Τα άρθρα του greekalert

Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2014

«Μπροστά πάει ο Νικηταράς, πίσω ο Κολοκοτρώνης και παραπίσω οι Έλληνες με τα σπαθιά στα χέρια»

28 Ιουλίου 1822 Η καταστροφή της στρατιάς του Δράμαλη ολοκληρώνεται στο Αγιονόρι Αργολίδας από τους άνδρες του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, του Δημήτριου Υψηλάντη, του Παπαφλέσσα και του Νικηταρά.


Του Δράμαλη


Φύσα μαΐστρο δροσερέ κι αέρα του πελάγου,


να πας τα χαιρετίσματα ’ς του Δράμαλη τη μάνα.


Της Ρούμελης οι μπέηδες, του Δράμαλη οι αγάδες


“ς το Δερβενάκι κείτονται, ’ς το χώμα ξαπλωμένοι.


Στρώμά ’χουνε τη μαύρη γης, προσκέφαλο λιθάρια


και γι’ απανωσκεπάσματα του φεγγαριού τη λάμψη.


Κ’ ένα πουλάκι πέρασε και το συχνορωτάνε:


«Πουλί, πώς πάει ο πόλεμος, το κλέφτικο ντουφέκι;».


- Μπροστά πάει ο Νικηταράς, πίσω ο Κολοκοτρώνης


και παραπίσω οι Έλληνες με τα σπαθιά ’ς τα χέρια.


Γράμματα πάνε κ’ έρχονται ’ς των μπέηδων τα σπίτια.


Κλαίνε τ’ αχούρια γι’ άλογα και τα τζαμιά για Τούρκους,


κλαίνε μανούλες για παιδιά, γυναίκες για τους άντρες.


(Δημοτικό τραγούδι)


Ο Χουρσίτ, ο νικητής του Αλή πασά, ανέθεσε στον Μαχμούτ πασά της Λάρισας ή Δράμαλη την επιχείρηση της καταστολής της Επανάστασης στην Πελοπόννησο. [ Σημείωση βιβλιοθήκης: Ο Χουρσίτ καταγγέλθηκε ως καταχραστής του δημόσιου θησαυρού και έπεσε σε δυσμένεια, του αφαιρέθηκε η αρχηγία της εκστρατείας στην Πελοπόννησο, η οποία ανατέθηκε στον Μαχμούτ Πασά, τον επονομαζόμενο Δράμαλη. Ο Χουρσίτ διατασσόταν να παραμείνει στη Λάρισα και να φροντίζει την τροφοδοσία του στρατού του Δράμαλη. Ουσιαστικά, επρόκειτο για υποβιβασμό. Ο Τούρκος ιστοριογρά­φος Αχμέτ Τζεβντέτ ισχυρίζεται ότι ο διορισμός του Δράμαλη έγινε με υπόδειξη του ίδιου του Χουρσίτ, ο οποίος επιφορτίστηκε επίσημα την όλη επιχείρηση με απόλυτη ευθύνη για τη διοργάνωση και τον ανεφοδιασμό του εκστρατευτικού σώματος ].


2


Ο Δράμαλης ξεκίνησε με περίπου 25.000 στρατό (πεζούς και ιππείς) και την 1η Ιουλίου 1822 έφθασε στη Θήβα, χωρίς να συναντήσει αντίσταση. Οι οπλαρχηγοί καταλάβαιναν ότι δεν μπορούσαν να τον αντιμετωπίσουν κατά μέτωπο και ήλπιζαν ότι αποκλείοντας τις στενές διαβάσεις της Στερεάς θα εμπόδιζαν την επικοινωνία με τις βάσεις του. Παρά το μεγάλο όγκο αυτού του στρατού – χειμάρρου, που απ’ όπου περνούσε σκορπούσε τον τρόμο και τον πανικό, η θερινή αυτή εκστρατεία είχε και μειονεκτήματα.


Η εποχή – λόγω της μεγάλης ζέστης – δυσχέραινε τη μετακίνησή του και τη μεταφορά των πυροβόλων μέσα από τα δύσβατα ορεινά στενά, ενώ επίσης δεν ήταν εύκολος ο ανεφοδιασμός και η τροφοδοσία του. Από την άλλη όμως πλευρά, η γνωστή διαμάχη μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών, η αδυναμία συντονισμού της κεντρικής διοίκησης με τα τοπικά πολιτικά σώματα και η έλλειψη οικονομικών πόρων ήταν ανασταλτικοί παράγοντες.


Έτσι, ο Δράμαλης μέσω Μεγαρίδας στις 6 Ιουλίου έφθασε ανενόχλητος στην Κόρινθο. Την προηγούμενη νύχτα οι τρομοκρατημένοι κάτοικοι είχαν εκκενώσει την πόλη και δυο μέρες αργότερα ο Ακροκόρινθος (τον οποίο οι Έλληνες είχαν καταλάβει από τον Ιανουάριο) έπεφτε στα χέρια του εχθρού. Το κάστρο, που είχε φρουρά 300 στρατιωτών υπό τον Αχιλλέα Θεοδωρίδη, πολλά πολεμοφόδια και τρόφιμα, εγκαταλείφθηκε ανυπεράσπιστο, αφού πρώτα σκοτώθηκε ο εκεί φυλακισμένος Κιαμήλ μπέης. Η απώλεια αποδόθηκε στο φρούραρχο Θεοδωρίδη, που φυλακίστηκε στη μονή Καστριού Ερμιόνης.


Στην Κόρινθο ο Δράμαλης παρέμεινε τρεις ημέρες και συγκάλεσε πολεμικό συμβούλιο, στο οποίο συμμετείχε και ο Γιουσούφ πασάς της Πάτρας. Ο τελευταίος πρότεινε τη διαίρεση του στρα­τού, προκειμένου να καταληφθούν ταυτόχρονα η Αχαΐα και η Αργολίδα, και στη συνέχεια η Τρίπολη. Επίσης, κατά τον Γιουσούφ, ήταν σκόπιμο να γίνει η Κόρινθος βάση ανεφοδιασμού.


Ο Δράμαλης όμως, παρακινημένος από τη μέχρι τότε ανεμπόδιστη πορεία του, αποφάσισε να συνεχίσει αμέσως και με όλο το στρατό του. Στις 12 Ιουλίου ήταν έξω από το Άργος, αφού πρώτα είχε αναγγείλει την άφιξή του στην εξαντλημένη τουρκική φρουρά του Ναυπλίου, που ήταν έτοιμη να παραδοθεί. Η είδηση ότι οι Τούρκοι είναι προ των πυλών προξένησε τέτοιο πανικό στους κατοίκους του Άργους, που έσπευσαν να εγκαταλείψουν την πόλη.


Ακόμη και τα περισσότερα μέλη του Εκτελε­στικού και Βουλευτικού Σώματος διέφυγαν με πλοία, εκτός από ελάχιστους (μεταξύ αυτών ο αντιπρόεδρος του Εκτελεστικού, Αθανάσιος Κανακάρης), που φρόντισαν για τη διάσωση των αρχείων της κυβέρνησης. Για τη συμπεριφορά αυτή των πολιτικών ο Κολοκοτρώνης σημειώνει στα απομνημονεύματά του:


«Το Βουλευτικό και το Εκτελεστικό δεν είχε καμμίαν δύναμιν, ούτε ε­νήργησε τίποτες εις αυτήν την περίστασιν. Ο Κανακάρης έλεγε: “Τα αρχεία ας γλυτώσωμε και το έθνος ας πάγη”».


Στο Άργος είχε επίσης συγκεντρωθεί ο δημόσιος θησαυρός, για να χρη­σιμεύσει στις πολεμικές ανάγκες. Αντί όμως να καταλήξει στο δημόσιο ταμείο, τον οικειοποιήθηκαν ορισμένοι ιδιώτες.


3


Την κατάσταση έσωσε τότε η ψυχραιμία και η στρατηγική σκέψη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, που εκείνες τις μέρες βρισκόταν στην Τρίπολη. Η Πελοποννησιακή Γερουσία και οι πρόκριτοι ζήτησαν τη συνδρομή του. Ο Κολοκοτρώνης ανταποκρίθηκε άμεσα και κάλεσε σε επιστράτευση όλους τους άνδρες ηλικίας 18-60 ετών, παίρνοντας αυστηρά μέτρα κατά της λιποταξίας, ενώ παράλληλα φρόντισε για την αποστολή τροφίμων και πολεμοφοδίων. Επίσης διέταξε να κάψουν όλη τη σοδειά του κάμπου του Άργους, για να επιδεινωθεί η κατάσταση του τουρκικού στρατού, που βρισκόταν μακριά από τις βάσεις ανεφοδιασμού του. Πιστεύοντας ότι ο στόχος του Δράμαλη ήταν η Τρίπολη, φρόντισε να κλειστούν όλες οι διαβάσεις προς εκεί και δημιουργήθηκε στρατόπεδο στους Μύλους (έξω από το Άργος) με 2.000 άνδρες. Για αντιπερισπασμό, φρόντισε για την κατάληψη της ακρόπολης του Άργους, της λεγόμενης «Λάρισας». Όταν ο Δράμαλης έφθασε στις 13 Ιουλίου, άρχισε την πολιορκία της νομίζοντας ότι εκεί ήταν αποθηκευμένα τα τρόφιμα.


Έπειτα από αυτή την καθυστέρηση ο εχθρικός στρατός βρισκόταν σε πολύ δύσκολη θέση λόγω έλλειψης νερού και τροφών. Δεδομένου ότι ο τουρκικός στόλος δεν είχε αφιχθεί στον Αργολικό κόλπο, ο Δράμαλης δεν είχε άλλη διέξοδο και αποφάσισε να επιστρέψει στην Κόρινθο. Οι αναμενόμενες ενισχύσεις από Λάρισα ήταν αδύνατο να έλθουν, αφού τα στενά της Μεγαρίδας φυλάγονταν από τους Βιλιώτες και Περαχωρίτες, ενώ βορειότερα ο Οδυσσέας Ανδρούτσος ήταν έτοιμος να αποκόψει τον εφοδιασμό από Λαμία και Λάρισα. Προτού υποχωρήσει ο Δράμαλης, προσπάθησε μάταια να παραπλανήσει τους Έλληνες ότι δήθεν θα προχωρούσε προς Τρίπολη.


Ο Κολοκοτρώνης, αντιλαμβανόμενος τη δεινή θέση του εχθρού και παραμερίζοντας τις επιφυλάξεις του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και άλλων οπλαρχηγών, έβαλε σε εφαρμογή το σχέδιό του. Ο ίδιος θα καταλάμβανε τα Δερβενάκια, ενώ οι άλλοι οπλαρχηγοί θα έμεναν στις θέσεις τους σε περίπτωση που ο Δράμαλης συνέχιζε προς Τρίπολη. Ο Κολοκοτρώνης με 2.500 άνδρες κατευθύνθηκε στον Άγιο Γεώργιο Νεμέας (ΒΔ του στενού των Δερβενακίων), προκειμένου να αποκλείσει τις διαβάσεις. Τέσσερις δρόμοι οδηγούσαν προς Κόρινθο. Ο πρώτος, του Αγίου Γεωργίου, ομαλότερος αλλά μακρύτερος: μετά το Φίχτι έκλινε δυτι­κά προς Άγιο Γεώργιο, από κει προς πεδιάδα Κουρτέσας και Κόρινθο.


Ο δεύτερος, του Δερβενακίου ή «Αφεντικός»: βόρεια του χωριού Φίχτι άρχιζε το στενό του Δερβενακίου, περνούσε από τη ρεματιά ανάμεσα στις Χρυσοκουμαριές (δυτι­κά) και τον Ανεμόμυλο (ανατολικά) και μετά άρχιζε φαράγγι που κατέληγε στο Χάνι του Ανέστη έχοντας αριστερά το Αγριλόβουνο και δεξιά την Παναγόρραχη. Στο νότιο στόμιο της χαράδρας βρισκόταν το Παληόχανο. Ο «αφεντικός» αυτός δρόμος, λιθόστρωτος στα περισσότερα σημεία του, ήταν πολύ συνηθισμένος εκείνη την εποχή.


Ο τρίτος δρόμος, του Αγίου Σώστη (επίσης πολυσύχναστος): άρχιζε από το Χαρβάτι (Μυκήνες), περνούσε από την Παναγόρραχη και τη δυτική πλευρά του Τρίκορφου, συνέχιζε στη μονή Αγ. Σώστη και οδηγούσε στην Κουρτέσα. Ήταν μεν συντομότερος του Δερβενακίου, αλλά έφθανε σε μεγαλύτερο ύψος.


Ο τέταρτος και συντομότερος, του Αγιονορίου (αρχ. «Κοντοπορεία»): περνούσε από το Μπερμπάτι (Πρόσυμνα), διακλαδωνόταν στο Στεφάνι και από εκεί μέσω της κλεισούρας Αγιονορίου έφθανε στην Κλένια.


1


Ο Κολοκοτρώνης, αδυνατώντας να αποκλείσει τις διαβάσεις, κατέλαβε ο ίδιος με 800 άνδρες τις Χρυσοκουμαριές, ενώ έστειλε 700 άνδρες υπό τον Γεώργιο Δημητρακόπουλο στο Αργιλόβουνο, 700 υπό τον Αντώνη Κολοκοτρώνη κ.ά. στην Παναγόρραχη, 150 υπό τον παπα-Δημήτρη Χρυσοβιτσιώτη στο χωριό Ζαχαριά. Για να αποτρέψει τον εχθρό να στραφεί προς τον Αγ. Γεώρ­γιο, τοποθέτησε μεταξύ Αγ. Γεωργίου και Δερβενακίου ένα ψευδοστράτευμα με ζώα, κάπες και φέσια αγωνιστών, που από μακριά έμοιαζαν με ισχυρό συγκεντρωμένο στράτευμα. Παράλληλα ζήτησε από τους Πλαπούτα, Παπανίκα, Νικητα­ρά και τους Φλεσσαίους να έλθουν για ενίσχυση.


Το μεσημέρι της 26ης Ιουλίου η εμπροσθοφυλακή των Τούρκων έφθασε στη θέση Παληόχανο, αλλά ο Κολοκοτρώνης τους άφησε να προχω­ρούν ανυποψίαστοι μέχρι την άφιξη και του υπόλοιπου στρατού. Όταν πλέον το κύριο σώμα του εχθρού είχε εμφανιστεί, διατάχθηκε επίθεση, με αποτέλεσμα οι Τούρκοι να τραπούν προς τον Αγ. Σώστη.


5


Εκεί δεν είχε φθάσει ακόμη ο Νικηταράς και αρκετοί πεζοί και ιππείς πέρασαν στην Κουρτέσα. Οι υπόλοιποι καταδιώχθηκαν ανελέητα από τους άνδρες που βρίσκονταν στην Παναγόρραχη, το Αγριλόβουνο και τις Χρυσοκουμαριές. Ο Αντ. Κολοκοτρώνης τους εμπόδισε να στραφούν προς την Παναγόρραχη (απ’ όπου θα διασώζονταν προς την Κουρτέσα) και τους έστρεφε προς τη μονή Αγ. Σώστη, ελπίζοντας ότι εκεί τους περίμενε ο Νικηταράς. Παράλληλα ο Κολοκοτρώνης διέταξε τον Δημητρακόπουλο να αφήσει το Αγριλόβουνο και να ενισχύσει τον Αντώνη Κολοκοτρώνη. Όταν τελικά ο Νικηταράς έφθασε μαζί με τους άλλους οπλαρχηγούς στον Αγ. Σώστη, αποκλείστηκαν πλέον όλες οι γύρω οχυρές διαβάσεις και έτσι ελεγχόταν η ζεύξη των μονοπατιών μεταξύ Αγ. Σώστη και Δερβενακίου.


Την ελληνική επίθεση (που κράτησε και μετά τη δύση του Ηλίου) ακολούθησε πανικός και σύγχυση του εχθρού, που οδήγησε σε άτακτη φυγή. Σκηνές φρίκης εκτυλίχθηκαν. Η ρεματιά γέμισε στοιβαγμένους νεκρούς, τραυματίες και ζώα. «Ο βράχος, η λαγκαδιά έγινε ένα από τα κουφάρια», σημειώνει ο Νικηταράς. Η φονική αυτή μάχη είχε μεγάλες απώλειες για τους Τούρκους: περίπου 2.500 – 3.000 νεκρούς και τραυματίες και πάρα πολλά λάφυρα.


