Τα άρθρα του greekalert

Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014

Ο γάμος στην αρχαία Ελλάδα

Ο γάμος στην αρχαία Ελλάδα σε όλες τις πόλεις-κράτη κατοχυρωνόταν με νόμο, έπαιζε δε πρωτεύοντα ρόλο την κοινωνία. Αν και δεν ήταν υποχρεωτικός, οι νέοι έπρεπε να παντρευτούν, γιατί η κριτική που ασκούταν στους άγαμους ήταν έντονη και πολλές φορές χλευαστική. Η δημιουργία οικογένειας εξυπηρετούσε δύο βασικούς σκοπούς. Την απόκτηση απογόνων και την κληροδότηση της περιουσίας και δεύτερον την περίθαλψη των γονέων από τα παιδιά τους.


Στην αρχαία Ελλάδα επικρατούσε το μονογαμικό σύστημα. Οι γυναίκες ήταν πολίτισσες και προστατευόταν από τους νόμους. Οι άνδρες μπορούσαν να έχουν εξωσυζυγικές σχέσεις, αλλά μόνο τα παιδιά της νόμιμης συζύγου κληρονομούσαν όνομα και περιουσία. Οι άνδρες παντρευόταν κυρίως στην ηλικία των 24-30 ετών, ενώ η ηλικία της γυναίκας ήταν τα 12-16 χρόνια.


Στις γαμήλιες τελετές, δεν ήταν υποχρεωτικό να παραβρίσκεται ιερέας ή εκπρόσωπος του κράτους και έτσι η παρουσία μαρτύρων στα συμβόλαια, όπου καθοριζόταν η προίκα, ήταν απαραίτητη. Οι γάμοι γίνονταν τις μέρες που ήταν πανσέληνος και συνήθως το χειμώνα, το μήνα Γαμηλιώνα (δηλαδή από τα μέσα Ιανουαρίου έως τα μέσα Φεβρουαρίου), που ήταν αφιερωμένος στη θεά Ήρα.

Η τελετή του γάμου περιλάμβανε τρεις ξεχωριστές φάσεις: τα Προτέλεια ή Προαύλια ή Προγάμια, τον κυρίως γάμο και τα Επαύλια.


Η πρώτη, που ήταν ο αρραβώνας, η παρουσία της νύφης δεν ήταν υποχρεωτική. Εκεί γινόταν συμφωνία για την προίκα, η οποία συνήθως περιελάμβανε ρευστό, ρουχισμό, πολύτιμα αντικείμενα και δούλους, και έφτανε το λιγότερο στο ένα δέκατο της περιουσίας του πατέρα της νύφης. Άλλες φορές δινόταν σαν προίκα κι ένας κλήρος γης με τη μορφή πλασματικής ενοικίασης.


Ο γάμος στην αρχαία Αθήνα


Στην Αθήνα τα κορίτσια δεν επιτρεπόταν να έχουν καμία επαφή πριν παντρευτούν. Ο μοναδικός τρόπος για να επιλέξει σύζυγο μια κοπέλα ήταν το συνοικέσιο, το οποίο γινόταν από τις προξενήτρες. Ο πατέρας της νύφης και του γαμπρού συμφωνούσαν ενώπιον μαρτύρων να παντρευτούν τα παιδιά. Η συμφωνία αυτή ονομαζόταν εγγύη και επρόκειτο για μια πολύ σημαντική νομική πράξη παρά το γεγονός ότι ήταν προφορική. Η εγγύη αποτελούσε ένα είδος αρραβώνα. Στην Αθήνα υπήρχε νόμος που απαγόρευε σε έναν άνδρα να παντρευτεί μια γυναίκα που δεν ανήκε σε οικογένεια Αθηναίων πολιτών αν και πολλές φορές ο συγκεκριμένος νόμος δεν εφαρμοζόταν. Απαγορευόταν στους αθηναίους να παντρευτούν με μια ξένη.

Κατά την πρώτη μέρα του γάμου, που κι εδώ διαρκούσε τρεις μέρες, ο πατέρας της νύφης έκανε τις καθιερωμένες προσφορές στους θεούς, η νύφη πρόσφερε τα παιδικά της παιχνίδια στην θεά Άρτεμη για να δείξει συμβολικά την αποκοπή από την προηγούμενη ζωή της και οι μελλόνυμφοι λούζονταν με νερό που έφερναν με ειδικό αγγείο από μια ιερή πηγή, την Καλλιρρόη. Τη δεύτερη μέρα γινόταν το γαμήλιο γεύμα από τον πατέρα της νύφης και η ίδια πάνω σε άμαξα πήγαινε στο νέο της σπίτι. Την τρίτη μέρα η νύφη δεχόταν τα γαμήλια δώρα στο σπίτι της. Οι γάμοι ήταν πάντα αφιερωμένοι στην θεά Ήρα, την προστάτιδα του θεσμού του γάμου.

αρχαια ελλαδα γαμος

Το διαζύγιο στην Αθήνα γινόταν με την αποπομπή της συζύγου από το σπίτι. Ο άνδρας είχε πάντα το δικαίωμα να διώξει τη γυναίκα του και όταν ακόμα δεν είχε για τίποτα να την κατηγορήσει. Η απιστία στην αθηναϊκή κοινωνία θεωρούνταν μεγάλο αδίκημα και τιμωρούνταν με αποπομπή από το σπίτι ή με απαγόρευση της συμμετοχής στις θρησκευτικές γιορτές.


Ο γάμος στην αρχαία Σπάρτη


Στη Σπάρτη όσοι έμεναν ανύπαντροι ως τα γεράματα δεν τους εκτιμούσαν όπως τους άλλους γέρους. Όταν κάποιος νέος ήθελε να παντρευτεί, «άρπαζε» την κοπέλα που επιθυμούσε. Την παρέδιδε σε μια γυναίκα, τη νυμφεύτρια, που τις έκοβε τα μαλλιά, την έντυνε με ανδρικά ρούχα και την ξάπλωνε σε αχυρένιο στρώμα μόνη. Κατόπιν ο γαμπρός έφευγε από το στρατόπεδο και την συναντούσε κρυφά και πάντα στο σκοτάδι. Περνούσε αρκετός καιρός και αρκετές συνευρέσεις μέχρι ο γαμπρός να δει το πρόσωπο της νύφης.


Όταν ένα ζευγάρι δεν μπορούσε να αποκτήσει παιδιά και γι’ αυτό ευθυνόταν η γυναίκα, ο άνδρας μπορούσε να τη διώξει από το σπίτι ή να φέρει κάποια στο σπίτι με την οποία θα μπορούσε να αποκτήσει παιδιά. Αν δεν μπορούσαν να κάνουν παιδιά από ανικανότητα του συζύγου, επιτρεπόταν η γυναίκα να μείνει έγκυος από άλλον άνδρα αφού όμως ο σύζυγος έδινε τη συγκατάθεση του. Όταν ένας σύζυγος είχε αποκτήσει πολλά παιδιά ήταν τιμή για αυτόν να δώσει τη γυναίκα του να την παντρευτεί κάποιος από τους φίλους του.

