος, προσπάθησε να εκβιάσει την συνέχιση της πορείας, αλλά οι στρατιώτες τον λιθοβόλησαν. Ακολούθησε κωμικοτραγική σκηνή. Ο αρειμάνιος Κλέαρχος στεκόταν όρθιος μπροστά τους και έκλαιγε. Οι στρατιώτες τον κοίταγαν έκπληκτοι. Τελικώς εξαπέλυσε ένα υποκριτικό λογύδριο. Ισχυρίστηκε, ψευδώς φυσικά, ότι αγνοούσε τις προθέσεις του Κύρου, διέρρηξε τα ιμάτιά του και διεκήρυξε ότι οι Μύριοι είναι για κείνον και πατρίδα και φίλοι και σύμμαχοι. Τους είπε ότι, εφόσον δεν θέλουν, δεν είναι πλέον στρατιώτες του Κύρου. Αλλά έσπευσε να επισημάνει ότι οι Πέρσες είναι επικίνδυνοι ως εχθροί. Παραλλήλως εκδηλώθηκαν και οι εγκάθετοι, οι «εγκέλευστοι» και διαδραματίστηκαν ιλαρές σκηνές. Το πρόβλημα έφθασε τελικώς στο …ψητό. Ο Κύρος υπεσχέθη να τους δώσει αύξηση 50% δηλαδή τον ένα δαρεικό το μήνα τον έκαμε τρία ημιδαρεικά. Σημειωτέον ότι ο δαρεικός ήτο χρυσό νόμισμα ισότιμο με 20 αττικές δραχμές. Έτσι οι αντάρτες έπνιξαν την αγανάκτησή τους για την …απάτη στους δαρεικούς και συνέχισαν την πορεία χωρίς να ρωτούν πλέον ούτε πού ούτε εναντίον ποιου πορεύονται. Στο σημείο αυτό έφθασε και η επίσημη επικουρία των Σπαρτιατών προς τον Κύρο και από κει δραπέτευσε ο πιστός, άλλοτε, στον Κύρο, Ξενίας μαζί με τον Πασίωνα.

Το στράτευμα φθάνει στον Ευφράτη, στη Θάψακο. Εκεί ο Κύρος απεκάλυψε επισήμως στους στρατηγούς το πασίγνωστο… μυστικό ότι θα βαδίσει εναντίον του αδελφού του στη Βαβυλώνα. Πάλι οι μισθοφόροι προσποιήθηκαν αγανάκτηση και πάλιν ο Κύρος έσπευσε να τους κατευνάσει σε χρυσίον. Υποσχέθηκε να δώσει σε καθέναν μισθοφόρο επίδομα πέντε μνας πάνω από το μισθό τους όταν φθάσουν στη Βαβυλώνα. Η μνα αντιστοιχούσε στο 1/60 του ταλάντου και προς 100 αττικές δραχμές. Κάθε δραχμή προς 6 οβολούς. Το επίδομα ήτο γενναίο! Και ένα άλλο χαρακτηριστικό της ηθικής υποστάσεως των μισθοφόρων. Οι Έλληνες στρατηγοί και λοχαγοί προσήρχοντο στη σκηνή του Κύρου και διαπραγματεύονταν: Τι θα ωφεληθεί καθένας μετά τη νίκη. Ο Κύρος υποσχόταν τα πάντα. Χρήματα, σατραπείες, παραδείσους. Δεν παρέλειψε όμως να τους δώσει και ένα παράδειγμα λεβεντιάς: Ο Κλέαρχος συνέστησε στον Κύρο να μην εκτεθεί στην πρώτη γραμμή της παρατάξεως αλλά να μείνει στα μετόπισθεν. Και εκείνος: «Συ κελεύεις με τον βασιλείας ορεγόμενον ανάξιον είναι βασιλείας…».

Και στην ερώτηση αν πιστεύει ότι ο Αρταξέρξης θα λάβει ο ίδιος αυτοπροσώπως μέρος στην επικείμενη μάχη, ο Κύρος απάντησε: «Αν πράγματι είναι γιος του Δαρείου και της Παρυσάτιδος τότε δεν θα τον κερδίσω αμαχητί».