Ο Δράμαλης, μπροστά σ’ αυτή την πανωλεθρία, αναγκάστηκε να επιστρέψει και να στρατοπεδεύσει στη Γλυκειά (Τίρυνθα), προετοιμάζοντας την επιστροφή στην Κόρινθο. Ο Κολοκοτρώνης, σίγουρος για τις προθέσεις του εχθρού, συγκάλεσε πολεμικό συμβούλιο στο Δερβενάκι. Αποφασίστηκε η κατάληψη των στενών των Δερβενακίων και Αγιονορίου. Οι Πλαπούτας, Δεληγιάννης και Αντώνης Κολοκοτρώνης θα τοποθετούνταν μέσα στο στενό του Δερβενακίου και οι Νικηταράς, Δημ. Υψηλάντης και Παπαφλέσσας στο Αγιονόρι.


Ο Γιατράκος, επικεφαλής των στρατευμάτων Κεφαλαρίου, Μύλων και Άργους, στο Χαρβάτι μα­ζί με τους Τσώκρη, Σέκερη κ.ά. Οι οδηγίες ήταν να σπεύσουν όπου θα εμφανιζόταν ο εχθρός. Ο Κολοκοτρώνης έμεινε στο Αγριλόβουνο. Ενώ το σχέδιο ήταν καλό, δεν εφαρμόστηκε πλήρως. Το Χαρβάτι έμεινε αφύλακτο, γιατί ο μεν Γιατράκος καθυστέρησε στους Μύλους περιμένοντας την άδεια της σκιώδους κυβέρνησης για να εκτελέσει τη διαταγή του στρατηγού, οι δε στρατιώτες του Τσώκρη απείθησαν στρεφόμενοι στα τουρκικά λάφυρα της 26ης Ιουλίου.


6


Ο Δράμαλης αναχώρησε από τη Γλυκειά τα ξημερώματα της 28ης Ιουλίου, χωρίς όμως να ειδοποιηθούν έγκαιρα οι Κολοκοτρώνης και Πλαπούτας. Ο εχθρός μέσα από το αφρούρητο Χαρβάτι έφθασε στο Μπερμπάτι. Από εκεί υπάρχουν δυο δρόμοι προς Αγιονόρι: ο ένας κατ’ ευθείαν, όπου φύλαγαν οι Φλεσσαίοι και ο άλλος μέσα από το Στεφάνι, όπου βρισκόταν ο Νικηταράς. Ο Δράμαλης προτίμησε το δεύτερο. Ο Νικηταράς – αρχικά μόνος του – προσπάθησε να τον αντιμετωπίσει καταλαμβάνοντας επίκαιρες θέσεις στα υψώματα. Οι Τούρκοι δεν άργησαν να βρεθούν ανάμεσα στα δυο πυρά, του Νικηταρά και του Νικήτα Φλέσσα.


Αργότερα διατά­χθηκε ο Πλαπούτας να μεταβεί από το Δερβενάκι στην Κλένια, αλλά οι Τούρκοι είχαν πλέον βγει από το Αγιονόρι. Η καταδίωξη διήρκεσε έξι ώρες και συμμετείχαν χωρικοί, ακόμη και γυναίκες του Αγιονορίου, πετώντας βράχια από το βουνό. Τα πλούσια λάφυρα, που άφηναν πίσω τους οι Τούρ­κοι, ανέκοψαν την ορμή της καταδίωξης, στην οποία όμως επέμεινε με λίγους άνδρες ο Νικηταράς. Ο Δράμαλης μόλις διασώθηκε, έχοντας χάσει το ένα πέμπτο της αρχικής του δύναμης, πάρα πολλά πολεμοφόδια και μεταγωγικά μέσα.


Η συντριβή της στρατιάς του στα Δερβενάκια και στο Αγιονόρι έσωσε την Επανάσταση στην Πελοπόννησο και – όπως συνηθίζεται – έμεινε ως θρύλος στη λαϊκή μνήμη. Ο Κολοκοτρώνης, ως εμπνευστής της διπλής νίκης (στην οποία συνέβαλαν ο Νικηταράς και άλλοι οπλαρχηγοί), απέκτησε μεγάλο κύρος και αναδείχθηκε αρχηγός των στρατιωτικών δυνάμεων. Λίγο αργότερα του επιφυλάχτηκε από το λαό θερμή υποδοχή στην Τρίπολη, προκαλώντας το φθόνο των πολιτικών και αρχόντων, οι οποίοι ένιωθαν την «προ αμνημονεύτων ετών» εξουσία τους αποδυναμωμένη, ενώ ο Δράμαλης το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου πέθανε από τη λύπη του στην Κόρινθο.


Αννίτα Ν. Πρασσά


δρ Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας, προϊσταμένη


Γενικών Αρχείων Κράτους Ν. Μαγνησίας


Βιβλιογραφία

Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, Η καταστροφή του Δράμαλη, Τρίπολις, 1913.

Τάσος Αθ. Γριτσόπουλος, «Ιωάννου Φιλήμονος, Προκαταρκικαί αιτίαι της εισβολής των εχθρών εις Πελοπόννησον (1822)», Μνημοσύνη, τ. Θ΄ (1982-1984), σ. 3-56.

Απομνημονεύματα, Αθήναι (1957) τ. Β’. Ευάγγελος Ζαμάνος, Η εκστρατεία του Δράμαλη υπό το φως ιστορικοστρατιωτικής ερεύνης, Αθήναι 1964.

Νικόλαος Κασομούλης, Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833, εισαγ. – σημ.: Γ. Βλαχογιάννης, Αθήναι 1940, τ. Β’.

Θεόδ. Κολοκοτρώνης, Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής Φυλής, (φωτομ. επανέκδ.), εισαγ.-ευρετ. – επιμ.: Τ. Αθ. Γριτσόπουλος, Αθήναι 1981.

Νικ. Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, Αθήναι 1851, τ. Α’.

Σπυρ. Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1861, τ. Β’.

Αμβρόσιος Φραντζής, Επιτομή της Ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος, Αθήναι 1839, τ. Β’.

Φώτιος Χρυσανθακόπουλος (Φωτάκος), Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1899, τ. Α’.

Κριτική αποτίμηση των απομνημονευμάτων του Αγώνα, βλ. Τάσος Αθ. Γριτσόπουλος, «Ιστοριογραφία του Αγώνος», Μνημοσύνη, τ. Γ’ (1970-1971), σ. 33-253.

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Οι μεγάλες μάχες του 1821 », τεύχος 278, 24 Μαρτίου 2005.



ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΤΕΤΡΑΠΛΗΣ ΡΙΖΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΧΡΩΝΤΟΣ ΛΟΓΟΥ




ΚΑΘΕ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΕΧΕΙ ΤΗΝ ΕΠΑΡΚΗ ΑΙΤΙΑ ΤΟΥ

Η πραγματεία "Περί της τετραπλής ρίζας του αποχρώντος λόγου" αποτελεί στη βασική της μορφή τη διδακτορική διατριβή του Άρθουρ Σοπενχάουερ, την οποία επεξεργάστηκε ο ίδιος ο φιλόσοφος αργότερα. Όπως ομολογεί ο ίδιος, το έργο αυτό έγινε το υπόβαθρο όλου του φιλοσοφικού του συστήματος. Βασικό θέμα του έργου αποτελεί η λεγόμενη "αρχή του αποχρώντος (ή επαρκούς) λόγου", σύμφωνα με την οποία όλα τα πράγματα μέσα στον κόσμο έχουν κάποια επαρκή αιτία που δικαιολογεί την ύπαρξή τους με απολύτως κατανοητό τρόπο. 
συνέχεια εδώ

ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑ – Ο «ΚΟΜΑΝΤΑΝΤΕ» ΟΥΓΟ ΤΣΑΒΕΣ… Ο ΑΙΩΝΙΟΣ ΠΟΛΕΜΙΟΣ ΤΩΝ ΗΠΑ (ΒΙΝΤΕΟ)

28 Ιουλίου 1954 Έρχεται στη ζωή ο Ούγο Τσάβες, πολιτικός ηγέτης, που κυβέρνησε τη Βενεζουέλα από το 1998 έως το 2013.


Ο Ούγκο Τσάβες, ορθή προφορά: Ούγο Τσάβες, πλήρες όνομα Ούγο Ραφαέλ Τσάβες Φρίας (ισπανικά: Hugo Rafael Chávez Frías, ΔΦΑ: [ˈuɣo rafaˈel ˈtʃaβes ˈfɾi.as] 28 Ιουλίου 1954 – 5 Μαρτίου 2013) ήταν στρατιωτικός και πολιτικός, Πρόεδρος της Βενεζουέλας. Εξελέγη Πρόεδρος το 1998 και επανεξελέγη το 2006 και το 2012. Συνδυάζοντας την πολιτική ιδεολογία του «Μπολιβαριανισμού» (απελευθερωτικό κίνημα βασισμένο στις αρχές του Σιμόν Μπολίβαρ) σε συνδυασμό με αυτό που ο ίδιος αποκαλούσε «Σοσιαλισμό για τον 21ο αιώνα», ο Τσάβες επέβαλε νέο Σύνταγμα, περιφερειακά δημοκρατικά συμβούλια, την κρατικοποίηση σειράς στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων, και με τα έσοδά τους αύξησε τις κυβερνητικές δαπανών στους τομείς της υγείας και της εκπαίδευσης, ενώ μείωσε το ποσοστό του πληθυσμού που ζούσε κάτω από το όριο της φτώχιας. Απομάκρυνε επιτυχώς τη χώρα του από τη σφαίρα επιρροής των ΗΠΑ και συνεργάστηκε στενά με τις κυβερνήσεις της Κίνας, της Κούβας και της Ρωσίας. Ο Τσάβες καταφερε να διατήρησει την πολύ υψηλή δημοφιλία του χρηματοδοτώντας προγράμματα κρατικής πρόνοιας δια μέσου των εσόδων από την εκμετάλλευση των πετρελαϊκών κοιτασμάτων.


3


Γεννήθηκε στις 28 Ιουλίου 1954. Έλαβε στρατιωτική εκπαίδευση στους αλεξιπτωτιστές. Παντρεύτηκε 2 φορές και ήταν διαζευγμένος από τη Μαρισαμπέλ Ροδρίγκες. Είχε 4 παιδιά.


Το 1983 ίδρυσε το Μπολιβαριανό Επαναστατικό Κίνημα 200 (Movimiento Bolivariano Revolucionario 200, MBR-200). Στις 4 Φεβρουαρίου 1992, ο Τσάβες με το MBR-200 πραγματοποίησε απόπειρα πραξικοπήματος κατά του προέδρου Κάρλος Άντρες Πέρες. Η απόπειρα για την κατάληψη της εξουσίας απέτυχε, όπως και μια ακόμα προσπάθεια, το Νοέμβριο του 1992. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης απόπειρας, ο Τσάβες βρισκόταν ήδη στη φυλακή. Έπειτα από δύο χρόνια, του έδωσε αμνηστία ο Πρόεδρος Ραφαέλ Καλντέρα (Rafael Caldera). Αναδόμησε το MBR και το έκανε πολιτικό κομμα με το όνομα «Κίνημα για την Πέμπτη Δημοκρατία» (MVR).


Ο Τσάβες εξελέγη Πρόεδρος στις εκλογές της 6 Δεκεμβρίου 1998 με τη μεγαλύτερη συμμετοχή των τελευταίων 4 δεκαετιών, της τάξεως του 56,2%. Ο Τσάβες εφάρμοσε το πολιτικό του πρόγραμμα που περιλάμβανε αναδιανομή της γης, προγράμματα στέγασης, μόρφωσης, περίθαλψης και παιδείας για τους φτωχούς. Στις 2 Φεβρουαρίου 1999, ορκίστηκε Πρόεδρος και διά δημοψηφίσματος δημιούργησε Συντακτική Εθνοσυνέλευση. Ακολούθησε η νίκη του στις βουλευτικές εκλογές, με το κόμμα του να καταλαμβάνει τις 120 επί συνόλου 131 εδρών. Στα επόμενα χρόνια, η χώρα μετονομάστηκε σε «Μπολιβαριανή Δημοκρατία της Βενεζουέλας», για να τιμηθεί ο ήρωας της ανεξαρτησίας, Σιμόν Μπολιβάρ. Η θητεία του προέδρου καθιερώθηκε σε 6 χρόνια και επετράπη η δεύτερη θητεία των Προέδρων. Ο Τσάβες, βάσει του νέου Συντάγματος, ξαναεκλέχθηκε πρόεδρος και ορκίστηκε στις 10 Ιανουαρίου του 2001.


2


Στις 9 Απριλίου 2002, τα συνδικάτα κήρυξαν απεργία. Στις 11 Απριλίου, στη διάρκεια διαδηλώσεων κατά της απόλυσης του προέδρου μεγάλης εταιρείας πετρελαίου, ξέσπασε βία, με 17 νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες. Γιατροί ανέφεραν ότι πολλά από τα θύματα είχαν πυροβοληθεί από ελεύθερους σκοπευτές. Οι υποστηρικτές του Τσάβες προκάλεσαν αντιπραξικόπημα και τη νύχτα του Σαββάτου, στις 13 Απριλίου 2002 ο Τσάβες επέστρεψε στην ηγεσία.


Τον Δεκέμβριο του 2002, η κυβέρνηση Τσάβες αντιμετώπισε την απεργία των συνδικάτων, η οποία κράτησε 2 μήνες. Τον Αύγουστο του 2003, η Αντιπολίτευση ξεκίνησε τη διαδικασία για την καθαίρεση του Τσάβες. Το αρμόδιο Συμβούλιο απέρριψε την πρόταση και η ψηφοφορία έγινε στις 15 Αυγούστου 2004. Το 59,25% ήταν κατά της ανατροπής της απόφασης για καθαίρεση του Προέδρου.Τον Μάιο του 2004, συνελήφθησαν 126 Κολομβιανοί, προσκείμενοι στον Ρομπέρτο Αλόνσο (Roberto Alonso), που θεωρείται αρχιτέκτονας του πραξικοπήματος του 2002. Οι συλληφθέντες κατηγορήθηκαν ως παραστρατιωτικοί. Οι σχέσεις της χώρας του με την Κούβα αναθερμάνθηκαν με την υπογραφή της Πρωτοβουλίας Μπολίβαρ για την Αμερική το Μάιο του 2005, από τους Τσάβες και Κάστρο. Αντίθετα, με τις ΗΠΑ ο Τσάβες ήταν έντονα επικριτικός στην εξωτερική τους πολιτική και κατηγόρησε την Αμερική ότι επιθυμεί τη δολοφονία του.


Στις προεδρικές εκλογές της 3 Δεκεμβρίου 2006 ο Τσάβες επανεξελέγη από τον πρώτο γύρο για έξι ακόμα χρόνια και ο αντίπαλός του, κυβερνήτης της πετρελαιοπαραγωγού επαρχίας Σούλια, παραδέχτηκε αμέσως την ήττα του. Ο Τσάβες συγκέντρωσε περί το 63% των ψήφων. Οι διεθνείς παρατηρητές επιβεβαίωσαν ότι δεν υπήρξε ζήτημα νοθείας.


Η επανεκλογή του για τρίτη φορά ερμηνεύεται από τον Τσάβες ως ψήφος υπέρ του σοσιαλιστικού του σχεδίου. «Οι Βενεζουελάνοι δεν ψήφισαν εμένα, ψήφισαν για ένα σοσιαλιστικό σχέδιο». Τη βραδιά της επανεκλογής του φώναζε στους χιλιάδες οπαδούς του που είχαν συγκεντρωθεί έξω από το προεδρικό μέγαρο Μιραφλόρες: «Ζήτω η σοσιαλιστική επανάσταση! Το πεπρωμένο έχει γραφτεί». «Μια νέα εποχή ξεκίνησε», συνέχιζε, «Δείξαμε ότι η Βενεζουέλα είναι κόκκινη! …Κανείς δεν πρέπει να φοβάται το σοσιαλισμό …Ο σοσιαλισμός είναι ανθρώπινος. Ο σοσιαλισμός είναι αγάπη. …Κάτω ο ιμπεριαλισμός! Χρειαζόμαστε ένα καινούργιο κόσμο!» Εξαπέλυσε, επίσης, νέα επίθεση στον Τζορτζ Μπους. Ο Τσάβες είχε εξαγγείλει προεκλογικά την επιτάχυνση της αγροτικής μεταρρύθμισης με τη διανομή σε ακτήμονες μεγάλων γεωργικών «τσιφλικιών» και την ενίσχυση του κρατικού ελέγχου στο πετρελαϊκό μονοπώλιο της χώρας.