γαμος αρχαια ελλαδα

Τέλος θα πρέπει να αναφέρουμε ότι στην αρχαία Ελλάδα μαζί με το αντρόγυνο πολλές φορές ζούσαν και οι παλλακίδες, οι οποίες ήταν δούλες και είχαν ερωτική σχέση με τον άνδρα. Η σχέση αυτή θεωρούνταν φυσιολογική. Μάλιστα ο σύζυγος απαιτούσε από την παλλακίδα την ίδια πίστη που απαιτούσε κι από τη νόμιμη σύζυγο του. Μπορούσε να αποκτήσει και παιδιά μαζί της τα οποία όμως συνήθως δεν είχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα.


maiandros


The post Ο γάμος στην αρχαία Ελλάδα appeared first on hellasforce.



Αλυκή Θάσου: Το άγνωστο λατομείο, που έδωσε τα μάρμαρα στην Αμφίπολη

Το καλοκαίρι η Αλυκή, μια από τις ομορφότερες παραλίες στα νοτιοανατολικά της Θάσου, βιώνει ημέρες δόξας. Βουλιάζει από τουρίστες, Ρουμάνους και Βούλγαρους κυρίως, αλλά και Σκανδιναβούς και Γερμανούς. Στη βραχώδη μύτη της μικροσκοπικής χερσονήσου, γυναικεία κορμιά απολαμβάνουν τον καλοκαιρινό ήλιο σε φυσικές μαρμάρινες «ξαπλώστρες» που μοιάζουν με μικρά παγόβουνα τεμαχισμένα αρμονικά, λες και έγιναν από ανθρώπινο χέρι. Ή μήπως έγιναν στ’ αλήθεια;

Στα καταγάλανα νερά του ορμίσκου, υπερσύγχρονα ιστιοφόρα και πολυτελείς θαλαμηγοί αγκυροβολούν καταμεσής του μικρού κόλπου, καθώς δεν υπάρχει μουράγιο για να πιάσουν ή μαρίνα για να δέσουν.

Χαρά Θεού για τους λιγοστούς ντόπιους, που τα καλοκαίρια ανοίγουν τα αραδιασμένα στην παραλία σπιτάκια τους, δουλεύουν κάποια γραφικά ταβερνάκια και εξασφαλίζουν ένα καλό εισόδημα.


Και όμως, στην αρχαιότητα η Αλυκή γνώρισε (και) καλύτερες μέρες, οι οποίες αποτυπώνονται όχι μόνο στα λείψανα του αρχαίου οικισμού που βρίσκεται πίσω από τα σπίτια της παραλίας ανάμεσα σε πεύκα ή στην παρουσία ιερού και δύο βασιλικών και των μισοβυθισμένων στη θάλασσα λατομείων μαρμάρου, αλλά και στην εν εξελίξει ανασκαφή στην Αμφίπολη.


Με μάρμαρο από την Αλυκή Θάσου είναι χτισμένος ο ταφικός περίβολος που ήρθε στο φως στον τύμβο του Καστά από την Κατερίνα Περιστέρη και τους συνεργάτες της και προκάλεσε παγκόσμιο θαυμασμό.


Όχι μόνο για την αρμονία και την αρχιτεκτονική της κατασκευής, αλλά ίσως -ακόμα περισσότερο- για το πώς έφτασαν από τη Θάσο στην Αμφίπολη, την εποχή εκείνη και με τα τότε μέσα, δυόμισι χιλιάδες κυβικά μέτρα μαρμάρινων όγκων, που χρειάστηκαν για να περιφραχθεί ο μακεδονικός τύμβος!


«Δεν είναι 100% σίγουρο, πρέπει να γίνει και μια ανάλυση, αλλά το πιο πιθανό είναι ότι ο περίβολος έχει χτιστεί με λευκό μάρμαρο Αλυκής Θάσου», λέει στην «Κ» η προϊσταμένη της ΙΗ΄ Εφορείας Κλασικών και Προϊστορικών Αρχαιοτήτων Καβάλας, Μαρία Νικολαΐδου.


Latomeio_ThasosΤα πλοία πλεύριζαν την άκρη του λατομείου και έδεναν στις δέστρες, μεγάλες τρύπες που είχαν ανοίξει για τον σκοπό αυτό. Με ειδικές τροχαλίες, οι τεχνίτες ρυμουλκούσαν από τις πλαγιές το μάρμαρο και το κατέβαζαν στον πυθμένα του λατομείου, όπου το αναλάμβαναν οι γερανοί.


Μια απλή περιήγηση στη μαρμάρινη χερσόνησο, με οδηγό τις ανακαλύψεις των αρχαιολόγων, μεταφέρει τον επισκέπτη σε περιόδους της αρχαιότητας κατά τις οποίες η Αλυκή ήταν ο βασικός τροφοδότης, με υπέροχο λευκό μάρμαρο, βασιλείων, αυτοκρατόρων, πλουσίων, από την αρχαϊκή έως τη ρωμαϊκή και πρωτοβυζαντινή περίοδο.


αλυκη θασου φωτογραφιες

Εκεί ήταν το λατομείο, το μεγαλύτερο και σπουδαιότερο στη Θάσο, απ’ όπου απέκοπταν μαρμάρινους όγκους και τους τοποθετούσαν σε πλοιάρια με τη βοήθεια της μπίγας, ενός γερανού που είχαν επινοήσει για να σηκώνουν το βαρύτατο φορτίο.

Τα πλοία πλεύριζαν την άκρη του λατομείου και έδεναν τους κάβους στις δέστρες, μεγάλες τρύπες που είχαν ανοίξει για τον σκοπό αυτό, αλλά και για να συγκρατούν τις ανυψωτικές μηχανές σε μη αποκολλημένα μάρμαρα.


Από εκεί έφευγαν για προορισμούς της Μακεδονίας, της υπόλοιπης Ελλάδας, της Ρώμης μέχρι και την Αίγυπτο και την Περσία, κοσμώντας παλάτια, τάφους επιφανών και σπουδαία κτίρια.


Με ειδικά «τύμπανα» (τροχαλίες), ρυμουλκούσαν από τις πλαγιές τους τεράστιες όγκους και τους κατέβαζαν στον πυθμένα του λατομείου, όπου αναλάμβαναν δουλειά οι γερανοί.


«Έφαγαν» ολόκληρη τη μαρμαρινή ακτή με αυτό τον τρόπο οι αρχαίοι λατόμοι και σήμερα είναι εμφανή τα σημάδια της δραστηριότητας χιλιετιών στο μισοβυθισμένο μαρμάρινο απομεινάρι της, το οποίο οι κάτοικοι φιλοδοξούν να αποτελέσει πόλο έλξης επιπλέον επισκεπτών με αφορμή τη σύνδεσή του με τον τύμβο της Αμφίπολης.