Έγιναν ήρωες


8


Τέλος πάντων, έξι μήνες από την αναχώρηση του Κυρείου Στρατεύματος, από τις Σάρδεις, δηλαδή τον Σεπτέμβριο του 401 π.Χ. οι δυο στρατοί παρατάχθηκαν στα Κούναξα. Η μάχη και εφ’ όσον έγινε- ήτο μοιραία για τον Κύρο. Σκοτώθηκε καθώς πολεμούσε στην πρώτη γραμμή. Οι Έλληνες έμειναν αήττητοι, αλλά μόνοι 535 παρασάγγας μέσα στην εχθρική χώρα -ο παρασάγγης ίσος με 5.000 μέτρα. Απέρριψαν την εντολή του νικητή Αρταξέρξη να παραδώσουν τα όπλα. Ο κίνδυνος τους μεταμόρφωσε σε ένα σχετικά ομόψυχο και αναμφισβήτητα γενναίο συγκρότημα. Αλλά από την μάχη στα Κούναξα αρχίζει η εποποιία της επιστροφής που ανέδειξε την ανδρεία και την πολεμική ικανότητα και των Μυρίων και του νέου αρχηγού τους, του Ξενοφώντα. Έχουν βυθιστεί στα βάθη της απέραντης χώρας του Αρταξέρξη. Μπροστά τους άγρια βουνά, λασπεροί κάμποι, αδιάβατοι ποταμοί, χιόνια, έρημη γη, πείνα, φονικές ενέδρες, ύπουλες προσφορές εχθρών. Τους μένουν μόνον τα όπλα και μια απελπισμένη διπλωματία. Ο κίνδυνος τους ενώνει και τους χαλυβδώνει. Μπορεί να ισχυρισθεί κανείς ότι είναι από τις πολύ λίγες στιγμές που Έλληνες από διάφορες πόλεις της χώρας πορεύονται και πολεμούν ενωμένοι. Είναι η ιστορική στιγμή που η «άγρια και άναρχη αργυρώνητη συμμορία» μεταβάλλεται σε ένα ομόψυχο εθνικό, ελληνικό στράτευμα.

Μετά τη μοιραία μάχη, οι Έλληνες έμειναν συγκροτημένοι. Κανένας δεν τολμούσε από το τεράστιο στράτευμα του Αρταξέρξη να τους ενοχλήσει. Ο Τισσαφέρνης τους διεμήνυσε ότι ο Πέρσης βασιλεύς εντέλλεται να παραδώσουν τα όπλα και μετά να προσέλθουν ικέτες στο προαύλιο των ανακτόρων του να δουν τι καλό μπορούν να πετύχουν. Οι απαντήσεις από την ελληνική πλευρά ήσαν ωμές: Αν ο βασιλιάς ζητά τα όπλα μας ως νικητής γιατί δεν έρχεται να τα πάρει, είπε ο Θηβαίος Πρόξενος. Και ο Θεόπομπος ο Αθηναίος (πιθανόν είναι ψευδώνυμο του Ξενοφώντος) απάντησε στους κήρυκες του Τισσαφέρνη:

«Δεν έχουμε τίποτε άλλο από τα όπλα και την ανδρεία μας. Όσο έχουμε τα όπλα έχουμε και την ανδρεία μας».

Οι παραγγελίες του Αρταξέρξη ήσαν σκληρές. «Όσο μένετε ακίνητοι θα υπάρχει ανακωχή. Αν κινηθείτε θα υπάρξει πόλεμος».


Η δολοφονία ενώνει


9


Φαίνεται ότι παρουσιάστηκαν μερικοί αξιωματούχοι που πρότειναν να καταταχθούν σαν μισθοφόροι στον βασιλικό στρατό. Μισθοφόροι ήσαν, δηλαδή άνδρες χωρίς πατρίδα και ιδανικά. Κάποια πρόταση έκαμε και ο Κλέαρχος. Γενικά όμως η στάση των Ελλήνων, παρά το αδιέξοδο, ήτο σκληρή. Αλλά και ο Τισσαφέρνης αδίστακτος, πανούργος, υποκριτής. Τελικώς εκεί στον Ζαπάτα ποταμό ο Κλέαρχος δέχθηκε να συναντηθεί με τον μεγάλο εχθρό των Μυρίων, τον Τισσαφέρνη. Τον εξαπάτησε με όρκους ότι δεν θα εμποδίσει την επιστροφή των Μυρίων στη χώρα τους και ότι θα τους δώσει και τρόφιμα για το δρόμο. Του δήλωσε μάλιστα ότι θα τον συνοδεύσει ο ίδιος προς τις ακτές της Μικράς Ασίας.

Οι Πέρσες άφησαν τους Έλληνες να προχωρήσουν, να διαβούν τον Τίγρητα ποταμό. Και όταν τους έπεισαν, ή έστω τους ησύχασαν, ο Τισσαφέρνης κάλεσε τους Έλληνες στρατηγούς και λοχαγούς στη σκηνή του. Τελικώς ο Κλέαρχος επείσθη για τις καλές προθέσεις του Τισσαφέρνη, πήγε στη σκηνή του και συνεδείπνησαν. Την επομένη δέχθηκε να πάρει μαζί του σε δείπνο και τους άλλους στρατηγούς. Εκεί τους συνέλαβαν οι Πέρσες. Ήσαν εκτός από τον Κλέαρχο και ο Πρόξενος, ο Μένων, ο Αγίας και ο Σωκράτης. Τους οδήγησαν δεμένους, κατά τον Πλούταρχο, στον Αρταξέρξη και εκείνος διέταξε την εκτέλεσή τους… Οι είκοσι λοχαγοί που περίμεναν απ’ έξω κρεουργήθηκαν. Έμειναν ευτυχώς 100 ζωντανοί.