4


Στις 10 Ιανουαρίου 2007 ο Τσάβες ορκίστηκε για μια ακόμα θητεία. Στις 2 Νοεμβρίου του 2007 η Εθνοσυνέλευση με 160 ψήφους υπέρ και 7 κατά ενέκρινε τις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις που είχε προτείνει η κυβέρνηση του Τσάβες.


Το 2009 το Κοινοβούλιο ενέκρινε τροπολογία του Συντάγματος με βάση την οποία καταργούνται οι περιορισμοί στην ανανέωση της θητείας προσώπων που εκλέγονται σε διάφορα αξιώματα απευθείας από το λαό, συμπεριλαμβανομένου του προέδρου.[4] Συνακόλουθα, προκηρύχθηκε η διεξαγωγή δημοψηφίσματος για το Φεβρουάριο της ίδιας χρονιάς, ώστε ο Τσάβες να διεκδικήσει και τέταρτη συνεχόμενη προεδρική θητεία, το 2012.


Στις 11 Φεβρουαρίου του 2009 σε τηλεοπτική του συνέντευξη, ο Τσάβες ανακοίνωσε ότι αποτράπηκε απόπειρα πραξικοπήματος. Σύμφωνα με ανακοίνωση, συνελήφθησαν εν ενεργεία στρατιωτικοί, που βρίσκονταν σε επαφές με στρατιωτικό στις ΗΠΑ. Διαβεβαίωσε επίσης ότι η κατάσταση τέθηκε υπό έλεγχο.[5]


Στο δημοψήφισμα, που διεξήχθη στις 15 Φεβρουαρίου του 2009, το 54% των ψηφοφόρων ψήφισε υπέρ της κατάργησης του Συνταγματικού Αρθρου το οποίο περιόριζε στις τρεις θητείες την παραμονή του ίδιου προσώπου στο ανώτατο αξίωμα της χώρας.[6] Αυτό σημαίνει ότι ο Τσάβες μπορεί πλέον να διεκδικήσει και τέταρτη προεδρική θητεία. Στις βουλευτικές εκλογές που διενεργήθηκαν το 2010, το κυβερνών Σοσιαλιστικό Κόμμα του προέδρου Τσάβες κέρδισε 94 έδρες.


Στις προεδρικές εκλογές στις 7 Οκτωβρίου 2012 νίκησε τον αντίπαλό του, εξασφαλίζοντας και νέα προεδρική θητεία.

Το 2011 ο Τσάβες ασθένησε σοβαρά από καρκίνο. Μετά από σθεναρή μάχη, απεβίωσε τελικά στις 5 Μαρτίου 2013.

wikipedia



ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ… ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΔΟΥΛΟΙ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΩΝ, ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΔΟΥΛΟΙ…

28 Ιουλίου 1941 Στη ρηματική ανακοίνωση του πληρεξουσίου του Γ” Ράιχ στην Ελλάδα προς την κυβέρνηση των Αθηνών αναφέρονται, μεταξύ άλλων, και τα παρακάτω: «Η Τράπεζα της Ελλάδος δέον όπως ρυθμίζει κατά τοιούτον τρόπον την επάρκειαν του χαρτονομίσματος εις δραχμάς, ώστε να εξασφαλίζει μηνιαίως διά τας ανάγκας του γερμανικού στρατού ποσόν μέχρις 25 εκατομμυρίων μάρκων».


Α. Το Δάνειο


Το Βερολίνο προκειμένου να αντιμετωπίσει τους στρατιωτικούς και στρατηγικούς του στόχους στην ευρύτερη ελληνική περιοχή, Λιβύη-Μ.Ανατολή-Βαλκάνια, είχε υποχρεώσει την Ελλάδα να κεφαλαιοδοτεί και να συντηρεί τα στρατεύματα που στάθμευαν σ’αυτήν και είχαν πεδίο δράσης την ευρύτερη περιοχή της.


Αυτά ήταν υπερπολλαπλάσια από εκείνα των στρατευμάτων κατοχής. Επιπλέον η Ελλάδα ανεφοδίαζε με τρόφιμα το μέτωπο της Λιβύης. Στόχος των στρατευμάτων αυτών ήταν τα πετρέλαια της Λιβύης-Μ. Ανατολής και η ενίσχυση της άμυνας των Βαλκανίων. Από τα τελευταία εξασφάλιζε στην πολεμική του βιομηχανία το 20% του αντιμονίου, το 50% των ορυκτελαίων, το 60% του βωξίτη και το 100% του νικελίου. Την ίδια στιγμή για τους συμμάχους η μοναδική πύλη των Βαλκανίων ήταν και παρέμενε η Ελλάδα. Λόγω αυτών, η γερμανική απαίτηση για υψηλή κεφαλαιοδότηση από την Ελλάδα ήταν ανελαστική και είχε προκαλέσει τις έντονες αντιδράσεις ακόμα και της κατοχικής κυβέρνησης Τσολάκογλου που απειλούσε με παραίτηση.Παράλληλα ο Μουσολίνι όπως και ο Γερμανός πληρεξούσιος για την Ελλάδα, Γκύντερ Αλτενμπουργκ πίεζαν το Βερολίνο να μειώσει τα έξοδα κατοχής για την Ελλάδα.


Το πρόβλημα των μοναδικά υπέρογκων δαπανών κατοχής συνόδευε η «παντός αγαθού» λεηλασία του τόπου, φυσικό επακόλουθο της οποίας ήταν ο λιμός. Ο Αλτενμπουργκ από τις πρώτες ημέρες προειδοποιούσε το Βερολίνο για τον επερχόμενο υποσιτισμό. Παράλληλα ο εκπρόσωπος του Βατικανού, νούτσιος Α. Ρονκάλι, ο μετέπειτα πάπας Ιωάνης ΚΓ’, μετά από έρευνες του, διαπίστωνε τριπλασιασμό των θανάτων σε Αθήνα-Πειραιά λόγω λιμού τον χειμώνα 1941-42 και ο Γκαίμπελς σημείωνε στο ημερολόγιό του, «… η πείνα (στην Ελλάδα) έχει καταστεί ενδημική νόσος. Στους δρόμους της Αθήνας οι άνθρωποι πεθαίνουν κατά χιλιάδες από εξάντληση».


Το πρόβλημα του λιμού καθιστούσε οξύτερο το Λονδίνο που είχε κηρύξει την Ελλάδα σε επισιτιστική καραντίνα για να εξωθήσει τον ελληνικό πληθυσμό προς την αντίσταση. Η πείνα, η ανομία και τα φιλοαγγλικά αισθήματα γίνονταν τόσο απειλητικά που οι Γερμανοί δεν μπορούσαν να τα αγνοήσουν. Ο υποσιτισμός τους απασχολούσε γιατί υποκινούσε λαϊκές αντιδράσεις και την αντίσταση. Έτσι οι Δυνάμεις Κατοχής οδηγήθηκαν σε μια αδήριτη πραγματικότητα δύο ανελαστικών και αντικρουομένων απαιτήσεων. Από τη μια η κεφαλαιοδότηση από την Ελλάδα τον στρατιωτικών επιχειρήσεων του άξονα στην ευρύτερη περιοχή της και από την άλλη η πείνα που οδηγούσε στην εξέγερση και στην αντίσταση. Για την αντιμετώπιση του προβλήματος οι Δυνάμεις Κατοχής, τον Οκτώβριο του 1941, θα στείλουν στην Ελλάδα οικονομικούς τεχνοκράτες, δίχως όμως κάποιο αποτέλεσμα. Στη συνέχεια το πρόβλημα θα απασχολήσει και θα λάβει οξύτατη μορφή στην ιταλογερμανική Δημοσιονομική Συνδιάσκεψη εμπειρογνωμόνων, από Ιανουάριο μέχρι Μάρτιο του 1942 στη Ρώμη. Η γερμανική επιμονή για υψηλή κεφαλαιοδότηση από την Ελλάδα οδηγούσε σε αδιέξοδο τη Διάσκεψη. Τότε ο Ιταλός τραπεζίτης και οικονομικός πληρεξούσιος της Ιταλίας στην Ελλάδα, Ντ’Αγκοστίνι, θα προτείνει τη λύση του δανείου. Δηλαδή οι πέρα από τις δαπάνες κατοχής αναλήψεις να χρεώνονται από την Ελλάδα ως δάνειο προς την Γερμανία και την Ιταλία.


Β. ΤΟ ΔΑΝΕΙΟ


Η σχετική δανειακή συμφωνία θα υπογραφεί στις 14.3.1942 από τους πληρεξούσιους της Γερμανίας και της Ιταλίας στην Ελλάδα, αντίστοιχα Άλτενμπουργκ και Γκίτζι. Η Ελλάδα δεν είχε προσκληθεί και δεν ήταν παρούσα. Στην Ελλάδα την ανακοίνωσε μετά από εννιά μέρες ο Άλτενμπουργκ με την ρηματική διακοίνωση 160/23.3.1942 και ο Γκίτζι με το σημείωμά του Νο4/6406/461/23. 3.1942.


Σύμφωνα μ’αυτήν:


• Η ελληνική κυβέρνηση υποχρεούται κατά μήνα να καταβάλλει έξοδα κατοχής 1,5 δισ. δρχ. (άρθρο 2).

• Οι αναλήψεις από την Τράπεζα της Ελλάδος (στο εξής ΤΕ), άνω του ποσού αυτού θα χρεώνονται στις κυβερνήσεις της Γερμανίας και της Ιταλίας ως άτοκο, σε δραχμές δάνειο της Ελλάδας προς αυτές (άρθρο 3).

• Η επιστροφή του δανείου θα γινόταν αργότερα (αρθ. 4).

• Η συμφωνία είχε αναδρομική ισχύ από 1.1.1942 (άρθρ. 5).

Η δανειακή σύμβαση αποτελούσε μια συμφωνία μεταξύ Γερμανίας και Ιταλίας που επιβαλλόταν στην Ελλάδα υποχρεωτικά εκτελεστή (αναγκαστική). Οι δανειακές αναλήψεις θα είχαν την μορφή μηνιαίων προκαταβολών, το ύψος και η διάρκεια των οποίων δεν προσδιοριζόταν. Επίσης δεν προσδιοριζόταν πότε θα άρχιζε η εξόφληση του, ενώ προσδιοριζόταν ότι ήταν άτοκο και σε δραχμές.


Με το εμπιστευτικό έγγραφο 409/2.4.1942 ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών έδινε εντολή στην ΤΕ να συμμορφωθεί με τη ρηματική διακοίνωση του Αλτενμπουργκ και να αρχίσει να καταβάλει τις δανειακές προκαταβολές. Την αρχική αυτή αναγκαστική σύμβαση ακολούθησαν τρεις τροποποιήσεις με κοινή βούληση των συμβαλλομένων. Αυτές μετατρέπουν την αρχική αναγκαστική σύμβαση σε συμβατική.


Δηλαδή το δάνειο παύει να είναι αναγκαστικό και μεταπίπτει σε κοινό συμβατικό δάνειο. Με την πρώτη τροποποίηση (2.12.1942) ορίζεται ότι τα δανειακά ποσά είναι αναπροσαρμοζόμενα και θα αρχίσουν να επιστρέφονται από τον Απρίλιο του 1943 (άρθρο β, παράγραφοι 2 και 3). Μάλιστα κατέβαλαν και δύο εξοφλητικές δόσεις του δανείου και στη συνέχεια σταμάτησαν την επιστροφή του, οπότε μεταπίπτει σε έντοκο λόγω υπερημερίας. Δηλαδή το δάνειο είχε μετατραπεί σε σταθερού νομίσματος και έντοκο.


Το ύψος του δανείου κατά την ΤΕ ανέρχεται (δίχως τους τόκους) σε 227.940.201 εκ. δολ. το 1944 και κατά τον Αλτενμπουργκ 400 εκ. μετακατοχικά μάρκα. Με τις αναπροσαρμογές και τους τόκους ανέρχεται σε κάποιες δεκάδες δισ. ευρώ. Επομένως το κατοχικό δάνειο είναι συμβατικό και όχι αναγκαστικό, σταθερού νομίσματος και από τον Απρίλιο του 1943 έντοκο. Αποτελεί συμβατική υποχρέωση της Γερμανίας έναντι της Ελλάδας και όχι επανορθωτική. Ως τέτοια δεν εντάσσεται στη συμφωνία του Λονδίνου 1953 που αναστέλει την καταβολή των επανορθώσεων και αποζημιώσεων.


Γ. Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΟΥ ΔΑΝΕΙΟΥ


Η Ελλάδα στη διάσκεψη των επανορθώσεων του 1945, στη διάσκεψη των Παρισίων το 1946 και στη διάσκεψη των ΥΠΕΞ των τεσσάρων Μ.Δ. το Νοέμβριο του 1947, διαχώρισε το κατοχικό δάνειο από τις επανορθώσεις και ζητούσε την επιστροφή του. Η Ελλάδα ουδέποτε έπαψε να διεκδικεί το κατοχικό δάνειο.

• Το 1964 με τον Αγγελόπουλο, ως εκπρόσωπο της ελληνικής κυβέρνησης.

• Το 1965 με τον Α. Παπανδρέου.

• Στις ελληνογερμανικές συνομιλίες στην Αθήνα το 1966. Τότε η Γερμανία πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι του δανείου είχε παραιτηθεί εγγράφως ο Κ. Καραμανλής. Στη συνέχεια το μετέτρεψε σε προφορική παραίτηση Καραμανλή, πράγμα που διέψευσε ο Κ. Καραμανλής. Τέλος με τη ρηματική της διακοίνωση στις 31.3.1967, η Γερμανία δεχόταν ότι δεν υπήρξε παραίτηση Καραμανλή.

• Το 1974 το ανακίνησε ο Ζολώτας.

• Στις 18.4.1991 το έθεσε ανεπίσημα και προφορικά ο τότε ΥΠΕΞ Α. Σαμαράς στο Γερμανό ομόλογό του

• Στις 14.11.1995 το έθεσε η Ελλάδα με ρηματική διακοίνωση.


Η Γερμανία σταθερά το απορρίπτει, με τα επιχειρήματα:


• Το δάνειο εντάσσεται στη συμφωνία του Λονδίνου.

• Από το δάνειο παραιτήθηκε ο Κ. Καραμανλής. Το επανέλαβε και μετά το 1990 παρά τη ρηματική διακοίνωση του Μαρτίου 1967.

• Ύστερα από 50 χρόνια δεν μπορεί να εγείρονται τέτοιες απαιτήσεις. (Η Ελλάδα το διεκδικεί από το 1945).


Το μόνο που δηλώνουν αυτά τα επιχειρήματα είναι έλλειψη επιχειρημάτων. Μετά την ενοποίηση της Γερμανίας το 1990 έχει εκλείψει και το τυπικό επιχείρημα που θα μπορούσε να προβληθεί, εκείνο του χωρισμού της Γερμανίας. Επομένως είναι άμεσα διεκδικήσιμο και πολιτικά και συμβατικά (νομικά). Μπορεί να το διεκδικήσει η ελληνική κυβέρνηση, η Τράπεζα της Ελλάδος ή οποιοσδήποτε μέτοχος της (πάνω ενός ορίου μετοχών), όπως και ο ελληνικός λαός μέσω των συντεταγμένων πολιτειακών θεσμών του.


Τέλος την ελληνική διεκδίκηση ενισχύει το προηγούμενο της Γιουγκοσλαβίας και της Πολωνίας στις οποίες η ναζιστική Γερμανία είχε επιβάλλει παρόμοια κατοχικά δάνεια και τα οποία μετακατοχικά η τότε Δ.Γερμανία επέστρεψε (αντίστοιχα το 1956 και 1971). Η σημερινή Γερμανία δεν πρέπει να ξεχνά ότι δανείσθηκε από το ελληνικό κράτος κατά παράβαση του άρθρου 49 της σύμβασης της Χάγης του 1909 και το οποίο ισχύει και σήμερα. Δανείσθηκε από ένα κράτος που η ίδια η ναζιστική Γερμανία είχε χαρακτηρίσει ακατάλυτο και ότι οι ναζί όχι μόνο δεν αμφισβήτησαν ουδέποτε το δάνειο αλλά και άρχισαν την αποπληρωμή του, ενώ και ο καγκελάριος Ερχαρντ, το 1964, είχε δεσμευθεί για την επιστροφή του μετά την επανένωση της Γερμανίας.