«Θέλουμε να πιστεύουμε ότι θα προβληθεί σωστά η πολιτιστική του πλευρά και θα αξιοποιηθεί προς όφελος του τόπου», είπε ο κ. Νίκος Νικολούδης, γνωστός ενεργός πολίτης στη Θάσο.


Η φύση προσέφερε ένα επιπλέον δώρο στο καταπράσινο νησί του Βορείου Αιγαίου: το μάρμαρο. Από την αρχαιότητα η εξόρυξή του ήταν πηγή εσόδων για τους ντόπιους.


Σήμερα λειτουργούν γύρω στα δέκα λατομεία που εξάγουν μάρμαρο μέχρι και στη Σαουδική Αραβία. «Δυστυχώς, σε πολλές περιπτώσεις ενεργών αλλά και μη ενεργών λατομείων, δεν τηρούνται οι προδιαγραφές και καταντούν πληγές για το περιβάλλον», λέει ο δημοτικός σύμβουλος Βασίλης Παπαφιλίππου.


ellas2


The post Αλυκή Θάσου: Το άγνωστο λατομείο, που έδωσε τα μάρμαρα στην Αμφίπολη appeared first on hellasforce.



Παρίσι 16 Σεπτεμβρίου 1977… Η Μαρία Κάλλας πέρασε στην αιωνιότητα (ΒΙΝΤΕΟ)

Τα πρώτα χρόνια


Η Μαρία Κάλλας γεννήθηκε ως Άννα Μαρία Καικιλία Σοφία Καλογεροπούλου στις 2 Δεκεμβρίου του 1923 στη Νέα Υόρκη. Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς οι γονείς της, Ευαγγελία Δημητριάδη (από την Κωνσταντινούπολη) και Γιώργος Καλογερόπουλος (από τo Nεωχόριο Ιθώμηςστό Μελιγαλά Μεσσηνίας), είχαν μεταναστεύσει στις Η.Π.Α. από την Αθήνα. Εκεί ο πατέρας της ανοίγει φαρμακείο και το 1929 αλλάζει το οικογενειακό επώνυμο από Καλογερόπουλος σε Callas. Τρία χρόνια αργότερα η Μαρία ξεκινά τα πρώτα μαθήματα πιάνου μαζί με τη μεγαλύτερη αδελφή της Υακίνθη. Σε ηλικία 11 ετών έλαβε το πρώτο βραβείο ως «σολίστ» σε διαγωνισμό παιδικών φωνών που είχε διοργανώσει ο ραδιοφωνικός σταθμός της Νέας Υόρκης W.O.R.


2


Στα 1937 έρχεται το διαζύγιο των γονιών της και η Μαρία ακολουθεί τη μητέρα της στην Αθήνα, όπου ήδη βρισκόταν η αδελφή της. Αρχικά, αν και μικρότερη από το ηλικιακό όριο εισαγωγής, εγγράφηκε στο Εθνικό Ωδείο του Καλομοίρη με καθηγήτρια τη Μαρία Τριβέλλα ενώ ένα χρόνο αργότερα βρέθηκε στο Εθνικό Ωδείο Αθηνών όπου δίδασκε η Ελβίρα ντε Ιντάλγκο (Elvira de Hidalgo) και η οποία θεωρείται ως η κατ’ εξοχήν δασκάλα της Κάλλας.



Στις 2 Απριλίου 1939 κάνει το σκηνικό της ντεμπούτο ως Σαντούζα σε μία μαθητική παράσταση της «Αγροτικής Ιπποσύνης» (Cavalleria Rusticana) του Πιέτρο Μασκάνι από το Ωδείο Αθηνών. Λίγο πριν το ξέσπασμα του ελληνοϊταλικού πολέμου έρχεται η πρώτη συνεργασία της με την εταιρεία της Λυρικής Σκηνής Αθηνών και στις 21 Οκτωβρίου του 1940, ερμηνεύει τραγούδια από τον Έμπορο της Βενετίας του Ουίλιαμ Σαίξπηρ στο Βασιλικό Θέατρο. Η συνεργασία της με τη Λυρική Σκηνή θα συνεχιστεί και στις 21 Ιανουαρίου 1941 στην πρώτη της μελοδραματική εμφάνιση θα υποδυθεί τη Βεατρίκη στο έργο «Βοκκάκιος» του Φραντς φον Σουπέ στο κινηματοθέατρο Παλλάς.


Στις 27 Αυγούστου του 1942 στο θερινό θέατρο Παρκ στην Πλατεία Κλαυθμώνος, στην πρώτη της επαγγελματική εμφάνιση σε όπερα, ερμηνεύει «Τόσκα» του Τζιάκομο Πουτσίνι. Την ίδια χρονιά συμμετείχε σε συναυλία της Λυρικής στη Θεσσαλονίκη. Στις 19 Φεβρουαρίου ερμηνεύει τη Σμαράγδα στον «Πρωτομάστορα» του Μανώλη Καλομοίρη, και εννέα μέρες αργότερα συμμετέχει σε μεγάλη συναυλία για τα συσσίτια της Νέας Σμύρνης στον κινηματογράφο Σπόρτινγκ. Στις 12 Δεκεμβρίου ερμηνεύει άριες του Μπετόβεν και του Ροσίνι σε συναυλία υπέρ των φυματικών.


5


Η αρχή της μεγάλης πορείας


Λίγο μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τις δυνάμεις του Άξονα η Κάλλας, εξ αιτίας της υποβάθμισής της στη Λυρική Σκηνή και εν μέσω της πολεμικής των συναδέλφων της που την κατηγορούσαν για συνεργασία με τους κατακτητές, αποφασίζει να επιστρέψει στις Η.Π.Α. Προκειμένου να εξασφαλίσει τα εισιτήριά της δίνει μια αποχαιρετιστήρια παράσταση στην Αθήνα. Το Σεπτέμβριο του 1945 βρίσκεται στη Νέα Υόρκη και ξεκινά την προσπάθεια για ανεύρεση εργασίας αρχικά στη Μητροπολιτική Όπερα, δεν καταφέρνει όμως να υπογράψει συμβόλαιο.


Εντούτοις η ακρόασή της από τον Έντουαρντ Τζόνσον, διευθυντή της Όπερας, φέρνει την προσφορά δύο ρόλων στα έργα «Φιντέλιο» του Μπετόβεν και «Μανταμ Μπατερφλάι» του Πουτσίνι. Η Κάλλας απορρίπτει τους ρόλους. Δε θέλει να τραγουδήσει το «Φιντέλιο» στα αγγλικά, ενώ αισθάνεται πολύ εύσωμη ώστε να ερμηνεύσει την αιθέρια «Μπάτερφλάι».