Παρά την εξόντωση των στρατηγών και των λοχαγών, οι Μύριοι συνέχισαν την πορείαν τους προς Βορράν μέχρι να φανεί στον ορίζοντα η περιπόθητη «θάλαττα». Η τρομερή πορεία έδεσε περισσότερο τους Έλληνες μισθοφόρους. Οι γλωσσικές ιδιομορφίες εξομαλύνθηκαν. Τα μίση μεταξύ τους λησμονήθηκαν. Οι Βοιωτοί συνεννοούντο με τους Σπαρτιάτες και εκείνοι με τους Θεσσαλούς, τους Ίωνες και τους Ολύνθιους. Προσέφεραν θυσίες στους ίδιους θεούς. Και τελούσαν σπονδές χύνοντας λίγο κρασί από τα κύπελλά τους στη γη.

Λαμπρή ήτο η τελετή ενώπιον των Κόλχων. Στρατηγοί και στρατιώτες προσευχήθηκαν στους θεούς. Ανέπεμψαν κοινές ευχές, έψαλαν τον Παιάνα του Κρητικού Θαλήτα όπως διαμορφώθηκε στη Σπάρτη και όρμησαν όλοι μαζί εναντίον των Κόλχων. Το κακό είναι ότι μόλις βρέθηκαν στο Βυζάντιο και άκουσαν γύρω τους ελληνικές φωνές, διαλύθηκαν και έγιναν πάλι από κάθε καρυδιάς καρύδι.

Έτσι μετά έξι μήνες από τα Κούναξα, τον Μάρτιο του 401 π.Χ., έληξε η θριαμβευτική πορεία των Μυρίων, 2.400 χρόνια από σήμερα…