Η Γερμανία δεν πρέπει να ξεχνά ότι η γερμανική κατοχή είναι υπόλογος για το οικονομικό ελληνικό ολοκαύτωμα της περιόδου 1940-44. Ενδεικτικά και μόνο είναι υπόλογος για το ότι στην Ελλάδα ο πληθωρισμός αυξήθηκε 15,3 εκατομμύρια φορές και ότι μόνο την Ελλάδα υποχρέωσε η τότε Γερμανία να της καταβάλει πολεμικές αποζημιώσεις.


Αυτό το ολοκαύτωμα το αναγνώρισαν οι Ιταλοί: «Η Ελλάδα είναι στημένη σαν λεμόνι», έλεγε ο Γκίτζι.

Αποκορύφωμα ο Μουσολίνι, που έλεγε ότι «… οι Γερμανοί άρπαξαν από τους Έλληνες ακόμα και τα κορδόνια των παπουτσιών τους…».

Αλλά και ο Γερμανός Υπ. Οικονομίας, Φουνκ, τον Ιούνιο του 1943 έγραφε σε άρθρο του ότι, «η Ελλάς δοκίμασε τα δεινά του πολέμου, όπως ίσως καμία άλλη χώρα της Ευρώπης».


Για την επανόρθωση η Ελλάδα θα χρειαζόταν 33 φορές το εθνικό εισόδημα του 1946. Αυτό μετακατοχικά η Ελλάδα θα το αναζητούσε στον εξωτερικό δανεισμό. Από την άλλη πλευρά αυτή που αμφισβητεί και αρνείται την επιστροφή του κατοχικού δανείου είναι η μετά το 1990 ενωμένη και δημοκρατική Γερμανία. Αυτή όμως η συμπεριφορά, εκτός των άλλων, πλήττει βάναυσα τα μετακατοχικά φιλογερμανικά αισθήματα, όπως τα χαρακτήρισε ο καγκελάριος Κολ, του ελληνικού λαού και γι” αυτό ακέραια την ευθύνη φέρει η γερμανική κυβέρνηση.


Του Τάσου Μηνά Ηλιαδάκη*

Πηγές:

1. National Archires, Waschington, DC: Τ. 120/2481/Ε259713-715, «Promemoria», 23.9.1942 και Τ-120/166/81370- 5,Altenburg-Berlin, 4.9.42).

2. Σωτ. Γκοτζαμάνης, κατοχικό δάνειο και δαπάναι κατοχής, Θεσ/κη 1954, σ. 5 Γ. Τσολάκογλου, Απομνημονεύματα, Αθήνα 1950, σ. 210, 212, 215, 218, 219, 234. Κ. Λογοθετόπουλος, Ιδού η αλήθεια, Αθήνα 1948, σ. 49.

3. National Archives, ο.π.

4. Τ. Ηλιαδάκης, Οι επανορθώσεις και το γερματικό κατοχικό δάνειο, εκδ. Δετοράκη, Αθήνα 1997, σ. 83-101.

5. Ηλιαδάκης, σ. 111 Heinz Richter, Δύο επαναστάσεις και αντεπαναστάσεις στην Ελλάδα, Εξάντας Αθήνα, 1975 σ. 155, 157.

6. Ηλιαδάκης ο.π.

7. Χ. Φλάισερ, Στέμμα και Σβάστικα, Παπαζήσης, Αθήνα (χ.χ.), Τ1, σ. 194.

8. W. Medlicott, The economic Blockade, Λονδίνο, 1959, Τ2, σ. 254. Η. Βενέζης, Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, Εστία, Αθήνα, 1981, σ. 113.

9. Richter, Τ. σ. 155 σημείωση, 255, 257.

10. Γκοτζαμάνης, σ. 2 Τσολάκογλου, σ. 208-210.

11. Αρχεία ΥΠΕΞ, έκθεση Λαμπρούκου, σ. 9-11. Λογοθετόπουλος, σ. 48, Τσολάκογλου, σ. 211, Γκοτζαμάνης, σ. 3, 23, 24, 31. Α. Αγγελόπουλος, Οικονομικά Τ.Α., Παπαζήσης, Αθήνα 1974, σ. 142, 167, 179, 190, 191.

12. Τη δανειακή σύμβαση βλέπε• Ηλιαδάκης, σ. 297.

13. Αρχεία ΤΕ, φάκελος κατοχικού δανείου, σημείωμα Ι. Πασσιά και το έγγραφο 409/2.4.1942.

14. Αρχεία ΤΕ, φάκελος κατοχικού δανείου, σημείωμα Ι. Πασσιά, σ. 4.

15. Β. Μαθιόπουλος, «400 εκ. μάρκα μας χρωστά η Βόνη», Βήμα, 2.6.1991.

16. Ηλιαδάκης, σ. 158, 164, 171.

17. Ηλιαδάκης, σ. 200, 202, 203-205 Αγγελόπουλος, Οικονομικά, Τ. σ. 201-205, 209. Βήμα 18.10.1966, σ. 7 έκθεση Α. Παπανδρέου και επιστολή Κάιζερ, σ.9, Πρακτικά Βουλής 28.5.1991 αγόρευση Α. Παπανδρέου.

18. Ηλιαδάκης, σ. 212-213.

19. Mark Mazower, Στην Ελλάδα του Χίτλερ, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1994, σ. 93.

20. G. Ciano, tagebucher 1939-1943 Βern 1946, σ. 353.

21. Γερμανοελληνικά Οικονομικά Νέα, Ιούνιος 1943, σ. 2.


* Ο Τάσος Μ. Ηλιαδάκης είναι Μαθηματικός, Πολιτειολόγος, Δρ. Κοινωνιολογίας, καθηγητής Σχολής Εθνικής Ασφάλειας. Μέλος της Ελληνικής Επιτροπής στη διεθνή Συνδιάσκεψη για το χρυσό των Ναζί στο Λονδίνο το 1997, εισηγητής στην ελληνογερμανική διάσκεψη Δελφών το 1996 και στην Πανελλήνια Συνδιάσκεψη Αλεξανδρούπολης το 2005 για το Δημόσιο Χρέος.



Αρτεμίσιο 480 π.Χ. 3 ναυμαχίες σε 2 μέρες

Οι μάχες στο πέρασμα των Θερμοπυλών και οι η θυσία των Σπαρτιατών επισκιάζει τις εξίσου σημαντικές επιχειρήσεις που διεξάγονταν παράλληλα με τον αγώνα στην ξηρά. Όπως έξοχα υποδεικνύει ο Πλούταρχος η πεποίθηση των Ελλήνων για την ανωτερότητά τους έναντι των Περσών στη θάλασσα χτίστηκε από τις συγκρούσεις στα βόρεια της Εύβοιας


Ο Ξέρξης είχε συγκεντρώσει ένα στόλο από χίλια διακόσια επτά πλοία και είχε θέσει επικεφαλής τον αδελφό του Αριαβίγνη. Σύγχρονοι ιστορικοί θεωρούν ότι σε αυτό τον αριθμό είχαν υπολογιστεί τα μεταγωγικά,οι ημιολίες καθώς και κάθε βοηθητικό σκάφος. Στο στόλο υπηρετούσαν οι παράλιοι υποτελείς του Πέρση βασιλιά. Οι Λύκιοι, οι Κίλικες, οι Κάρες, και οι Φοίνικες. Οι Ιωνες και οι Κύπριοι ναυτολογήθηκαν καταναγκαστικά και οι Πέρσες είχαν επιβιβάσει στα πλοία τους αγήματα αποτελούμενα από Πέρσες και Σάκες για να εκτελούν υπηρεσία πεζοναυτών και να επιτηρούν τα πληρώματα. Αν και Φοίνικες της Κύπρου θεωρούνται αξιόπιστοι, οι Ιωνες που είχαν επαναστατήσει πριν είκοσι χρόνια αντιμετωπίζονταν από τους Πέρσες με καχυποψία.


Ο στόλος περιέπλεε τις ακτές παράλληλα με την πορεία του στρατού και εξασφάλιζε την επικοινωνία με την Ασία αλλά και την τροφοδοσία από τα σημείο ανεφοδιασμού των μετόπισθεν. Πολλοί μελετητές υποστηρίζουν ότι ένας ακόμη λόγος ήταν η επιθυμία του Πέρση βασιλιά να εποπτεύει τα πιο «ατίθασα στοιχεία» των δυνάμεων του. Μια πιο κυνική άποψη θέλει τους αξιόπιστους Φοίνικες να αποτελούν τη μέθοδο «έκτακτης ανάγκης» για τη διαφυγή του Ξέρξη στην περίπτωση που κάτι δεν πήγαινε καλά. Αν και η πορεία του στρατού και του στόλου ήταν παράλληλη όταν ξεκίνησαν από το Θερμαϊκό κόλπο χωρίστηκαν καθώς ο στρατός μπήκε στη Θεσσαλική ενδοχώρα.


2

Πεζοναύτες στο αγκυροβόλιο του Αρτεμισίου δια χειρός Κώστα Νικέλλη


Ο στόλος παρέπλεε τη θεσσαλική ακτή με μεγάλο κόπο. Ένας λόγος ήταν η άγνοια των Ασιατών πλοηγών για τα νερά και τους υφάλους. Άλλος λόγος ήταν οι προστριβές των Περσών αγηματαρχών που δεν εμπιστεύονταν τους Ίωνες πλοιάρχους με αποτέλεσμα καθυστερήσεις και ατυχήματα. Στα ανοιχτά του Πηλίου οι βόρειοι άνεμοι και η έλλειψη ασφαλών αγκυροβολίων έκαναν πολλά πλοία να ναυαγήσουν . Πολλά ακόμη έπαθαν σοβαρές αβαρίες και πολλές μοίρες διασκορπίστηκαν. Ο περσικός στόλος έφτασε στο όρμο των Αφετών στο Παγασητικό με καθυστέρηση τεσσάρων ημερών. Πολλοί ιστορικοί πιστεύουν ότι αυτός ήταν και ο πραγματικός λόγος της τετραήμερης καθυστέρησης του Ξέρξη να επιτεθεί στη φρουρά των Θερμοπυλών.


Επικεφαλής του Ελληνικού στόλου ήταν ο Σπαρτιάτης Ευρυβιάδας. Είχε πολλή από την χαρακτηριστική υπεροψία των Λακεδαιμόνιων και παραλίγο να διαλύσει το στόλο με την απρόσεχτη συμπεριφορά του. Ευτυχώς για τους Ελληνες, ο Αθηναίος ναύαρχος Θεμιστοκλής κατάφερε να τον χειριστεί έξυπνα και να κρατήσει το στόλο ενωμένο. ΟΘεμιστοκλής είχε καταφέρει μετά τη μάχη το Μαραθώνα να πείσει τους συμπολίτες του να χρησιμοποιήσουν τα έσοδα των μεταλλείων του Λαυρίου για να ναυπηγήσουν στόλο από τριήρεις. Πέτυχε αυτό το σκοπό εξορίζοντας τον πολιτικό του αντίπαλο Αριστείδη και λέγοντας ότι τα πλοία χρειάζονταν για να αποσπαστεί η κυριαρχία του Σαρωνικού κόλπου από τους Αιγινήτες. Η ανάγκη του στόλου για κωπηλάτες και η ναυτική υπηρεσία, που δεν απαιτούσε τα υπέρογκα έξοδα προμήθειας του εξοπλισμού ενός οπλίτη, επέτρεψαν την παροχή πολιτικών δικαιωμάτων στους θήτες. Έτσι θεμελιώθηκε η πολιτική άνοδος των κατωτέρων κοινωνικών στρωμάτων της Αθηναϊκής κοινωνίας.


Μετά το συνέδριο της Κορίνθου ο Θεμιστοκλής είχε στείλει στα βόρεια της Εύβοιας το φίλο του Αβρώνυχο, γιο του Λυσικλή. Αυτός ο ικανός άνδρας οργάνωσε δίκτυο πληροφοριών χρησιμοποιώντας φρυκτωρίες και ταχύπλοα σκάφη. Έτσι οι Ελληνες είχαν καλύτερη πληροφόρηση για τις προθέσεις των Περσών αλλά και για τις κινήσεις του στόλου τους. Η πρώτη επαφή με τον Περσικό στόλο ήταν ατυχής.


Τρία Ελληνικά πλοία που εκτελούσαν αποστολή αναγνώρισης έξω από τη Σκιάθο ήρθα πρώτα σε επαφή με τους Πέρσες. Ένα Αθηναϊκό για να γλυτώσει την καταδίωξη εξώκοιλε στην ακτή και το πλήρωμά του διέφυγε μέσω Θεσσαλίας. Τα άλλα δύο περικυκλώθηκαν από το ασιατικά πλοία και υπέκυψαν μετά από σύγκρουση. Πρώτο υπέκυψε ένα πλοίο που ήταν από την Τροιζήνα. Οι βάρβαροι αφού συνέλαβαν το πλήρωμα έσφαξαν πάνω στην πλώρη ένα ωραίο αιχμάλωτο νέο που λεγόταν Λέων, για να έχουν την εύνοια των θεών τους . Στο πλοίο όμως, του Ασωνίδη από την Αίγινα ένας πεζοναύτης που λεγόταν Πυθέας πολέμησε άγρια και μόνο όταν έπεσε λιπόθυμος από την αιμορραγία κατάφεραν ν α τον συλλάβουν. Οι Πέρσες, που εκτίμησαν την ανδρεία του, περιποιήθηκαν τις πληγές του και τον μετέφεραν σε δικό τους γιατρό αλλά, μεταχειρίστηκαν το υπόλοιπο πλήρωμα σαν κοινούς δούλους.


Όταν οι φρυκτωρίες μετέδωσαν τα συμβάντα, πανικός κατέλαβε το στόλο. Οι Πελοποννήσιοι ήθελαν να εγκαταλείψουν το Αρτεμίσιο και να υποχωρήσουν στον Ισθμό. Οι Ευβοείς διαμαρτυρήθηκαν έντονα για αυτή την απόφαση. Ο κίνδυνος να εκτεθούν τα πλευρά του στρατού και να υποταχθεί η Εύβοια ήταν ορατός. Απελπισμένοι οι κάτοικοι της Εύβοιας έδωσαν στο Θεμιστοκλή τριάντα τάλαντα για να κρατήσει το στόλο εκεί. Ο Θεμιστοκλής χρησιμοποίησε αυτά τα λεφτά για να εξαγοράσει τους τριηράρχους ώστε να μην ψηφίσουν υποχώρηση αλλά και για να σωπάσει τους Αθηναίους που τον κατηγορούσαν για παράνομες πρακτικές..


Την περίοδο αυτή ξέσπασαν θύελλες και όσα Περσικά πλοία δεν είχαν είχαν βρει ασφαλές αγκυροβόλιο άρχισαν να έχουν πρόβλημα. Λόγω του συνωστισμού,της απειρίας αλλά και της αδεξιότητας των επικεφαλής Περσών οι απώλειες ήταν μεγάλες. Ο Ηρόδοτος αναφέρει τετρακόσια πλοία. Πολλά από αυτά ήταν μεταγωγικά με ότι συνεπάγεται αυτό για τον περσικό εφοδιασμό. Ο Θεμιστοκλής φανέρωσε ένα χρησμό που έλεγε ότι οι Αθηναίοι θα λάβουν βοήθεια από ένα συγγενή τους και υπενθύμισε το μύθο του θεού Βορέα που είχε παντερυτεί μιά κόρη του μυθικού αθηναίου βασιλιά Κέκροπα. Οι Αθηναίοι πάντως μετά του Περσικούς Πολέμους τίμησαν ιδιαίτερα τον Βορέα τον θεό των βορείων ανέμων και αρωγό τους στις δύσκολες στιγμές. Το ηθικό είχε ανέβει και τώρα ο Θεμιστοκλής είχε το αντίθετο πρόβλημα. Έπρεπε να συγκρατεί τους τριηράρχους από το να κάνουν παράτολμες ενέργειες. Ο μεγάλος ναύαρχος δεν ξεχνούσε ότι κυρία αποστολή του στόλου ήταν η αποτροπή της υπερκέρασης του στρατού που φρουρούσε τις Θερμοπύλες.