Η γνωριμία της με τον καλλιτεχνικό διευθυντή της Αρένας της Βερόνα, Τζοβάννι Τζενατέλλο την οδηγεί στην Ιταλία. Εκεί στις 3 Αυγούστου 1947 κάνει την πρώτη της εμφάνιση στην Αρένα της Βερόνα με τη «Τζοκόντα» του Αμιλκάρε Πονκιέλι. Τον ίδιο χρόνο ερμηνεύει την Ιζόλδη από το «|Τριστάνος και Ιζόλδη» στη Βενετία υπό την καθοδήγηση του μαέστρου Τούλιο Σεραφίν. Συνάμα έρχεται και η γνωριμία της με τον μουσόφιλο Ιταλό βιομήχανο Τζοβάννι Μπατίστα Μενεγκίνι, με τον οποίο παντρεύονται στις 21 Απριλίου 1949. Ο Μενεγκίνι έχοντας και ρόλο μάνατζερ άσκησε καταλυτική επιρροή στην καριέρα της Κάλλας, υποβάλλοντάς την σε δίαιτα με σκοπό να αποκτήσει καλύτερη εμφάνιση και αποτρέποντάς την από κάθε βιοτική ενασχόληση με την οικονομική κάλυψη, που της παρείχε. Έτσι τον ίδιο χρόνο η Κάλλας κάνει καλλιτεχνικές εμφανίσεις στο Μπουένος Άιρες και το 1950 στο Μεξικό.


7


Τα στάδια της αποθέωσης


Στις 7 Δεκεμβρίου 1951 η Κάλλας ανοίγει τη σαιζόν στη Σκάλα του Μιλάνου με το «Σικελικό Εσπερινό», εμφάνιση που της προσφέρει μεγάλη αναγνώριση. Κατά τη διάρκεια των επόμενων επτά ετών η Σκάλα θα είναι η σκηνή των μέγιστων θριάμβων της σε ένα ευρύ φάσμα ρόλων. Το 1955 ανεβάζει την ιστορική παράσταση της «Τραβιάτας» του Βέρντι σε σκηνοθεσία Λουκίνο Βισκόντι.


Στις 27 Οκτωβρίου 1956 εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης ως «Νόρμα» στο ομώνυμο έργο του Μπελλίνι. Στις 5 Αυγούστου 1957 επιστρέφει στην Αθήνα και εμφανίζεται στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών. Δύο μήνες πριν είχε γνωρίσει τον εφοπλιστή Αριστοτέλη Ωνάση σε δεξίωση της κοσμικογράφου Έλσα Μαξγουελ. Η γνωριμία τους θα εξελιχθεί σε μία από τις πλέον συζητημένες σχέσεις στην ιστορία.


Το 1960 τραγουδά στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου «Νόρμα» και το επόμενο έτος «Μήδεια» σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή. Το 1962 επανέρχεται στη Σκάλα του Μιλάνου και αποθεώνεται σαν Μήδεια σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή και κοστούμια Γιάννη Τσαρούχη. Τον Ιανουάριο του 1964 πείθεται από το Φράνκο Τζεφιρέλι να συμμετάσχει σε μία νέα παραγωγή της «Τόσκα» στη σκηνή του Covent Garden. Η παράσταση εκθειάζεται από τους κριτικούς ενώ ακολουθεί την ίδια χρονιά νέος καλλιτεχνικός θρίαμβος στην Όπερα των Παρισίων με τη «Νόρμα». Παρά τα φωνητικά προβλήματα που έχει αρχίσει να αντιμετωπίζει το παρισινό κοινό την αποδέχεται θερμά.


Στις 5 Ιουλίου 1965 εμφανίζεται για τελευταία φορά σε παράσταση όπερας στο Covent Garden με την «Τόσκα» σε σκηνοθεσία Φράνκο Τζεφιρέλι. Στα 1966 απεκδύεται την αμερικανική υπηκοότητα και λαμβάνει την ελληνική. Με αυτή της την ενέργεια λύεται και τυπικά ο γάμος της με το Μενεγκίνι. Πλέον ελπίζει ότι ο Αριστοτέλης Ωνάσης θα της ζητήσει να παντρευτούν κάτι που τελικά δε γίνεται μια και στις 8 Ιουλίου 1968 ο Έλληνας μεγιστάνας παντρεύεται τη χήρα του Αμερικανού Προέδρου Κέννεντυ, Τζάκυ. Αυτή του η πράξη βυθίζει σε κατάθλιψη την κορυφαία υψίφωνο.


Τελευταίες σκηνές πριν το τέλος


Το 1969 γυρίζει σε ταινία τη «Μήδεια» του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Πιερ Πάολο Παζολίνι. Η ταινία δεν έχει τύχη στις κινηματογραφικές αίθουσες.



Στις 25 Μαΐου 1970 μεταφέρεται στο νοσοκομείο και γίνεται γνωστό ότι επεχείρησε να αυτοκτονήσει λαμβάνοντας μεγάλη δόση βαρβιτουρικών.


Το 1973 σκηνοθετεί στο Τορίνο μαζί με τον Τζουζέπε ντι Στέφανο τον «Σικελικό Εσπερινό» και την ίδια χρονιά ξεκινά μαζί του μια παγκόσμια καλλιτεχνική περιοδεία. Στις 8 Δεκεμβρίου η Κάλλας τραγούδησε στην Όπερα των Παρισίων, όπου το κοινό την κάλεσε στη σκηνή 10 φορές καταχειροκροτώντας την. Η τελευταία της εμφάνιση έγινε στην πόλη Σάπορο της Ιαπωνίας στις 11 Δεκεμβρίου του 1974.


Η Μαρία Κάλλας πέρασε στην αιωνιότητα στις 16 Σεπτεμβρίου 1977 στο Παρίσι. Η κηδεία της έγινε στις 20 Σεπτεμβρίου και, αφού το σώμα της αποτεφρώθηκε όπως επιθυμούσε, την άνοιξη του 1979 η τέφρα της σκορπίστηκε στο Αιγαίο.


Το μεγάλο μυστικό


Στο κινηματογραφικό ντοκυμαντέρ «Απόλυτη Κάλλας» του Γάλου σκηνοθέτη Φιλίπ Κολί, βασισμένο σε ιστορικά αρχεία, αποκαλύπτεται μια μυστική πτυχή της ζωής της μεγάλης «ντίβας».


Συγκεκριμένα αποκαλύπτεται ότι η Μαρία Κάλλας στις 30 Μαρτίου του 1960 γέννησε ένα άρρεν βρέφος πλην όμως νεκρό που φέρεται ως καρπός του έρωτά της με τον Αριστοτέλη Ωνάση. Ο Φιλίπ ισχυρίζεται ότι επαλήθευσε το ατυχές αυτό γεγονος με πιστοποιητικό γέννησης, στο οποίο αναφέρεται μεν το όνομα Όμηρος, αλλά με επίθετο «μη αναγνώσιμο». Επίσης ισχυρίζεται ότι κατέχει φωτογραφίες από το νεκροταφείο Μπρέσο του Μιλάνου όπου κατά τους ισχυρισμούς του θάφτηκε το νεογέννητο υπό «άκρα μυστικότητα».


http://ift.tt/1r2ac9W




The post Παρίσι 16 Σεπτεμβρίου 1977… Η Μαρία Κάλλας πέρασε στην αιωνιότητα (ΒΙΝΤΕΟ) appeared first on hellasforce.