Οι «Μύριοι» χορεύουν


Εκπληκτική είναι η περιγραφή του μεγάλου χορού των «Μυρίων» στην Παφλαγονία, όπως αποδίδεται στην «Κύρου Ανάβαση»-Έκδοση «Παπύρου». «Αφού εθυσίασαν μερικά βόδια εκ των λαφυραγωγηθέντων και άλλα σφάγια, διοργάνωσαν πλούσιον συμπόσιον, κατακλιμένοι δε εις μικράς κλίνας εδείπνουν και έπινον με ποτήρια καμωμένα από κέρατα βοδιών. Αφού δε έγιναν σπονδαί και οι Έλληνες έψαλαν τον παιάνα, εσηκώθησαν κατά πρώτον μεν Θράκες και εχόρευσαν ωπλισμένοι, υπό τον ήχον του αυλού και επηδούσαν υψηλά και ελαφρά, κινούντες τας μαχαίρας των? τέλος δε αρχίζει δήθεν να κτυπά ο ένας τον άλλον με την μάχαιράν του, ώστε εις όλους να φαίνεται ότι αληθώς τον επλήγωσε, αυτός δε ο δήθεν πληγωθείς έπεσε καταγής με κάποιον τεχνικόν τρόπον. Και οι Παφλαγόνες έβγαλαν μεγάλας (επιδοκιμαστικάς) κραυγάς. Και ο μεν ένας των χορευτών, αφαιρέσας τα όπλα του άλλου, ωσάν να ήτο νεκρός, εξήρχετο ψάλλων τον Σιτάλκαν άλλοι δε από τους Θράκας μετέφεραν έξω τον άλλον ωσάν να ήτο νεκρός, ενώ πράγματι δεν είχε πάθει τίποτε. Μετά ταύτα εσηκώθησαν οι Αινιάνες και οι Μάγνητες, οι οποίοι ήρχισαν να χορεύουν ένοπλοι τον χορόν, ο οποίος εκαλείτο καρπαία. Ο δε τρόπος, κατά τον οποίον εχόρευαν τον χορόν τούτον, ήτο ο εξής? ο μεν εις εκ των χορευτών, αφού θέση τα όπλα του πλησίον του καταγής, κάμνει ότι σπείρει και οδηγεί ζεύγος βοών, συχνά πυκνά στρέφων προς τα οπίσω του ωσάν να φοβήται, άλλος δε χορευτής υποκρινόμενος τον ληστήν προσέρχεται? εκείνος όμως μόλις τον ιδή από μακράν, αρπάζει τα όπλα του, ορμά κατ’ αυτού και μάχεται μαζί του προ του ζεύγους των βοδιών? και ούτοι ταύτα έκαμνον ρυθμικά σύμφωνα προς τον ήχον αυλού. Τέλος ο ληστής νικά και αφού δέση αυτόν τον άνδρα και το ζεύγος, τα απάγει? ενίοτε δε απάγει και ο ζευγηλάτης τον ληστήν. Έπειτα, αφού τον ζεύξη, με τας χείρας δεμένας οπίσω, κοντά εις τα βόδια του, κτυπά και αυτόν και εκείνα δια να βαδίζουν προς τα εμπρός. Μετά ταύτα εισέρχεται κάποιος από την Μυσίαν, κρατών εις εκάστην χείρα ασπίδα και άλλοτε μεν ως εάν είχε δύο αντιπάλους δια της ορχήσεως εμιμείτο την μάχην και προς τους δύο τούτους, άλλοτε δε μετεχειρίζετο τας ασπίδας εναντίον του ενός μόνον, άλλοτε δε περιεστρέφετο ταχύτατα και έπιπτε κατακέφαλα (έκανε τούμπες) κρατών τας ασπίδας, ώστε να παρουσιάζεται ωραίον θέαμα. Τέλος δε εχόρευε τον Περσικόν χορόν κτυπών τας ασπίδας, και εγονάτιζε και εσηκώνετο πάλιν? και όλα αυτά τα έκαμνε ρυθμικά σύμφωνα προς τον ήχον του αυλού. Ενώ δε εχορεύετο ο χορός ούτος, εισελθόντες αιφνιδίως οι Μαντινείς και σηκωθέντες και μερικοί άλλοι από τους Αρκάδας, αφού εξωπλίσθησαν όσον ηδύναντο καλύτερα, εβάδιζον εν ρυθμώ, δηλαδή κατά τον ρυθμόν της ενόπλου ορχήσεως, συνοδευόμενοι υπό αυλών, και επαιάνισαν, και εχόρευσαν, όπως γίνεται κατά τας ιεράς πομπάς εις τους ναούς των θεών (κατά τας λιτανείας). Βλέποντες δε οι Παφλαγόνες αυτά τα εθεώρουν ως κάτι εκπληκτικόν, να γίνωνται όλοι οι χοροί αυτοί με όπλα. Ο δε Μυσός βλέπων αυτούς εκπεπληγμένους αφού έπεισε ένα εκ των Αρκάδων, ο οποίος είχε κάποιαν ορχηστρίδα, εισάγει αυτήν εις τον χορόν, αφού την εστόλισεν όσον ηδύνατο καλύτερα και αφού της έδωσε ασπίδα ελαφράν. Αυτή εχόρευσε πυρρίχην (κρητικό χορό) με ευκινησίαν. Τότε όλοι την εχειροκρότησαν και οι Παφλαγόνες ηρώτησαν, εάν αι γυναίκες εμάχοντο μαζί με αυτούς. Αυτοί δε απήντησαν ότι αυταί έτρεψαν τον βασιλέα εις φυγήν εκ του στρατοπέδου των. Έτσι ετελείωσεν αυτή η νύκτα».



Τρίτη, 22 Ιουλίου 2014

Ο ΤΥΠΟΣ ΤΟΥ ΓΡΑΙΚΥΛΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΑΝΤΗ

ΑΘΗΝΑ 23-7-2014.

Θαυμάσαμε το θράσος τού πολιτικάντη, όταν βουλευτής των φιλελεύθερων είπε πως δεν αναγνωρίζει το ηλεκτρικό ρεύμα ως δημόσιο αγαθό, γιατί οι Έλληνες μπορούν να γυρίσουν σε προπολεμικές εποχές και να ζήσουν με λάμπες. Θαυμάσαμε αμερικανοκομμουνιστή βουλευτή να μάς λέει με θράσος ότι χάρηκε με τον αποκλεισμό τής Εθνικής Ελλάδος στο παγκόσμιο πρωτάθλημα ποδοσφαίρου από την Κόστα Ρίκα, αφού η παράταξή του δεν αποδέχεται την εθνική ταυτότητα.

ΟΧΙ ΤΖΑΜΙ ΣΤΟ ΒΟΤΑΝΙΚΟ

Μείνετε ενημερωμένοι μόνο με ένα Like

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Όποιος από τους φίλους θέλει να μπει στην ομάδα του greekalert μπορεί να επικοινωνήσει στο greekalert@gmail.com

** Στην σελίδα παρουσιάζονται διαφημίσεις προερχόμενες από το google adsense. Το greekalert δεν σχετίζεται με καμία από αυτές, πρόκειται για τυχαίες επιλογές της google.

Ειδησεις