Μία μοίρα δεκαπέντε περσικών πλοίων προερχόμενων από την Αιολίδα, την Καρία και τις Φοινικικές πόλεις της Κύπρου παρασύρθηκε από τη θαλασσοταραχή κοντά στο Αρτεμίσιο. Οι ναύτες του Ξέρξη νόμισαν ότι τα πλοία που συνάντησαν ήταν δικά τους κι έτσι συνελήφθησαν με ευκολία από τους Ελληνες. Ο Θεμιστοκλής φρόντισε να μην εκτελεστούν οι αιχμάλωτοι αλλά τους έστειλε σιδηροδέσμιους στην Κόρινθο για να πληροφορηθούν οι Ελληνες την επιτυχία και να διαπιστώσουν με τα ίδια τους τα μάτια ότι Πέρσες δεν ήταν ανίκητοι. Η τριακόντορος του Αβρώνυχου έφερε είδηση ότι οι Πέρσες είχαν αρχίσει τις επιθέσεις στο στρατό αλλά είχαν αποκρουστεί. Οι Πέρσες απέσπασαν διακόσια πλοία για να περιπλεύσουν την Εύβοια και να περικυκλώσουν τον Ελληνικό στόλο. Ο υπόλοιπος στόλος κινήθηκε κατά του Αρτεμισίου. Οι παρατηρητές ενημέρωσαν τους Ελληνες και ο στόλος βγήκε να ναυμαχήσει.


Οι στόλοι συναντήθηκαν μετά το μεσημέρι. Οι Πέρσες εκμεταλλευόμενοι την αριθμητική τους υπεροχή περικύκλωσαν τους Ελληνες. Περιφρονούσαν τον Ελληνικό στόλο λόγω του μικρού του μεγέθους αλλά τα δικά τους πληρώματα ήταν ταλαιπωρημένα από την κακοκαιρία και τα πλοία τους δεν είχαν προλάβει να αποκαταστήσουν τις αβαρίες. Ο Ελληνες σχημάτισαν κύκλο με τις πρύμνες προς το εσωτερικό το κύκλου και τα έμβολα να προεξέχουν προς τα έξω. Οι πεζοναύτες γονατισμένοι στα καταστρώματα προστατεύονται απο τις ασπίδες τους.. Τα περσικά πλοία όμως είχαν πιο πολλούς τοξότες και η ακινησία των στόχων τα ευνοούσε και σιγά σιγά θα έφθειραν τα Ελληνικά πληρώματα. Ο Θεμιστοκλής διέταξε έφοδο για τη διάσπαση το κλοιού.


Τα ελληνικά πλοία κατέστρεφαν τα κουπιά των εχθρικών πλοίων με τα έμβολα και τα πλεύριζαν για να εκτελεστεί η έφοδος των πεζοναυτών. Στα σημεία που οι Ελληνες αντιμετώπιζαν Φοίνικες και Κάρες, οι οποίοι είχαν ναυτικές δεξιότητες και παρόμοιο εξοπλισμό,.οι συγκρούσεις ήταν σκληρές και η κατάσταση αμφίρροπη. Τα περσικά αγήματα όμως που ήταν επιβιβασμένα σε Ιωνικά πλοία υπέφεραν πολύ καθώς οι Ιωνες ναυτικοί εκμεταλλευόντουσαν την σύγχυση για να δημιουργήσου προβλήματα στους Πέρσες. Οι ελαφρότερα οπλισμένοι Πέρσες παρά τη γενναιότητα τους υστερούσαν στις συμπλοκές πάνω στα καταστρώματα, καθώς δύσκολα μπορούσαν να εξουδετερώσουν τους βαρύτερα θωρακισμένους Ελληνες οπλίτες.


3

Το κατάστρωμα του θανάτου δια χειρός Κώστα Νικέλλη


Ο πρώτος τριήραρχος που κατάφερε να κυριεύσει εχθρικό πλοίο ήταν ο Αθηναίος Λυκομήδης του Αισχραίου, που βραβεύτηκε για αυτή του την πράξη. Οι Πέρσες δεν κατάφεραν να διασπάσουν τον αμυντικό κύκλο των Ελλήνων. Η σύγκρουση κράτησε μέχρι το ηλιοβασίλεμα. Ο αντίπαλοι αναγκάστηκαν να χωρίσουν για να αποφύγουν την επικίνδυνη σύγχυση της νυκτερινής μάχης Οι Ελληνες κυρίευσαν τριάντα εχθρικά πλοία. Οι Πέρσες αποσύρθηκαν προς του Αφέτες και οι Ελληνες προς το Αρτεμίσιο. Ένα Ιωνας τριήραρχος στην υπηρεσία. Περσών, ο Αντίδωρος από τη Λήμνο αυτομόλησε στους Ελληνες και οι Αθηναίοι τον βράβευσαν γιαυτό. Οι Ελληνες είχαν αναθαρρήσει καθώς είχαν διασπάσει τις εχθρικές γραμμές σε κάποια σημεία και η αριθμητική υπεροχή των Περσών ήταν μεγαλύτερο πρόβλημα από τα οφέλη που προσέφερε. Τα τριάντα αιχμαλωτισμένα σκάφη, μαρτυρούσαν τις ανώτερες ναυτικές ικανότητες των Ελλήνων που έπαψαν πια να φοβούνται τους αντιπάλους τους.


Τη νύχτα ο καιρός χάλασε και άρχισε να βρέχει. Ο αέρας παρέσυρε τα συντρίμμια και τα πτώματα της ναυμαχίας προς τα Περσικά αγκυροβόλια. Πολλά πτώματα μπλέχτηκαν στα περσικά κουπιά. Το τρομερό θέαμα καταρράκωσε το ηθικό των Ασιατών, ειδικά των τμημάτων του πεζικού που φρουρούσαν τις ακτές που είχαν καταληφθεί απότους Πέρσες. Την ίδια νύχτα μια ξαφνική καταιγίδα ρήμαξε τη περσική μοίρα που είχε αποσπαστεί για να περικυκλώσει τον Ελληνικό στόλο.


Την επόμενη μέρα, τα πενηντα τρία ελληνικά πλοία που παρέμεναν εφεδρεία στον πορθμό του Ευρίπου έφτασαν στο ελληνικό αγκυροβόλιο και έφεραν την είδηση της περσικής συμφοράς. Οι Ελληνες ενθαρρυμένοι ευχαρίστησαν τους θεοποιημένους ανέμους και ετοιμάστηκαν να βγουν και να ναυμαχήσουν στα ανοικτά. Αντίθετα οι Πέρσες είχαν σκοπό να μην κάνουν τίποτα προτού αποκαταστήσουν τις βαριές ζημιές των πλοίων τους. Για προστασία του ελλιμενισμένου στόλου οι Πέρσες είχαν τοποθετήσει στην εξωτερική περίμετρο τους Κίλικες. Οι Κίλικες είχαν ναυτική δεξιότητα και έφεραν οπλισμό παρόμοιο με τον ελληνικό. Δεν ήταν λάθος επιλογή εκ μέρους του Πέρση ναυάρχου, εκτός από το γεγονός ότι εκτελούσαν την αποστολή τους με πλημμελή τρόπο.


4

Κορίνθιος Πεζοναύτης καταβάλει Πέρση τοξότη


Τα Ελληνικά πλοία πλησίασαν όσο πιο αθόρυβα μπορούσαν. Είναι πιθανό ότι ο ρυθμός κωπηλασίας δίνονταν με οπτικά σήματα από τους κελευστές αντί για τους αυλούς και τα κρόταλα, όπως συνήθως γίνονταν. Όταν Κίλικες αντηλιφτηκαν τους Ελληνες και προσπάθησαν να σημάνουν συναγερμό ήταν απελπιστικά αργά.. Οι Έλληνες εμβόλισαν τα κιλικικά πλοία και οι επιβαίνοντες οπλίτες εισέβαλαν στα καταστρώματά τους. Λόγω της αμέλειας τους οι Κίλικες ίσως δεν ήταν καλά θωρακισμένοι και οπλισμένοι. Όσοι από αυτούς δεν πρόλαβαν να πέσουν στη θάλασσα σκοτώθηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν από τους Ελληνες. Τα ξύλινα πλοία της εποχής επέπλεαν αν και εμβολισμένα. Γι αυτό το λόγο, οι Ελληνες, αφού μετέφεραν τους αιχμαλώτους και τα λάφυρα στα δικά τους πλοία, κατέστρεψαν τα εχθρικά. Πιθανώς τους έβαλαν φωτιά χρησιμοποιώντας το λάδι από τις προμήθειες του εχθρού. Επειδή άρχισε να πέφτει η νύχτα οι Πέρσες δεν τόλμησαν να τους καταδιώξουν. Επίσης το θέαμα των καιόμενων πλοίων μέσα στο σκοτάδι δεν θα ήταν και ότι καλύτερο για το ηθικό τους


Την Τρίτη μέρα ο Αριαβίγνης έξαλλος από το γεγονός ότι ένας τόσο μικρός αριθμός εχθρικών πλοίων αψηφούσε τον το στόλο του Μεγάλου Βασιλιά απείλησε τους πλοιάρχους του με σκληρές τιμωρίες αν ο Ξέρξης μάθαινε τις αποτυχίες τους. Υπο αυτές τις συνθήκες ξεκίνησαν από νωρίς για να ναυμαχήσουν. Παρέταξαν τα πλοία τους, σχηματίζοντας ένα μεγάλο ημικύκλιο και προσπάθησαν να περικυκλώσουν τους Ελληνες. Οι Ελληνες από την πλευρά τους φρόντισαν ώστε τα άκρα της παράταξης τους να βρίσκονται κοντά στην ακτή για να αποφύγουν αυτή την περίπτωση. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο οι βάρβαροι φώναζαν στους δικούς τους να μη φοβούνται τους αντιπάλους τους που ήταν έτσι κι αλλιώς λίγοι ενώ οι Ελληνες φώναζαν ο ένας στον άλλο να μην επιτρέψουν στους βαρβάρους να εισέλθουν στον Ευριππο. Οι μάχες πάνω στα καταστρώματα ήταν πάλι, πολύ άγριες. Διακρίθηκε ιδιαίτερα ο Αθηναίος τριήραρχος Κλεινίας από το γένος των Αλκμεωνιδών και πατέρας του Αλκιβιάδη.


5

Αθηναίοι οπλίτες από τις φρατρίες των Βουτάδων καιτων Φιλαϊδών που χάρη στον πλούτο τους ασκούσαν το λειτούργημα της Τριηραρχίας. Ευγενική παραχώρηση του Συλλόγου Ιστορικών Μελετών “Κορύβαντες“


Οι απειλές του Αριαβίγνη είχαν κάνει τους Ασιάτες πλοιάρχους να φοβούνται να υποχωρήσουν. Οι πίσω γραμμές πλοίων πίεζαν τα μπροστινά δημιουργώντας ξανά σύγχυση και ατυχήματα. Η εχθρική παράταξη όμως ήταν τόσο πυκνή που οι Ελληνες δεν κατάφερναν να την διασπάσουν. Οι Περσικές απώλειες ήταν βαριές αλλά και οι Ελληνικές δεν πήγαιναν πίσω. Τα μισά πλοία των Αθηναίων είχαν πάθει σοβαρές ζημιές και ο αριθμός των τραυματιών μεγάλος. Από το εχθρικό ναυτικό διακρίθηκαν οι Αιγύπτιοι που κατάφεραν να κυριεύσουν πέντε Ελληνικά πλοία. Με το πέσιμο της νύχτας οι στόλοι επέστρεψαν στο ορμητήρια τους. Οι Ελληνες είχαν καταφέρει και αυτή τη φορά να εμποδίσουν τους Πέρσες να υπερκεράσουν τις Θερμοπύλες αλλά οι αντοχές τούς είχαν δοκιμαστεί σοβαρά.


Την επόμενη μέρα έφτασε η τριοκόντορος του Αβρώνυχου που εκτελούσε χρέη συνδέσμου με τη φρουρά των Θερμοπυλών και ανέφερε ότι οι Πέρσες είχαν παραβιάσει το στενό, είχαν εκμηδενίσει τη φρουρά και ότι ο Λεωνίδας ήταν νεκρός. Ακούγοντας τα αυτά ο Θεμιστοκλής συμφώνησε με τον Ευρυβιάδα ότι ήταν περιττή πλέον η παρουσία τους στην περιοχή. Πριν αποχωρήσουν όμως, ανανέωσαν τις προμήθειες τους επιτάσσοντας τα κοπάδια και τα τρόφιμα των Ευβοέων γιατί θεώρησαν καλύτερο να τα πάρουν αυτοί από το να μείνουν στον εχθρό. Επίσης όλα τα αξιόπλοα πλοία στάλθηκαν σε όλα τα σημεία της περιοχής που μπορούσε να προσεγγίσει ο περσικός στόλος και άφησαν μηνύματα για τους Ιωνες που υπηρετούσαν στον περσικό στόλο καλώντας τους να αυτομολήσουν ή αν δεν μπορούν, να προκαλούν προβλήματα στους Πέρσες, όποτε τους δίνονταν η ευκαιρία. Παράλληλα τους έλεγε να προσπαθούν να πείσουν τους Κάρες που αποτελούσαν κι αυτοί, αξιόμαχα τμήματα του περσικού στόλου να κάνουν το ίδιο. Αυτά τα μηνύματα ακόμα κι αν δεν κατάφερναν να προκαλέσουν πολλές λιποταξίες θα έκαναν τους Πέρσες να υποπτεύονται ακόμα περισσότερο τους καταναγκαστικά ναυτολογημένους Ελληνες και ίσως να απέφευγαν να τους ξαναχρησιμοποιήσουν στη μάχη.


Ο ελληνικός στόλος υποχώρησε στη Σαλαμίνα. Οι Πέρσες λεηλάτησαν τη Ιστιαία καί άρχισαν παλι να πλέουν πράλληλα με το στρατό τους που προήλαυνε προς τη Βοιωτία και τη Αττική Η ήττα στις Θερμοπύλες είχε ρίξει πάλι το ηθικό. Αν και τα ελληνικά πληρώματα είχαν αποδείξει ότι ένας προς ένας ήταν ίοσοι και ανώτεροι των βαρβάρων οι Πελοποννήσιοι στρατηγοί ήταν απογοητευμένοι και ήθελαν ανυπχωρήσουν στον Ισθμό. Μόνο ένας έβλεπε καθαρά τι έπρεπε να γίνει, Ο Θεμιστοκλής ήξερε ότι πλέον μόνο στη θάλασσα είχαν πιθανότητες να αποκρούσουν τον εισβολέα, Μένοντας ακλόνητος όταν οι αλλoι είχαν χάση την πίστη τους προετοίμαζε τη σωτηρία της Αθήνας και όλης της Ελλάδας μεθοδεύοντας σύγκρουση με τος Πέρσες στο Σαρωνικό κόλπο υπενθυμίζοντας σε όλους ότι το Μαντείο των Δελφών είχε αποκαλέσει «Αγία» τη Σαλαμίνα.


Βιβλιογραφία:


Ηρόδοτος «Ιστορίαι» Loeb Κλασσική Βιβλιοθήκη έκδοση 1914


Πλόυταρχος «Θεμιστοκλής» Loeb Κλασσική Βιβλιοθήκη έκδοση 1920


Στράβων «Γεωγραφικά» Loeb Κλασσική Βιβλιοθήκη έκδοση 1920


Παυσανίας «Ελλάδος Περιήγησις εκδ. J. M. Dent & Sons, Ltd., London, 1905


Πολύαινος «Στρατηγήματα» μτφ E.Shepherd (1793)


The Seventy Great Battles of All Time, Edited by Jeremy Black, Thames & Hudson Ltd, 2005


William Stearns Davis, Readings in Ancient History: Illustrative Extracts from the Sources, 2 Vols, (Boston: Allyn and Bacon, 1912-1913), Vol. I: Greece and the East.