16/09/1967. Ο Σπυρίδων Μαρινάτος ανακαλύπτει σημαντικό προϊστορικό οικισμό στο Ακρωτήρι της Σαντορίνης

Ο προϊστορικός αυτός οικισμός αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του Αιγαίου στα προϊστορικά χρόνια. Οι πρώτοι κάτοικοι εγκαταστάθηκαν στη Σαντορίνη τη Νεολιθική Εποχή. Στο ξεκίνημα της εποχής του χαλκού οι αρχαιολόγοι μιλούν ήδη για οικισμό στο Ακρωτήρι. Τα επόμενα χρόνια ο οικισμός μεγάλωσε και χάρη στο λιμάνι του αναδείχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα εμπορικά κέντρα του Αιγαίου. Ο πλούτος έδωσε την ευκαιρία στους κατοίκους του Ακρωτηρίου να δημιουργήσουν ένα μοναδικό πολιτισμό, με μια πορεία 4000 χρόνων, στο χώρο του Αιγαίου.


Η μεγάλη του έκταση (περίπου 200 στρέμματα), η άριστη πολεοδομική του οργάνωση, το αποχετευτικό του δίκτυο, τα περίτεχνα πολυώροφα κτήρια του με τον έξοχο τοιχογραφικό διάκοσμο, την πλούσια επίπλωση και οικοσκευή μαρτυρούν για τη μεγάλη του ανάπτυξη.


2


Τα ποικίλα εισηγμένα προϊόντα που βρέθηκαν μέσα στα κτήρια δείχνουν πόσο ευρύ ήταν το πλέγμα των εξωτερικών σχέσεων του Ακρωτηρίου. Διατηρούσε στενές σχέσεις με τη Μινωική Κρήτη αλλά βρισκόταν σε επικοινωνία και με την Ηπειρωτική Ελλάδα, τη Δωδεκάνησο, την Κύπρο, τη Συρία και την Αίγυπτο.


Η ζωή στην πόλη τελείωσε απότομα το τελευταίο τέταρτο του 17ου π.χ. αιώνα, όταν οι κάτοικοί της αποφάσισαν να την εγκαταλείψουν εξαιτίας ισχυρών σεισμών. Η έκρηξη του ηφαιστείου ακολούθησε. Τα ηφαιστειακά υλικά που κάλυψαν την πόλη και ολόκληρο το νησί προστάτευσαν ως σήμερα τα κτήρια και το περιεχόμενό τους, όπως έγινε και στην Πομπηία.

Στοιχεία για την κατοίκηση του Ακρωτηρίου της Θήρας κατά την προϊστορική εποχή άρχισαν να έρχονται στο φως από το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα. Οι συστηματικές όμως ανασκαφές άρχισαν εκεί το 1967 από τον καθηγητή Σπυρίδωνα Μαρινάτο υπό την αιγίδα της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας.


Ο Μαρινάτος αποφάσισε να ανασκάψει στο Ακρωτήρι ελπίζοντας ότι θα επαληθεύσει μια παλιά του θεωρία που είχε δημοσιεύσει από τη δεκαετία του ’30, ότι η έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας προκάλεσε την κατάρρευση του πολιτισμού της Μινωικής Κρήτης. Μετά το θάνατο του Μαρινάτου, στα 1974, η ανασκαφή συνεχίζεται υπό την διεύθυνση του καθηγητή Χρίστου Ντούμα.


2


Η αρχιτεκτονική του οικισμού


Τα κτίρια είχαν δύο ή τρεις ορόφους και πολλά δωμάτια. Τα πλουσιότερα ήταν κατασκευασμένα από πελεκητές πέτρες, τα οποία, για αυτόν τον λόγο, οι αρχαιολόγοι τα ονομάζουν ξεστές. Τα υπόλοιπα κτίρια ήταν κατασκευασμένα από τούβλα λάσπης ενισχυμένα με άχυρα, ξύλα και γύψο. Η θεμελίωση κατά κανόνα ήταν ρηχή και πολλές φορές υπήρχε τεχνητή επίχωση. Σε δύο περιπτώσεις, κάτω από την Ξεστή και κάτω από τα θεμέλια του μεσοκυκλαδικού κτιρίου, πάνω στα ερείπια του οποίου χτίστηκε η Δυτική οικία, βρέθηκε στρώση από χαλαρά θραύσματα πορώδους λάβας διατομής 4 με 6 εκατοστών , η οποία έπαιζε τον ρόλο σεισμικής μόνωσης.


Τα δάπεδα των ορόφων κατασκευάζονταν από ξύλα και καλάμια, πάνω στα οποία υπήρχε πατημένο χώμα, στο οποίο συχνά τοποθετούσαν σχιστολιθικές πλάκες ή βότσαλα. Με ξύλα και καλάμια κατασκευαζόταν και η στέγη, πάνω στην οποία τοποθετούσαν, επίσης, πατημένο χώμα, το οποίο δρούσε ως μονωτικό και εξασφάλιζε δροσιά το καλοκαίρι και ζέστη το χειμώνα.


Οι κάτω όροφοι χρησιμοποιούνταν ως αποθήκες, εργαστήρια ή μύλοι, ενώ οι πάνω όροφοι ήταν οι χώροι διαμονής των κατοίκων. Στα πιο πλούσια σπίτια, συχνά, οι τοίχοι των πάνω ορόφων ήταν διακοσμημένοι με τοιχογραφίες. Οι δρόμοι της πόλης ήταν λιθόστρωτοι. Η αποχέτευση των κτιρίων γινόταν με πήλινους σωλήνες που βρίσκονταν μέσα στους τοίχους των κτιρίων και κατέληγαν σε χτιστούς υπονόμους κάτω από τους λιθόστρωτους δρόμους.oge.


The post 16/09/1967. Ο Σπυρίδων Μαρινάτος ανακαλύπτει σημαντικό προϊστορικό οικισμό στο Ακρωτήρι της Σαντορίνης appeared first on hellasforce.



ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΕΠΕΤΕΙΟΛΟΓΙΟ (16/09)

16/09/1905. Διάλυση της βουλγαρικής τσέτας του βοεβόδα Ναούμ

Τα ανταρτικά σώματα Μακρή και Βλαχογιάννη συγκρούονται και σχεδόν διαλύουν το κομιτατζήδικο τμήμα (τσέτα) του βοεβόδα Ναούμ, ανάμεσα στα χωριά Γραδέσνιτσα και Δράγος της περιοχής Μοναστηρίου-Φλώρινας. Εναντίον της ίδιας τσέτας είχαν επιτεθεί και την 29η Ιουλίου 1905, στο χωριό Κλαδορράχη, τα σώματα των Καραβίτη και Μακρή, πετυχαίνοντας την εξόντωση 17 κομιτατζήδων.