Η Συνθήκη των Σεβρών – Η Ελλάδα των «Δύο Ηπείρων και των Πέντε Θαλασσών»

Ο ελληνικός στρατός στη Μικρά Ασία

Με την ανακωχή του Μούδρου, που υπογράφει η σουλτανική κυβέρνηση στις 28 Ιουλίου 1918, ανοίγει ο δρόμος για την ουσιαστική διεκδίκηση μικρασιατικών περιοχών, όπου κατοικούν συμπαγείς ελληνικοί-χριστιανικοί πληθυσμοί. Οι ελληνικές διεκδικήσεις κωδικοποιούνται στα δυο υπομνήματα του Ελευθέριου Βενιζέλου προς τους Συμμάχους (τον Οκτώβριο και το Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου) και αντιμετωπίζονται μάλλον ευνοϊκά από τους Αγγλογάλλους, μάλλον εχθρικά από τους Ιταλούς (επίσης διεκδικητές μικρασιατικών εδαφών) και με σκεπτικισμό από τους Αμερικανούς. Ακολουθεί η συμμετοχή της Ελλάδας στην ανεκδιήγητη διεθνή εκστρατεία της Ουκρανίας εναντίον των μπολσεβίκων, με την οποία εξασφαλίζει μεν κάποια εύσημα από την Αντάντ, παράλληλα όμως στρέφει εναντίον της το νεαρό σοβιετικό καθεστώς.


3


Κατά τη συνεδρίαση του ανώτατου συμμαχικού συμβουλίου στις 22 Απριλίου 1919, οι Αγγλογάλλοι και οι Αμερικανοί, εκμεταλλευόμενοι την απουσία του Ιταλού εκπροσώπου, δίνουν στην Ελλάδα την άδεια να καταλάβει την ευρύτερη περιοχή της Σμύρνης (μια έκταση 1 7.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων περίπου). Επισήμως, η αποστολή εκείνη στοχεύει στην τήρηση της τάξης και στην προστασία των χριστιανικών πληθυσμών, μέχρι να επιτευχθεί η σύναψη της τελικής ειρηνευτικής συμφωνίας. Ουσιαστικά, μέσω της απόφασης τους εκείνης, οι Αγγλογάλλοι επιδιώκουν να χρησιμοποιήσουν τον ελληνικό στρατό ως δύναμη κρούσης για τον πειθαναγκασμό της Τουρκίας σε ουσιαστική υποταγή και αφετέρου να περιορίσουν τα ιταλικά επεκτατικά σχέδια, που θίγουν άμεσα και καίρια τα δικά τους συμφέροντα.


Η επιχείρηση για τη στρατιωτική κατάληψη της Σμύρνης θα πραγματοποιηθεί, μετά από κάποιες καθυστερήσεις και αναβολές, στις 2 Μαΐου 1919. Κατά την αποβίβαση τους οι ελληνικές δυνάμεις γίνονται δεκτές με απερίγραπτο ενθουσιασμό από τους Έλληνες κατοίκους, οι οποίοι και αποτελούν την πλειονότητα του όλου πληθυσμού της περιοχής. Αντίθετα, δέχονται επίθεση από ομάδες Τούρκων ενόπλων και απαντούν. Κατά τις συγκρούσεις χάνουν τη ζωή τους 2 Έλληνες και 5 Τούρκοι στρατιώτες, ενώ υπάρχει και ένας μικρός αλλά αδιευκρίνιστος αριθμός νεκρών και τραυματιών στον άμαχο πληθυσμό.


Το άτυχο εκείνο περιστατικό (που λέγεται ότι υποκινήθηκε από τους Ιταλούς) αμαυρώνει τη λαμπρή ατμόσφαιρα της υποδοχής και προκαλεί προβληματισμούς στον πρωθυπουργό Βενιζέλο, που επιθυμεί να αποδείξει στους συμμάχους ότι η ελληνική κυβέρνηση έχει τη θέληση και τη δύναμη να επιβάλει την τάξη στις κατεχόμενες περιοχές, σεβόμενη τα δικαιώματα του τουρκικού πληθυσμού.


Κατά τις ημέρες που ακολουθούν, οι ελληνικές στρατιωτικές αρχές, κάτω από την καθοδήγηση του ύπατου αρμοστή Αριστείδη Στεργιάδη, δεν διστάζουν να στείλουν ακόμα και στο απόσπασμα Έλληνες που παρεκτρέπονται. Την ίδια ώρα, οι Τούρκοι εθνικιστές ετοιμάζουν την αντεπίθεση τους.


4


Η Συνθήκη των Σεβρών και η κλιμάκωση του πολέμου της Μικράς Ασίας


Με την συνθήκη των Σεβρών δείχνει να τερματίζεται θριαμβευτικά η πολεμική περιπέτεια που είχε ξεκινήσει η Ελλάδα το 1920. Η Ελλάδα ενσωματώνει την Ανατολική Θράκη και νομιμοποιεί την παρουσία της στην Μικρά Ασία, ενώ παράλληλα δείχνει να κερδίζει την μάχη για τα Δωδεκάνησα και την Κύπρο. Η Ελλάδα των «Δύο Ηπείρων και των Πέντε Θαλασσών» είναι πια πραγματικότητα, που θα αποδειχθεί όμως εφήμερη.


Στις 28 Ιουλίου του 1920 τερματίζεται και τυπικά για την Ελλάδα και την Τουρκία ο Πόλεμος. Σε μια αίθουσα του δημαρχείου των Σεβρών, κοντά στο Παρίσι, υπογράφεται η τελική συνθήκη ειρήνης ανάμεσα στη σουλτανική κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης και τους συμμάχους της Αντάντ. Την Ελλάδα εκπροσωπούν (και υπογράφουν) ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Έλληνας πρεσβευτής στο Παρίσι Άθως Ρωμανός.

Η συνθήκη, γενικά, είναι άκρως καταδικαστική για την Τουρκία, που ουσιαστικά διαλύεται και χάνει τα αραβικά της εδάφη, την Ανατολική Θράκη και μεγάλες περιοχές της δυτικής, της βόρειας και της νότιας Μικράς Ασίας.


Οι όροι της Συνθήκης.

Άκρως ωφελημένη από τη Συνθήκη των Σεβρών έβγαινε η Ελλάδα, που κατοχύρωνε επισήμως την κατοχή της Δυτικής Θράκης και παράλληλα ενσωμάτωνε και την Ανατολική, μέχρι περίπου την Κωνσταντινούπολη (η πόλη αυτή και τα Στενά περνούσαν σε καθεστώς διεθνούς ελέγχου). Ακόμα, η Ελλάδα έπαιρνε τα νησιά Ίμβρο και Τένεδο και επισημοποιούσε την παρουσία της στην περιοχή της Σμύρνης και στην ενδοχώρα της (που βρίσκονταν ήδη υπό ελληνικό έλεγχο, από το Μάιο του 1919). Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι το καθεστώς της ελληνικής κατοχής της Σμύρνης ήταν ιδιόμορφο και είχε πενταετή διάρκεια. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας αυτής, οι κάτοικοι θα αποφάσιζαν ελεύθερα με δημοψήφισμα για την ενσωμάτωση της όλης περιοχής στην Ελλάδα.

Πέρα από τις πιο πάνω ρυθμίσεις, η Ελλάδα φαινόταν να έχει ήδη εξασφαλίσει τα Δωδεκάνησα πλην της Ρόδου (με ιδιαίτερη ελληνοϊταλική συμφωνία) και την Κύπρο (υπήρχε σχετική βρετανική υπόσχεση), ενώ συνεχίζονταν οι διαβουλεύσεις και για τη Βόρειο Ήπειρο.


Η συνθήκη και οι Έλληνες.

Οι όροι αυτοί αποτελούσαν οπωσδήποτε θριαμβευτική νίκη για την Ελλάδα και δικαίωση των θυσιών στις οποίες είχε υποβληθεί από το 1912 και ιδίως από το 1916-17, οπότε μπήκε ουσιαστικά και τυπικά στον Παγκόσμιο Πόλεμο με την πλευρά της Αντάντ. Ακόμα, αποτελούσε πλήρη δικαίωση της εξωτερικής πολιτικής που είχε ακολουθήσει από το 1914 ο Ελευθέριος Βενιζέλος, μιας πολιτικής που τον έφερε σε σύγκρουση με το βασιλιά Κωνσταντίνο και σηματοδότησε την οδυνηρή περίοδο του Εθνικού Διχασμού (1915-17).


Στη βάση αυτή, οι βενιζελικοί πανηγύρισαν την υπογραφή της συνθήκης και θεώρησαν ότι αυτή παγίωνε τα ελληνικά δίκαια και ότι, επομένως, αποτελούσε τη σταθερή βάση για τον τελικό ελληνικό θρίαμβο -με τη σύμπραξη της διεθνούς κοινότητας- στο ανοιχτό ακόμα μέτωπο της Μικράς Ασίας, όπου «είχε σηκώσει κεφάλι» ο Κεμάλ με τους ακραίους εθνικιστές του.


Τον ενθουσιασμό αυτόν δεν συμμεριζόταν η κωνσταντινική αντιπολίτευση, που -με σαφή έλλειψη μεγαλοψυχίας- εξακολουθούσε να καθορίζεται από τα διχαστικά σύνδρομα και να παρουσιάζει τη συνθήκη ως αποτυχία.

Και οι δύο, πάντως πλευρές, δεν φαίνονταν να εντοπίζουν τους πραγματικούς κινδύνους που δημιουργούσε για την Ελλάδα η ασταθής διεθνής κατάσταση και οι αυξανόμενες στρατιωτικές δυσκολίες στη Μικρά Ασία.


5


Η συνθήκη και οι Τούρκοι.

Η υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών βρήκε την Τουρκία σε κατάσταση αναστάτωσης. Η σουλτανική κυβέρνηση είχε χάσει πλέον ολοκληρωτικά το κύρος της και ουσιαστικά η εξουσία της περιοριζόταν στην Κωνσταντινούπολη και σε περιοχές ελεγχόμενες από τους συμμάχους. Πραγματικός κυρίαρχος των εξελίξεων ήταν πλέον ο Κεμάλ Ατατούρκ, ο οποίος είχε ξεκινήσει το κίνημα αντίστασης εναντίον των Ελλήνων και είχε επιβάλει τον πρωταγωνιστικό του ρόλο με τα εθνικά συνέδρια του Ερζερούμ και της Σεβάστειας (Αύγουστος – Σεπτέμβριος του 1919) και αργότερα με τη σύγκληση της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης στην Άγκυρα (Μάρτιος 1920).

Για τον Τούρκο ηγέτη και τους οπαδούς του η Συνθήκη των Σεβρών δεν ήταν παρά ένα «κουρελόχαρτο» ανάλογο με εκείνο της Ανακωχής του Μούδρου (1918), που θα ακυρωνόταν στην πράξη με την ένοπλη αντίσταση του τουρκικού λαού εναντίον των ξένων εισβολέων. Κύριος στόχος ήταν φυσικά οι Έλληνες (οι μόνοι που είχαν ιστορικούς τίτλους στη Μικρά Ασία) και δευτερεύοντες οι Γάλλοι, οι Ιταλοί και οι Άγγλοι, με τους οποίους θα μπορούσε να γίνει (όπως κι έγινε) τελικός συμβιβασμός.

Στο πλευρό του φαινόταν να βρίσκεται, άλλωστε, και το νεαρό σοβιετικό καθεστώς της Ρωσίας, το οποίο είχε κάθε λόγο να αντιπαρατίθεται στην Αντάντ αλλά και ειδικά στην Ελλάδα (που είχε συμμετάσχει στην εκστρατεία της Ουκρανίας του 1919 εναντίον των μπολσεβίκων).


Η συνθήκη και οι σύμμαχοι.

Με τη Συνθήκη των Σεβρών οι σύμμαχοι της Αντάντ επιτυγχάνουν όλους σχεδόν τους αντικειμενικούς στόχους που είχαν θέσει. Οι Άγγλοι φαίνονται να κερδίζουν τη μερίδα του λέοντος, θέτοντας κάτω από άμεσο ή έμμεσο έλεγχο τους μια τεράστια περιοχή, που ξεκινά από τον Εύξεινο και την Κωνσταντινούπολη και φτάνει έως τη νότια Αραβία και τον Περσικό κόλπο. Ακόμα, επιβεβαιώνουν -για λογαριασμό των ίδιων και των συμμάχων τους- το διαβόητο αποικιακού τύπου καθεστώς των «διομολογήσεων». Άμεσα ωφελημένοι εμφανίζονται και οι Γάλλοι, που εξασφαλίζουν ισχυρά ερείσματα στη Μέση Ανατολή και στην Κιλικία της Μικράς Ασίας. Ακολουθούν οι Ιταλοί, με επίσης «δικαιώματα» επί της νοτιοδυτικής Μικράς Ασίας και με σταθερή (παρά τις αντίθετες υποσχέσεις τους προς τον Βενιζέλο) την παρουσία τους στα Δωδεκάνησα.

Οι σύμμαχοι αυτοί, αν και συναινούν στις παραχωρήσεις προς την Ελλάδα, δεν δείχνουν διατεθειμένοι και να τις επιβάλουν στους Τούρκους εθνικιστές του Κεμάλ. Πλέον ουδέτεροι παρουσιάζονται οι Άγγλοι, οι οποίοι ωστόσο είναι εκείνοι που είχαν υποστηρίξει με τη μεγαλύτερη θέρμη τον Βενιζέλο, ως προς την ικανοποίηση των ελληνικών δικαίων (γνωρίζοντας ίσως ότι η ελληνική παρουσία στη Μικρά Ασία θα λειτουργούσε ως προστατευτική ασπίδα για τους ίδιους). Ως προς τους Γάλλους, που είχαν εκφράσει επιφυλάξεις για τη βιωσιμότητα της Συνθήκης των Σεβρών, αυτοί θα κινηθούν γρήγορα προς την κατεύθυνση εξυπηρέτησης των δικών τους αποκλειστικά συμφερόντων και σύντομα θα προσεγγίσουν τον Κεμάλ για να προσκομίσουν άμεσα και έμμεσα οικονομικά και πολιτικά οφέλη. Ακόμη πιο εχθρικοί για την Ελλάδα θα σταθούν οι Ιταλοί, που είχαν σταθεί αρνητικοί προς τα ελληνικά δίκαια στη Μικρά Ασία, είχαν υπογράψει όμως -κάτω από πιέσεις- τις σχετικές διατάξεις της Συνθήκης των Σεβρών. Αυτοί, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, θα μετατραπούν σε ουσιαστικούς συμμάχους του Κεμάλ και θα καταβάλουν κάθε προσπάθεια για τη νίκη του επί των Ελλήνων.


Συνέπειες.

Η Συνθήκη των Σεβρών υπήρξε πράγματι θρίαμβος για την ελληνική διπλωματία, που όμως -όπως αποδείχτηκε- δεν καλυπτόταν από ουσιαστικές συμμαχικές εγγυήσεις και δεν έπειθε για την αποτελεσματικότητα της. Όσα είχε κερδίσει η Ελλάδα έπρεπε να τα κατοχυρώσει στο πεδίο της μάχης, αντιμέτωπη μ” έναν ισχυρό και φανατισμένο εχθρό -το εθνικιστικό κίνημα του Κεμάλ- που κάθε άλλο παρά εμφανιζόταν ανοργάνωτο και διπλωματικά απομονωμένο. Με τη Συνθήκη των Σεβρών η σουλτανική εξουσία καταρρακώνεται πλήρως στη συνείδηση του τουρκικού λαού και οι κεμαλικοί αναδεικνύονται σε πραγματικούς κυρίαρχους του παιχνιδιού και σε μοναδικούς φορείς εξουσίας. Η πραγματικότητα αυτή δεν αγνοείται από το νεαρό σοβιετικό καθεστώς του Λένιν, που υποστηρίζει ανοιχτά τους Τούρκους εθνικιστές και στις 3 Δεκεμβρίου 1920 υπογράφει μ” αυτούς την περίφημη Συνθήκη του Αλεξαντροπόλ, που σχεδόν ισοδυναμούσε με σύναψη πολιτικοστρατιωτικής συμμαχίας. Η κίνηση εκείνη του Λένιν είναι εύκολα εξηγήσιμη, αν υπολογίσει κανείς τη στάση που είχαν κρατήσει οι σύμμαχοι της Αντάντ (αλλά και η ίδια η Ελλάδα) απέναντι στην επανάσταση του.


Η τουρκοσοβιετική προσέγγιση θα επιδράσει καταλυτικά στο θέατρο της διεθνούς πολιτικής και γρήγορα θα μετατρέψει τον Κεμάλ σε συνομιλητή των εταίρων της Αντάντ, που σταδιακά θα εγκαταλείψουν την Ελλάδα κυριολεκτικά στην τύχη της, για να υπερασπιστούν τα δικά τους ανατολικά συμφέροντα.