16/09/1918. Ανακωχή Βουλγαρίας – Συμμάχων

Υπογράφεται στη Θεσσαλονίκη ανακωχή ανάμεσα στη Βουλγαρία και τους Συμμάχους. Επικεφαλής της βουλγαρικής αντιπροσωπείας είναι ο Υπουργός των Οικονομικών Μάνιτσεφ. Σύμφωνα με την ανακωχή, η Βουλγαρία είναι υποχρεωμένη: α) να εκκενώσει τα ελληνικά και σερβικά εδάφη που κατέχει, β) να αποστρατεύσει όλο το στρατό της, εκτός από τρεις μεραρχίες και γ) να αποθηκεύσει τα πυροβόλα, τα όπλα, τα πυρομαχικά, τα οχήματα και τα κτήνη των αποστρατευόμενων μονάδων σε σημεία, τα οποία θα καθορίζονταν από τη Συμμαχική Στρατιωτική Ηγεσία και με τον έλεγχό της.


The post ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΕΠΕΤΕΙΟΛΟΓΙΟ (16/09) appeared first on hellasforce.



Γραμμική Α και Γραμμική Β

Η Γραμμική Α είναι μια μινωική γραφή που ανακαλύφθηκε στην Κρήτη από τον Άρθουρ Έβανς το 1900. Η γραφή αυτή θεωρείται πρόγονος τηςΓραμμικής Β, η οποία είναι μυκηναϊκή.


Προέλευση

Όπως και η Γραμμική Β, έτσι και η Γραμμική Α είναι αποτυπωμένη κυρίως σε πήλινες πινακίδες. Τέτοιες πινακίδες έχουν βρεθεί στην Κνωσό, στηΦαιστό, στην Αγία Τριάδα, στα Μάλλια, στα Χανιά, στις Αρχάνες κ.α. αλλά και εκτός Κρήτης στη Μήλο, στην Κέα, στα Κύθηρα, στη Θήρα, στη Μίλητο και στην Τροία.


Χρονολογείται πριν την έλευση των Μυκηναίων στην Κρήτη, από το 1800 ως το 1450 π.Χ. περίπου.


Μορφή

Η Γραμμική Α αποτελείται όπως και η Γραμμική Β από συλλαβογράμματα (χαρακτήρες με συγκεκριμένη συλλαβική φωνητική αξία) και ιδεογράμματα (ή λογογράμματα, χαρακτήρες που αντιπροσωπεύουν αντικείμενα). Έχουν βρεθεί περί τα 60-70 συλλαβογράμματα και 60 ιδεογράμματα. Περίπου τα μισά από αυτά είναι κοινά με τους χαρακτήρες της Γραμμικής Β, κάτι που οδήγησε στην εικασία ότι η Α είναι πρόγονός της.


Γλώσσα

Η Γραμμική Α δεν έχει αποκρυπτογραφηθεί και αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της σύγχρονης αρχαιολογίας. Η αποκρυπτογράφησή της θα αποκαλύψει τη γλώσσα και ενδεχομένως και την καταγωγή των Μινωιτών.


Τα ιδεογράμματα μας επιτρέπουν να συμπεράνουμε με αρκετή ασφάλεια το περιεχόμενο των πινακίδων. Πρόκειται για καταλόγους ανθρώπων και αγαθών.


Η ύπαρξη κοινών χαρακτήρων και κοινών συνδυασμών χαρακτήρων στις δύο Γραμμικές γραφές επιτρέπει την ευρέως αποδεκτή εικασία ότι οι κοινοί χαρακτήρες έχουν την ίδια φωνητική αξία και στις δύο γραφές. Με βάση την αποκρυπτογραφημένη Γραμμική Β έχουν μεταγραφεί τα κείμενα της Γραμμικής Α, αλλά η φωνητική τους απόδοση δεν ανήκει σε καμιά ως τώρα γνωστή γλώσσα. Από την άλλη λείπουν από τη Γραμμική Β χαρακτήρες, οι οποίοι στη Γραμμική Α φαίνεται να είναι σημαντικοί, ενώ η Γραμμική Β χρησιμοποιεί χαρακτήρες από τη μινωική ιερογλυφική γραφή, οι οποίοι δεν υπάρχουν στη Γραμμική Α..


Στο τέλος των απαριθμήσεων εμφανίζεται πάντα η ίδια λέξη, η οποία με βάση τη Γραμμική Β αποδίδεται ως ku-ro ή ku-lo. Εικάζεται ότι σημαίνει “σύνολο”, “άθροισμα”. Ως λέξη όμως δεν μπορεί να ενταχθεί με ασφάλεια σε καμία από τις γνωστές γλώσσες. Έχουν προβληθεί οι διαφορετικές μεταξύ τους εικασίες ότι συγγενεύει με τη σημιτική ρίζα *kul, με την ινδοευρωπαϊκήρίζα *kwol ή με την ετρουσκική λέξη churu, οι οποίες έχουν συγγενή σημασία.


Εικάζεται ότι η γλώσσα των κειμένων της Γραμμικής Α μπορεί να είναι η ετεοκρητική, η οποία επιβίωσε και μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Μυκηναίους και δείγματα της οποίας σώζονται σε μεταγενέστερες επιγραφές γραμμένες με το ελληνικό αλφάβητο. Το συμπέρασμα αυτό δεν γίνεται αποδεκτό από όλους, επειδή υποστηρίζεται ότι στην Κρήτη την εποχή εκέινη μπορεί να υπήρχαν πάνω από μία μη ελληνικές γλώσσες. Η μη ελληνικότητα της γλώσσας της Γραμμικής Α ενισχύεται πάντως από το γεγονός ότι η εξέλιξή της, η Γραμμική Β, δεν αποδίδει την ελληνική γλώσσα με ακρίβεια. Με βάση αυτό το γεγονός θεωρούν αρκετοί ότι η Γραμμική Α ταίριαζε καλύτερα στη γλώσσα, για την οποία ήταν προορισμένη, ενώ η Γραμμική Β, παίρνοντας τις φωνητικές αξίες της, μόνο μερικώς μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως ελληνική γραφή, γι’ αυτό και στη συνέχεια εγκαταλείφθηκε.


Γραμμική Β


2


Η Γραμμική Β είναι η πρώτη γραφή της ελληνικής γλώσσας, μεταγενέστερη μορφή της Γραμμικής Α, και χρησιμοποιήθηκε στη Μυκηναϊκή Περίοδο, από το 17ο ως τον 13ο αι. π.Χ., κυρίως για την τήρηση λογιστικών αρχείων στα ανάκτορα.


Εύρεση

Ανακαλύφθηκε στις αρχές του εικοστού αιώνα στην Κνωσό από τον Άρθουρ Έβανς, που την ονόμασε έτσι επειδή χρησιμοποιούσε γραμμικούς χαρακτήρες (και όχι εικονιστικούς, όπως ημινωική ιερογλυφική γραφή) χαραγμένους σε πήλινες πινακίδες. Διέφερε όμως από μια πρωϊμότερη παρόμοια γραφή, τη Γραμμική Α, που βρέθηκε επίσης στην Κνωσό και στη νότια Κρήτη. Πήλινες πινακίδες με Γραμμική Β γραφή βρέθηκαν αργότερα στο μυκηναϊκό ανάκτορο της Πύλου στη Μεσσηνία και σε άλλες θέσεις της ηπειρωτικής Ελλάδας.