Την πολιτική αυτή μεταστροφή τους (που ισοδυναμούσε με ουσιαστική ακύρωση της Συνθήκης των Σεβρών) θα διευκολύνουν οι δραματικές πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα, δηλαδή η ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές του Νοεμβρίου 1920 και η επιστροφή των αντιπάλων του στην εξουσία. Το γεγονός αυτό θα δώσει το άλλοθι στους Αγγλογάλλους να αποστασιοποιηθούν πλήρως από τις όποιες τυπικές δεσμεύσεις είχαν αναλάβει με τη Συνθήκη των Σεβρών και να κινηθούν με λυμένα τα χέρια στην ανατολική τους πολιτική. Με τη στάση τους αυτή, ουσιαστικά προδιαγράφεται πλέον καθαρά η τραγωδία του 1922.


6



Η μάχη της Σφακτηρίας (425 π.Χ)

Η μάχη της Σφακτηρίας (425 π.Χ.) αποτελεί το δεύτερο στάδιο της μάχης που τελείωσε με την παράδοση μιας δύναμης Σπαρτιατών οπλιτών (Πελοποννησιακός πόλεμος). Η αλυσίδα των γεγονότων που οδήγησαν σε αυτή την σχεδόν πρωτοφανή καταστροφή ξεκίνησε όταν μια Αθηναϊκή δύναμη υπό την αρχηγία του Δημοσθένη αποβιβάσθηκε στο βραχώδες ακρωτήριο της Πύλου, νοτιοδυτικά της Πελοποννήσου και εγκατέστησε οχυρή θέση. Ο Πελοποννησιακός στρατός υπό τον βασιλέα Άγι εγκατέλειψε την εισβολή στην Αττική και επέστρεψε στην Πελοπόννησο, ενώ οι δυνάμεις που ήσαν ήδη στην Σπάρτη κινήθηκαν δυτικά για να αντιμετωπίσουν τη νέα απειλή.


Επειδή ο Δημοσθένης αποτελούσε σοβαρό πρόβλημα οι Σπαρτιάτες συγκέντρωσαν τον στόλο τους στην Πύλο και ο ίδιος βρέθηκε πολιορκούμενος από ξηρά και θάλασσα. Η Αθηναϊκή θέση ήταν σε ακρωτήρι στο ένα άκρο του κόλπου της Πύλου. Το νησί της Σφακτηρίας το οποίο ευρίσκετο έξω από το στόμιο του κόλπου είχε καταλειφθεί από τους Σπαρτιάτες. Ο Σπαρτιατικός στόλος μετακινήθηκε στο κόλπο, παγιδεύοντας τους Αθηναίους και εμποδίζοντας οποιαδήποτε προσπάθεια προμήθειας και ανεφοδιασμού. Στην προκύπτουσα μάχη της Πύλου οι Αθηναίοι κατάφεραν να αποκρούσουν διπλή επίθεση των Σπαρτιατών, αλλά σώθηκαν στην κυριολεξία με την άφιξη του Αθηναϊκού στόλου ο οποίος επέφερε βαριά ήττα στον αντίστοιχο Σπαρτιατικό στο εσωτερικό του κόλπου, αίροντας τον αποκλεισμό της Πύλου.


Μια δύναμη 420 Σπαρτιατών οπλιτών, υπό τις διαταγές του Επιτάδα υιού του Μολοβρού, βρέθηκαν παγιδευμένοι στην Σφακτηρία. Οι Σπαρτιάτες αντέδρασαν στέλνοντας ανώτερους αξιωματούχους στην Πύλο, προκειμένου να εξετάσουν την κατάσταση. Όταν έγινε σαφές ότι δεν μπορούσαν να ελπίζουν σε προμήθειες ή να σώσουν τους οπλίτες, ζήτησαν από τους Αθηναίους ανακωχή. Η μεγαλύτερη αδυναμία στο Σπαρτιατικό σύστημα ήταν η έλλειψη «ομοίων» με αποτέλεσμα η απώλεια 420 Σπαρτιατών να αποτελεί δυσαναπλήρωτο κενό. Αυτό αποτυπώθηκε και στους όρους που συμφώνησαν με τους Αθηναίους. Κάθε πολεμικό πλοίο που είχε λάβει μέρος στις προηγούμενες μάχες και κάθε πολεμικό πλοίο στη Λακωνία θα παρεδίδετο στους Αθηναίους κατά τη διάρκεια της ανακωχής. Οι Σπαρτιάτες θα σταματούσαν όλες τις επιθέσεις στην Πύλο, ενώ οι Αθηναίοι θα σταματούσαν τις επιθέσεις στην Σφακτηρία και θα επέτρεπαν τη διάθεση τροφίμων στο νησί. Η ανακωχή θα παρέμενε σε ισχύ, ενόσω οι Σπαρτιάτες εκπρόσωποι μετέβαιναν στην Αθήνα για να διαπραγματευθούν τους όρους ειρήνης.


Όμως οι ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις και οι όροι δεν ικανοποιούσαν τους Αθηναίους. Απαίτησαν την επιστροφή των εδαφών που έχασαν στο τέλος του πρώτου Πελοποννησιακού πολέμου και όταν οι διαπραγματεύσεις χάλασαν αρνήθηκαν να τηρήσουν τους όρους της ανακωχής και δεν επέστρεψαν τα πολεμικά πλοία. Η ανακωχή διήρκεσε είκοσι ημέρες.


Μετά την αποτυχία των διαπραγματεύσεων, οι μάχες επαναλήφθηκαν. Οι Σπαρτιάτες συνέχισαν τις επιθέσεις τους στους Αθηναίους στην Πύλο, ενώ οι Αθηναίοι διατήρησαν τον ναυτικό αποκλεισμό της Σφακτηρίας. Ενώ και οι δύο πλευρές ήσαν υπό πολιορκία, οι Σπαρτιάτες κατέβαλαν προσπάθειες για να μεταφέρουν προμήθειες στα στρατεύματά τους. Εθελοντές κλήθηκαν να προσπαθήσουν να μεταφέρουν προμήθειες στο νησί, με ανταμοιβή μετρητά και την ελευθερία ως ανταμοιβή για τους είλωτες. Ορισμένοι περίμεναν τις κατάλληλες καιρικές συνθήκες και κατόπιν έπλευσαν προς το νησί με ταχύτητα, καταστρέφοντας τα πλοία αλλά κερδίζοντας την ανταμοιβή. Άλλοι κολύμπησαν κάτω από το νερό, μεταφέροντας είδη προστατευμένα από δέρματα.


2


Καθώς η πολιορκία παρατείνονταν οι Αθηναίοι ανησυχούσαν ότι οι Σπαρτιάτες θα διέφευγαν. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο Κλέων, ο οποίος είχε διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην απόρριψη της προσφοράς ειρήνης εκ μέρους των Σπαρτιατών να καταστεί δυσάρεστος. Σε μια προσπάθεια να αποκαταστήσει η δημοτικότητά του προσπάθησε να κατηγορήσει το στρατηγό Νικία υιού του Νικηράτου, για τις αποτυχίες του, υποστηρίζοντας ότι ένας πραγματικός ηγέτης θα είχε ήδη καταλάβει το νησί. Αυτό είχε ως συνέπεια να προκαλέσει τον προβληματισμό του δήμου ότι: «εφόσον ο στρατός δεν ήταν ικανός να εκτελέσει κάτι τόσο απλό, γιατί ο Κλέων δεν ανελάμβανε ο ίδιος την αρχηγία προκειμένου να επικρατήσει στην πολιορκία». Ο Νικίας αντιλαμβανόμενος τον ελιγμό του έδωσε την άδεια να συγκεντρώσει τον απαιτούμενο στρατό και να αναλάβει τη διοίκηση της πολιορκίας. Τελικά ο Κλέων όντας δεσμευμένος, δεν είχε άλλη επιλογή από να πάει στη Σφακτηρία. Αναλαμβάνει το διακύβευμα και αναγγέλλει ότι θα καταλάβει το νησί σε είκοσι ημέρες, χωρίς να απαιτηθούν επιπλέον Αθηναϊκά στρατεύματα.


Ο Κλέων συγχρονίζει τέλεια χρονικά την άφιξή του στη Σφακτηρία. Ο Δημοσθένης ήταν απρόθυμος να ρισκάρει μια αποβίβαση στο νησί, διότι ήταν καλυμμένο με πυκνό δάσος και μονοπάτια και πίστευε ότι αυτό έδιδε στους Σπαρτιάτες μεγάλο πλεονέκτημα. Λίγο πριν ο Κλέων φτάσει κάποιος Σπαρτιάτης προκαλεί κατά λάθος πυρκαγιά στο δάσος και τα περισσότερα δέντρα καίγονται. Η φωτιά αποκάλυψε μια σειρά από πιθανά σημεία αποβίβασης, καθώς και ότι υπήρχαν περισσότεροι Σπαρτιάτες στο νησί από ό, τι πιστευόταν.


Οι δύο Αθηναίοι στρατηγοί στέλνουν αγγελιοφόρο στο νησί προκειμένου να ρωτήσει τους Σπαρτιάτες αν επιθυμούν να παραδοθούν με γενναιόδωρους όρους. Όταν η προσφορά απορρίπτεται, περιμένουν μια ημέρα και στη συνέχεια ξεκινούν αιφνιδιαστική επίθεση στο νησί. Οι Σπαρτιάτες ήταν χωρισμένοι σε τρία στρατόπεδα. Το κύριο στρατόπεδο, υπό τον Επιτάδα, βρισκόταν στο κέντρο του νησιού, ήταν σε επίπεδη τοποθεσία και το καλύτερα υδροδοτούμενο λόγω της ύπαρξης πηγής (σημαντικός παράγοντας επιβίωσης). Επιπλέον υπήρχε μια φρουρά τριάντα οπλιτών στο άκρο του νησιού, στην οποία οι Αθηναίοι επέλεξαν να επιτεθούν (πιθανώς το νότιο άκρο) και ένα άλλο μικρό απόσπασμα τοποθετημένο στο αντίθετο άκρο, απέναντι από το ακρωτήριο της Πύλου. Αυτό ήταν το πλέον βραχώδες άκρο του νησιού στο οποίο υπήρχε ένα παλιό φρούριο που οι Σπαρτιάτες σκόπευαν να χρησιμοποιήσουν ως καταφύγιο. Η επίθεση έγινε την εβδομηκοστή δεύτερη ημέρα από την ναυμαχία, λόγω της οποίας είχαν παγιδευτεί οι Σπαρτιάτες.


Οι Αθηναίοι επιβιβάζουν στα πλοία 800 οπλίτες ενώ είναι ακόμα σκοτάδι. Τα πλοία στη συνέχεια πλέουν στη θάλασσα, σαν να επρόκειτο να εκτελέσουν τις συνήθεις καθημερινές περιπολίες, αλλά τελικά εκτελούν απόβαση στο νησί. Οι Σπαρτιάτες αιφνιδιάζονται. Αυτό επιτρέπει στον Δημοσθένη να φέρει και τον υπόλοιπο στρατό, ήτοι τις συμμαχικές δυνάμεις και τα πληρώματα των εβδομήντα Αθηναϊκών πολεμικών πλοίων (800 τοξότες και τουλάχιστον 800 πελταστές). Αυτός ο στρατός διαιρείται στη συνέχεια σε ομάδες των 200 περίπου ατόμων και αυτές αναπτύσσονται σε υψηλά σημεία γύρω από την κύρια θέση των Σπαρτιατών. Οι Σπαρτιάτες βρίσκονται παγιδευμένοι. Εάν προσπαθήσουν να επιτεθούν σε οποιοδήποτε τμήμα της Αθηναϊκής δύναμης, θα εκτεθούν οι ίδιοι σε επιθέσεις από τα μετόπισθεν, ενώ οι ελαφρότερα οπλισμένοι Αθηναίοι θα είναι σε θέση να υποχωρήσουν.


3


Όταν ο Επιτάδας συνειδητοποίησε ότι οι Αθηναίοι είχαν αποβιβασθεί στο νησί, παρατάσσει τους άνδρες του και κινείται για να επιτεθεί στους Αθηναίους οπλίτες, αναμένοντας μια τυπική σύγκρουση οπλιτών.


Τελικά οι Σπαρτιάτες βρέθηκαν να πλαγιοκοπούνται……….από τοξότες, πελταστές και σφενδονιστές. Οι Αθηναίοι οπλίτες εν τω μεταξύ δεν προωθούνται, με αποτέλεσμα οι Σπαρτιάτες μη δυνάμενοι να προσεγγίσουν τον στόχο τους….υποχώρησαν και οχυρώθηκαν στο φρούριο. Οι Αθηναίοι τους ακολούθησαν και εξαπέλυσαν κατευθείαν επίθεση, αλλά αυτή τη φορά το πλεονέκτημα ήταν με τους Σπαρτιάτες και έτσι απέτυχαν να τους απωθήσουν από το οχυρό.


Την διέξοδο στο πρόβλημα έδωσε ο διοικητής του Μεσσηνιακού στρατιωτικού τμήματος. Αφού ζήτησε από τον Κλέωνα και τον Δημοσθένη να του δώσουν κάποιους τοξότες και ελαφριά στρατεύματα πήρε το δρόμο γύρω από τη βραχώδη ακτή του νησιού, έως ότου φτάσει σε κάποιο ύψωμα πίσω από το φρούριο. Όταν τα στρατεύματα εμφανίστηκαν πίσω τους οι Σπαρτιάτες εγκατέλειψαν τις εξωτερικές γραμμές τους και συμπτύχθηκαν προς τα πίσω.


Σε αυτό το σημείο ο Κλέων και ο Δημοσθένης ζήτησαν να σταματήσει η μάχη και έστειλαν άλλη μια φορά κήρυκα, για να προσφέρει όρους παράδοσης. Οι Σπαρτιάτες εν τω μεταξύ είχαν χάσει τον Επιτάδα, που είχε σκοτωθεί, ενώ ο δεύτερος στην ιεραρχία, Ιππαγρέτας ήταν άσχημα πληγωμένος. Αυτά τα γεγονότα καθιστούσαν τον τρίτο στην ιεραρχία, Στύφωνα αρχηγό. Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη οι περισσότεροι από τους Σπαρτιάτες όταν άκουσαν τους κήρυκες, κατέβασαν τις ασπίδες τους και κατέστησαν σαφές ότι ήθελαν να παραδοθούν, ώστε ο Στύφων δεν είχε άλλη επιλογή από το να αρχίσει διαπραγματεύσεις παράδοσης. Μετά από διαβούλευση με τους Σπαρτιάτες αξιωματούχους στην ηπειρωτική χώρα (οι οποίοι του είπαν «η απόφαση είναι δική σας, εφ’ όσον δεν κάνετε κάτι ατιμωτικό») ο Στύφων αποφάσισε να παραδοθούν.


Οι Αθηναίοι είχαν κατακτήσει ένα πολύτιμο βραβείο. Από τους 440 οπλίτες που είχαν παγιδευτεί στο νησί, 292 συνελήφθησαν και μεταφέρθηκαν στο Αθήνα. Από αυτούς οι 120 ήσαν «όμοιοι», ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό για μια τόσο μικρή ομάδα. Η παράδοση των Σπαρτιατών προκάλεσε σοκ σε όλο τον Ελληνικό κόσμο, καθότι δεν αναμενόταν να παραδοθούν, αλλά να πολεμήσουν μέχρι θανάτου, ανεξάρτητα από τις πιθανότητες νίκης ή ήττας. Η παράδοση επίσης, προκάλεσε μεγάλη απογοήτευση στη Σπάρτη και πυροδότησε μια σειρά από «προσφορές ειρήνης». Οι φυλακισμένοι απετέλεσαν σημαντικό παράγοντα όταν τέσσερα χρόνια αργότερα, η «Νικίειος» ειρήνη (421 π.Χ.) σταμάτησε τον πόλεμο για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, καθότι μία από τις ρήτρες της συνθήκης ειρήνης προέβλεπε να οδηγηθούν όλοι οι Σπαρτιάτες σε φυλακή στην Αθήνα ή σε οποιαδήποτε Αθηναϊκή επικράτεια.



Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΗΣ 331 π.Χ. Μια παρ ολίγον «μαχαιριά» στη πλάτη του Μεγάλου Αλεξάνδρου!

Μετά την δεύτερη μάχη της Μαντίνειας και τους εδαφικούς ακρωτηριασμούς που υπέστη, η άλλοτε κραταιά Σπάρτη άρχιζε να παρακμάζει γοργά. Η χώρα γέμισε υπομείωνες που είχαν χάσει τους κλήρους τους στη Μεσσηνία και την Σκιρίτιδα και συνεπώς τα πολιτικά τους δικαιώματα αφού δεν συνεισέφεραν στα συσσίτιά τους. Για να λύσουν το πρόβλημα ο Αγησίλαος και οι διάδοχοί του μετέτρεψαν τον άλλοτε κραταιό Λακωνικό στρατό σε μισθοφορικό σώμα το οποίο υπηρετούσε κάθε Μεσογειακή δύναμη που είχε να το πληρώσει αφού οι σχέσεις με την Περσία είχαν χαλάσει από την εποχή που οι Αχαιμενίδες στράφηκαν προς του Βοιωτούς.


Το 338 π.Χ. μετά την μάχη της Χαιρώνειας οι προφυλακές του Φιλίππου Β΄ της Μακεδονίας προέλασαν στην Πελοπόννησο χωρίς αντίσταση. Όταν έφθασαν στα όρια της Σπάρτης οι κάτοικοι αρνήθηκαν να υποταχθούν. Ο Φίλιππος αγνόησε την πόλη που είχε πάψει προ καιρού να αποτελεί σημαντική δύναμη και ανεχώρησε προς βορρά. Οι φιλικά προσκείμενοι προς αυτόν Μεσσήνιοι και Αρκάδες είχαν αποδείξει ότι πλέον μπορούσαν μόνοι τους να αντιμετωπίσουν επιτυχώς τους εξασθενημένους Λακεδαιμονίους.


Η Σπάρτη ήταν η μοναδική Ελληνική πόλη που δεν πήρε μέρος στην Κορινθιακή συμμαχία κατά της Περσίας υπό την αιγίδα της Μακεδονίας το 337 πΧ. Ο Φίλιππος και στην συνέχεια ο Αλέξανδρος υποπτεύονταν τους Σπαρτιάτες ότι δωροδοκήθηκαν από τον Δαρείο. Οι 300 ασπίδες που έστειλε ο Αλέξανδρος ως αφιέρωμα στον Παρθενώνα με την επιγραφή «Πλην Λακεδαιμονίων» θα ντρόπιαζαν τη Σπάρτη ανά τους αιώνες. Πιεσμένοι από την οικονομική δυσπραγία και τη μανία να εκδικηθούν, οι Σπαρτιάτες, γύρευαν ξαναεπιβληθούν στην Ελλάδα και περίμεναν μια ευκαιρία να το πράξουν.


Το Νοέμβριο του 333 π.Χ. ο Αλέξανδρος νίκησε το Δαρείο στην Ισσό αλλά ο Μακεδόνας στρατηγός Ζωπυρίων σκοτώθηκε σε μία μάχη με τους Σκύθες και οι Θράκες εξεγέρθηκαν κατά των Μακεδόνων. Μετά την Περσική ήττα στην Ισσό ο Δαρείος έστειλε ένα στόλο υπό τούς Φαρνάβαζο και Αυτοφραδάτη στο Αιγαίο. Στο στόλο επιβιβάστηκαν οι 8000 Έλληνες μισθοφόροι που είχαν επιβιώσει από την μάχη της Ισσού. Ο στόλος αυτός κατέλαβε τη Χίο τη Λέσβο και τις Κυκλάδες απειλούσε άμεσα τις συγκοινωνίες του Αλεξάνδρου.


Βλέποντας την ευκαιρία ο βασιλιάς της Σπαρτης Άγις Γ΄ τους συνάντησε στη Δήλο και τους έπεισε να υποτάξουν την Κρήτη για να στρατολογήσουν κι άλλους μισθοφόρους. Σε στενή συμμαχία με τους Πέρσες οι Σπαρτιάτες πολιόρκησαν τις πόλεις της Κρήτης που έδωσαν «γην και ύδωρ» αλλά ο Αλέξανδρος που βρισκόταν στην Τύρο μόλις πληροφορήθηκε τα τεκταινόμενα έστειλε τον στρατηγό Αμφότερο μαζί με στόλο από την Φοινίκη για να λύσει την πολιορκία των Κρητικών πόλεων. Ο Άγις που είχε μείνει με 30 τάλαντα χρυσού και 10 πλοία στρατολόγησε Κρήτες τοξότες και παίρνοτας τους μισθοφόρους επέστρεψε στη Λακωνία και επιδόθηκε σε έντονη διπλωματική δραστηριότητα κατά των Μακεδόνων.


Την άνοιξη του 331 π.Χ. ενώ Αλέξανδρος προήλαυνε στην Ασία, ο Αγις εξεγέρθηκε πάλι κατά της Μακεδονικής κυριαρχίας δηλώνοντας ότι θα «ελευθέρωνε» τις άλλες Ελληνικές από την «τυραννίδα του Αλέξανδρου». Σε αυτό συνέβαλε η εξέγερση των Θρακικών φυλών κατά των Μακεδόνων που υποχρέωσε τον αντιβασιλέα της Μακεδονίας Αντίπατρο να εκστρατεύσει εναντίον τους με ότι δυνάμεις διέθετε. Ο Άγις που στο μεταξύ είχε λάβει κι άλλα περσικά λεφτά εξήγειρε Αχαιούς, Αρκάδες και εξόριστους από άλλες περιοχές και τους συγκέντρωσε στην πόλη Ήλιδα. Αρκετές Ελληνικές πόλεις στην Πελοπόννησο όπως το Άργος συντάχθηκαν με τους Σπαρτιάτες επιδιώκοντας αποτίναξη της Μακεδονικής κυριαρχίας. Οι Αθηναίοι παρά τις εκκλήσεις του Δημοσθένη περιορίστηκαν να καιροσκοπήσουν. Παρ όλα αυτά οργανώθηκε στρατός 20000 πεζών και 2000 ιππέων υπό την αρχιστρατηγία του βασιλιά Άγι. Πυρήνας ήταν οι 8000 Έλληνες μισθοφόροι του Δαρείου. Ο Άγις νίκησε τη μακεδονική φρουρά της Κορίνθου φονεύοντας μάλιστα το φρούραρχο Κόρραγο. Οι Μεγαλοπολίτες όμως τάχθηκαν εναντίον του Άγη και υπέμειναν πολιορκία.


3

Μακεδονική Ασπίδα από το Χ. Νικολόπουλο. πηγή: koryvantes.org

Ο Αλέξανδρος αντιδρώντας έστειλε από τα Σούσα τον στρατηγό Μένη στην Μακεδονία με 3.000 ασημένια τάλαντα για να ενισχύσει τον αντιβασιλέα Αντίπατρο στον αγώνα κατά της Σπάρτης. Ο Αντίπατρος μόλις πληροφορήθηκε την κινητοποίηση των επαναστατημένων Ελλήνων, έκλεισε όπως όπως ειρήνη με τους Θράκες. Χάρη στα λεφτά του Μένη στρατολόγησε βαρβάρους μισθοφόρους και προέλασε στην Πελοπόννησο. Στην μακρά του πορεία μερικές Ελληνικές πόλεις που δεν είχαν εξεγερθεί τον βοήθησαν με ενισχύσεις. Ο στρατός του Αντίπατρου που έφθασε τους 40.000 άντρες πέρασε τον ισθμό της Κορίνθου αμαχητί κάνοντας τον Άγη να αποκαλέσει τους Κορίνθιους «κακούς θυρωρούς της Πελοποννήσου». Αιφνιδιασμένος από την ταχύτητα της προέλασης του Αντίπατρου ο Άγις αναγκάστηκε να λύσει την πολιορκία της Μεγαλόπολης. Οι Σπαρτιάτες υποχώρησαν προς νότο χάνοντας έτσι την υποστήριξη των πόλεων της Κορινθίας και της Αργολίδας που συνθηκολόγησαν με τον Αντίπατρο. Βρίσκοντας όμως ένα στενό σημείο που εξουδετέρωνε την αριθμητική υπεροχή του Αντίπατρου και κάλυπτε τις οδεύσεις προς τη Λακωνία παρατάχθηκαν για μάχη. Αν υποχωρούσαν κι άλλο θα έχαν την ήδη χαλαρή στήριξη των συμμάχων που τους απέμεναν και θα εξέθεταν τη γή τους στο έλεος του Αντιπάτρου.


Η παράταξη των εξεγερμένων πρέπει να είχε στο δεξί κέρας τους Σπαρτιάτες, στο κέντρο τους μισθοφόρους και στο αριστερό τους συμμάχους του Αγη. Οι σύμμαχοι οπλίτες δεν θα ήταν και πολύ αξιόπιστοι αλλά και οι σύμμαχοι του Αντιπάτρου δε θα πρέπει να ήταν καλύτερης ποιότητας. Τα πλευρά θα καλύπτονταν από τα ελαφρά τμήματα που θα κρατούσαν το απόκρημνο έδαφος στα πλευρά της παράταξης των εξεγερμένων.


4

Σύγχρονη αναπαράσταση μισθοφόρου οπλίτη του 4ου αι π.Χ. Ευγενική χορηγία του συλλόγου Ιστορικών μελετών “Κορύβαντες”

Η μάχη που ξέσπασε ήταν πεισματώδης και ιδιαίτερα φονική. Ο Αντίπατρος θα πρέπει να έστειλε πρώτα τους βαρβάρους μισθοφόρους και τους Θράκες. Οι Σπαρτιάτες όμως και οι σκληραγωγημένοι βετεράνοι του Δαρείου τους απέκρουσαν αλλά υπέστησαν και αυτοί με τη σειρά τους απώλειες. Στα πλευρά της μάχης τα ελαφρά τμήματα των αντιπάλων είχαν εμπλακεί σε ένα αμφίρροπο αγώνα ενώ το ιππικό και των δύο παρατάξεων ανέμενε στα μετόπισθεν ως γενική εφεδρεία. Ο Αντίπατρος είχε μάλλον παρατάξει τους νεοσύλλεκτους Μακεδόνες σαρισοφόρους στο σημείο που η Λακωνική παράταξη εφάπτονταν με τους μισθοφόρους και κάλυψε του εξεγερμένους Πελοποννήσιους με τους συμμάχους του οπλίτες. Δεν ανέμενε ότι θα εμπλέκονταν σοβαρά αλλά θεώρησε ότι θα αντιμετώπιζαν τους εξίσου μη ενθουσιώδης ομολόγους τους δίνοντας του έτσι τον καιρό να διαρήξει με τις σάρισες την παράταξη το Άγη. Πιθανόν για να δώσει βάθος στους φαλαγγίτες κάλυψε το αριστερό του με του Ιλλυριούς


Οι Σπαρτιάτες οπλίτες και οι σύμμαχοί τους προέλασαν με σταθερό βήμα πιθανώς επικαλούμενοι ρυθμικά το Δία Αγέτορα ως παιάνα. Οι Μακεδόνες εξετέλεσαν πρόπτωση θέτοντας τις σάρισσες των πρώτων πέντε γραμμών σε οριζόντια θέση. Κατόπιν εξετέλεσαν πύκνωση που αντιστοιχούσε στον συνασπισμό των οπλιτών και έκαναν την παραταξή τους αρραγή. Ωθούμενοι ρυθμικά από τα κρόταλα τους πλησίασαν τους οπλίτες με αποφασιστικότητα και έχοντας εμπιστοσύνη στον οπλισμό και την εκπαιδευσή τους. Μόλις έφτασαν σχεδόν δέκα μέτρα από τον εχθρό κινήθηκαν με ταχύτητα κραυγάζοντας «Αλιαλαλιλάααιιι». Η σκηνή πρέπει να αποτέλεσε τρομερή δοκιμασία για τα νεύρα των αντιμαχομένων. Στο σημείο εμπλοκής των φαλαγγιτών και οπλιτών η μάχη ήταν η πλέον πλέον πεισματώδης και αιματηρή αλλά τελικά οι σάρισες όπως και στην Χαιρώνεια διέρρηξαν την παράταξη των εξεγερμένων. Οι οπλίτες απλώς δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τις σάρισσες καθώς τα δόρατά τους δεν έφταναν να πλήξουν τους Μακεδόνες. Ετσι τραυματίζοντα χωρίς να μπορούν να ανταποδώσουν και τελικά άρχισαν να διαρρέουν προς τα πίσω.


Ο βασιλιάς Άγις πληγώθηκε αλλά συνέχισε να αγωνίζεται. Κάποια στιγμή αντιλήφθηκε ότι παρα το γεγονός ότι συγκρατούσε του Ιλλυριους, η παράταξη του εκάμφθη από τον Μακεδονικό στρατό και οι Σπαρτιάτες υποχώρησαν πιεζόμενοι προς την κατεύθυνση της Σπάρτης ενώ ο ίδιος τραυματίστηκε και οι σωματοφύλακες του τον έβγαλαν από την συμπλοκή. Ο τραυματισμένος Άγις καθώς μεταφερόταν από τους σωματοφύλακες του βρέθηκε απομονωμένος. Την ίδια στιγμή ο Αντίπατρος διέταξε τους ιππείς του που μέχρι τότε δεν είχαν εμπλακεί να καταδιώξουν τους φυγάδες μεταβάλλοντας την υποχώρηση σε φυγή. Το ιππικό τον εξερμένων εγκατέλειψε το πεδίο της μάχης.


5

Μισθοφόρος θράκας πελταςτής. Ευγενική χορηγία του συλλόγου Ιστορικών μελετών “Κορύβαντες”

Ο Άγις αντιλαμβανόμενος ότι όλα είχαν χαθεί διέταξε τους στρατιώτες του να τον αφήσουν στο πεδίο της μάχης. Ο ίδιος αδιαφορώντας για τις πληγές του αντιστάθηκε γενναία στους Μακεδόνες, πιθανόν φονεύοντας τους πρώτους ιππείς που τον πλησίασαν, ώσπου μία εύστοχη βολή μακεδονικού ακοντίου έβαλε τέλος στο δράμα. Η βασιλεία του είχε διαρκέσει εννέα χρόνια. Οι επαναστάτες είχαν 5300 νεκρούς ενώ ο Αντίπατρος 1000 κατά το Διόδωρο και 3500 κατά τον Κούρτιο. Μετά την μάχη της Μεγαλόπολης η Σπάρτη δεν ανέκαμψε ποτέ καθώς το πρόβλημα της λειψανδρείας έγινε οξύτερο. Ο Αγις έχασε γιατί αδυνατούσε να συλάβει ότι η εποχή της αυτόνομης πόλης κράτους είχε οριστικά πεθάνει και ότι οι τακτικές και οι δυνατότητες των Μακεδόνων ήταν ανώτερες των οπλιτικών στρατών.


Ο αντιβασιλέας της Μακεδονίας έσπευσε να ενημερώσει με επιστολή του τον Αλέξανδρο που βρισκόταν στην καρδιά του Περσικού κράτους, πως η εξέγερση είχε κατασταλεί και ο Άγις ήταν νεκρός. Ο Αλέξανδρος θέλοντας να υποβαθμίσει το γεγονός το συνέκρινε με το κωμικό έπος της «Βατραχομυομαχίας», αλλά σίγουρα από μέσα του ευχαρίστησε του θεούς που τον είχαν γλιτώσει από μια «πισώπλατη μαχαιριά». Σε λίγο η μάχη των Γαυγαμήλων θα τον ανεδύκνειε σε Κυρίαρχο του τότε Γνωστού Κόσμου.


Πηγές


Ιουστίνος «Επιτομή Π. Τρώγου» 12.1.3-11


Διόδωρος. «Ιστορίαι» 17.62.1 – 17.63.4


Κούρτιος «Αλέξανδρος» 4.8.15.


Αρριανός «Αλεξάνδρου ανάβασις» 3.6.3 – 3.16.10.


Πλούταρχος «Αλέξανδρος»


Αισχύνης «Κατά Κτησιφώντος»



ΟΧΙ ΤΖΑΜΙ ΣΤΟ ΒΟΤΑΝΙΚΟ

Μείνετε ενημερωμένοι μόνο με ένα Like

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Όποιος από τους φίλους θέλει να μπει στην ομάδα του greekalert μπορεί να επικοινωνήσει στο greekalert@gmail.com

** Στην σελίδα παρουσιάζονται διαφημίσεις προερχόμενες από το google adsense. Το greekalert δεν σχετίζεται με καμία από αυτές, πρόκειται για τυχαίες επιλογές της google.

Ειδησεις