Συνολικά έχουν βρεθεί περί τα 5.000 κείμενα σε Γραμμική Β (κυρίως πινακίδες και δευτερευόντως αγγεία). Από αυτά γύρω στα 3.000 προέρχονται από την Κνωσό, γύρω στα 1.400 από την Πύλο, γύρω στα 300 από τη Θήβα, 90 από τις Μυκήνες ενώ μικρότερος αριθμός προέρχεται από τα Χανιά, τα Μάλια, την Τίρυνθα, την Ελευσίνα, τον Ορχομενό και αλλού.


Αμφισβητούμενη είναι η χρονολόγηση των κειμένων. Τα αρχαιότερα κείμενα προέρχονται από την Κνωσό και ανήκουν στην Υστερομινωική ΙΙ περίοδο (περί τα 1400 π.Χ.). Τα υπόλοιπα κείμενα από την Κνωσό είναι κατά την κρατούσα γνώμη από το 1370 π.Χ. πριν την καταστροφή του μυκηναϊκού ανακτόρου. Υποστηρίζεται όμως και η άποψη ότι είναι κατά έναν αιώνα νεώτερα. Τα υπόλοιπα κείμενα χρονολογούνται από τον 13ο αιώνα π.Χ.


Με βάση τον γραφικό χαρακτήρα των γραφέων οι αρχαιολόγοι υποθέτουν ότι τις πινακίδες της Κνωσού τις έγραψαν τουλάχιστον 60 διαφορετικοί γραφείς, ενώ αυτές της Πύλου τουλάχιστον 30.


Αποκρυπτογράφηση

Η Γραμμική Β αρχικά δεν ταυτίστηκε με καμία γλώσσα, θεωρούμενη από τον Έβανς ότι αναπαριστούσε μια ξεχωριστή γλώσσα που ονόμαζε “Μινωϊκή“, ενώ ήταν σχεδόν απόλυτα πεπεισμένος ότι ήταν αδύνατο να ήταν ελληνική.


Πολύ αργότερα από την ανακάλυψη των πινακίδων και μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες αρχαιολόγων και γλωσσολόγων, αποκρυπτογραφήθηκε το 1952 από το νεαρό αρχιτέκτονα Μάικλ Βέντρις (M. Ventris). Ο Βέντρις ζήτησε τη βοήθεια του κλασικού φιλολόγου Τζων Τσάντγουικ (J. Chadwick) και μαζί δημοσίευσαν ένα ιστορικό άρθρο στο Journal of Hellenic Studies [1]. Εκεί ερμήνευαν με σιγουριά 65 από τα 88 τότε γνωστά σύμβολά της, διατύπωναν τους βασικούς κανόνες ορθογραφίας της και έφερναν στο φως μια αρχαϊκή ελληνική διάλεκτο πέντε αιώνες παλαιότερη από τα Ελληνικά του Ομήρου.


Η Γραμμική Β περιλαμβάνει 89 συλλαβογράμματα, που αναπαριστούν συλλαβές με φωνητική αξία και περί τα 260 ιδεογράμματα (ή λογογράμματα), που αποδίδουν έννοιες όπως άνδρας, γυναίκα, αγελάδα, λάδι, κρασί κλπ. και σύμβολα για την απόδοση αριθμών. Αν και τα κείμενά της είναι στην πλειοψηφία τους λίστες εφοδίων που μπαίνουν, βγαίνουν ή είναι αποθηκευμένα στα ανάκτορα και τηλεγραφικές επιγραφές εμπορευμάτων, η αξία τους ως πρωτογενείς πηγές για την οικονομία, το εμπόριο, τη θρησκεία, την κοινωνική διαστρωμάτωση και τη διοικητική οργάνωση της μυκηναϊκής Ελλάδας είναι τεράστια. Ως σήμερα έχει αποκρυπτογραφηθεί το 87% των κειμένων.


Αρκετές προσπάθειες έχουν γίνει μέχρι σήμερα, για να ερμηνευθούν και τα υπόλοιπα 17 περίπου σύμβολα των οποίων δεν είναι γνωστή η συλλαβική τους αξία. Ένας νεώτερος έλληνας ερευνητής, ο Δημήτριος Μακρυγιάννης, προτείνει μία νέα θεωρία, βάσει της οποίας επιτυγχάνεται η ολοκλήρωση της αποκρυπτογράφησης της Γραμμικής Β. [1] Η θεωρία αυτή βασίζεται στην παρατήρηση ότι τα σχήματα των συμβόλων (συλλαβικών σημείων και ιδεογραμμάτων) δεν είναι τυχαία, αλλά παριστάνουν με στοιχειώδη τρόπο διάφορα αντικείμενα ή έννοιες. Καταλήγει δε στο συμπέρασμα, το οποίο αποτελεί και τη βασική αρχή της, ότι:


Η συλλαβική αξία του κάθε συμβόλου ισοδυναμεί με την αρχική συλλαβή του ονόματος του αντικειμένου ή της εννοίας που παριστάνει.


Το όνομα αυτό αποκαλείται βασική λέξη για την ερμηνεία του συμβόλου αυτού. Στον κατωτέρω πίνακα εκτίθενται μερικά παραδείγματα με τις ερμηνείες γνωστών συμβόλων της Γραμμικής Β.


3


Εφαρμόζοντας, λοιπόν, την παραπάνω βασική αρχή και για τα ανερμήνευτα σύμβολα, σε συνδυασμό με τις κενές θέσεις στο Συλλαβάριο, κατέστη δυνατόν να επιτευχθεί η ολοκλήρωση της αποκρυπτογραφήσεως. Στον κατωτέρω πίνακα εκτίθενται μερικά παραδείγματα από την ερμηνεία αγνώστων μέχρι τώρα συμβόλων:


4


Με τη θεωρία αυτή, αφ’ ενός συμπληρώθηκαν όλες οι κενές θέσεις του Συλλαβαρίου της Γραμμικής γραφής Β, και αφ’ ετέρου ανεκαλύφθησαν σ’ αυτό δύο νέες σειρές (πεντάδες) συλλαβογραμμάτων, με αρχικά σύμφωνα τα b- και g-. (Τα σύμβολα αυτά τοποθετούνται σε εντονώτερο πλαίσιο). Έτσι η ολοκληρωμένη μορφή του είναι η ακόλουθη:


5


Με τη θεωρία αυτή προέκυψαν και αρκετά συμπεράσματα αρχαιολογικού ενδιαφέροντος. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το σημείο 62 , το οποίο παριστάνει το δεύτερο σε σημασία θρησκευτικό σύμβολο των Μινωιτών (μετά τον διπλό πέλεκυ). Όταν ο A. Evans ανακάλυψε τα αντικείμενα αυτά στο ανάκτορο της Κνωσού, τα ονόμασε «ιερά κέρατα» και η ονομασία αυτή έχει επικρατήσει γενικά, έστω και αν δεν μοιάζουν πολύ με κέρατα. Για το σημείο αυτό ο M. Ventris διαπίστωσε ότι έχει την συλλαβική αξία pte. Βάσει της νέας θεωρίας, όμως, πρέπει και το όνομα αυτών των αντικειμένων να αρχίζει από την συλλαβή πτε–. Έτσι οδηγούμαστε στη λέξη πτερά ή πτέρυγες (=wings). Άρα δεν παριστάνουν κέρατα, αλλά τις δύο υψωμένες πτέρυγες ενός πτηνού. Συνεπώς βάσει αυτής της θεωρίας, δεν πρέπει να αποκαλούνται «ιερά κέρατα», αλλά «ιερές πτέρυγες». Ο συμβολισμός τους δε, αναφέρεται στην πνευματική ανύψωση του ανθρώπου προς τον Ουράνιο κόσμο.


Γλώσσα

Μυκηναϊκή Ελληνική

Οι πινακίδες της Γραμμικής Β μας δίνουν πληροφορίες για τη γλώσσα της εποχής. Είναι τα πρώτα γραπτά μνημεία ελληνικής γλώσσας. Πάντως η έλλειψη διαφοροποιήσεων στη γλώσσα μεταξύ των πινακίδων διαφορετικών εποχών και περιοχών (Κρήτης, Πύλου, Μυκηνών, Θήβας) οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η γλώσσα των πινακίδων δεν είναι απαραίτητα και η ομιλούμενη γλώσσα του λαού, η οποία λογικά θα παρουσίαζε τοπικές ιδιαιτερότητες. Μάλλον πρόκειται για μια “ανακτορική” γλώσσα, γλώσσα των γραφέων των μυκηναϊκών ανακτόρων, η οποία κατά πάσα πιθανότητα έχει αποκλίσεις από την καθημερινή γλώσσα. Παρ’ όλα αυτά παραμένει πολύτιμος μάρτυρας της ιστορίας της Ελληνικής γλώσσας.


Έτσι βλέπουμε αρχαϊσμούς όπως[2]:


διατήρηση των χειλοϋπερωικών φθόγγων (kw, gw), οι οποίοι αποδίδονται με q: qa-si-re-u = βασιλεύς, qo-u = βους, qe = τε

διατήρηση του δίγαμμα (F): wa-na-ka = Fάναξ

διατήρηση της οργανικής πτώσης -pi (-φι): te-u-ke-pi = τεύχεσφι

διατήρηση γενικής ενικού σε –οιο: te-o-jo = θεοιο

διατήρηση της τοπικής πτώσης (-ει) ως δοτικής: po-de = ποδεί

Από την άλλη βλέπουμε νεωτερισμούς, οι οποίοι δεν έχουν λάβει χώρα σε μεταγενέστερες διαλέκτους από τις οποίες έχουμε δείγματα γραφής, όπως η συριστικοποίηση του -τ-: e-ko-si = *έχοντι>*έχονσι>έχουσι. Η εξέλιξη αυτή δεν υπάρχει σε μεταγενέστερα κείμενα άλλων διαλέκτων όπως της δωρικής, πράγμα που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι την εποχή της Γραμμικής Β υπήρχε τουλάχιστον και άλλη μία ελληνική διάλεκτος πλην της μυκηναϊκής


Κανόνες γραφής

Ο συλλαβικός χαρακτήρας της Γραμμικής Β, ιδίως το γεγονός ότι αναγράφει μόνο φωνηεντικές συλλαβές ή αποτελούμενες από σύμφωνο + φωνήεν, δυσκολεύει την ανάγνωση των λέξεων, αφού οι συλλαβές μπορούν να αναγνωστούν με διαφορετικούς τρόπους. Από το γεγονός ότι η Γραμμική Β δεν αποδίδει τα ελληνικά με ακρίβεια συμπεραίνουν αρκετοί ότι η γραφή από την οποία προέρχεται (η Γραμμική Α) δεν είχε φτιαχτεί ως γραφή της ελληνικής, αλλά ενδεχομένως μιας άλλης άγνωστης γλώσσας, στην οποία ταίριαζε καλύτερα. Εικάζεται επίσης ότι λόγω αυτής της δυσχερούς απόδοσης των ελληνικών η Γραμμική Β στη συνέχεια εγκαταλείφθηκε. Κάποιοι κανόνες γραφής της Γραμμικής Β είναι οι εξής:


Η έκταση των φωνηέντων δεν διευκρινίζεται. Έτσι δεν υπάρχει γραπτή διάκριση μεταξύ ο και ω (π.χ. στη λέξη ko-no-so: Κνωσός) ή ε και η.

Δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ λ και ρ.

Η γραφή δεν αποδίδει τη διάκριση μεταξύ ηχηρών, αήχων και δασυνομένων κλειστώνσυμφώνων (τα κα/χα/γα γράφονται ως ka και τα πα/φα/βα ως pa). Μόνο για το ηχηρό οδοντικόδυπάρχει ειδικό συλλαβόγραμμα. Έτσι, το δα γράφεται da ενώ τα τα/θα ta.

Οι οπίσθιες δίφθογγοιαυ, ευ (που λήγουν σε -υ) αποδίδονται με ένα συλλαβόγραμμα και το u. Μόνο για την αρχική δίφθογγο Αυ- υπάρχει ιδιαίτερο συλλαβόγραμμα.


Στις πρόσθιες διφθόγγους (που λήγουν σε -ι) το i εκπίπτει στη γραφή. Έτσι η συλλαβή φαι γράφεται pa. Ειδικά όμως, το τοπωνύμιο Φαιστός έχει βρεθεί να αποδίδεται (παρά τον κανόνα) και ως pa-i-to. Στην αρχή της λέξης το αι μπορεί να γράφεται είτε a είτε με ειδικό συλλαβόγραμμα.


Αν μετά τα φωνήεντα υ και ι ακολουθεί άλλο φωνήεν, τότε τίθεται ανάμεσά τους ημίφωνο (F) w ή j. Το ίδιο ισχύει και για διφθόγγους που λήγουν σε u και i, παρ’ όλο που το i στη δεύτερη περίπτωση δεν γράφεται (λ.χ. ra-jo: λαιός, ku-wa: *κόρFα > κόρη/κούρη).


Διπλά όμοια σύμφωνα γράφονται ως απλά (το σσογράφεται so).

Συμφωνικά συμπλέγματα, των οποίων το πρώτο μέρος είναι κλειστό σύμφωνο, αναλύονται σε δύο συλλαβές με το ίδιο φωνήεν ως συνοδίτη φθόγγο (το κνω/κνο γράφεται ko-no).

Συμπλέγματα από διαρκές + κλειστό σύμφωνο βραχύνονται ως προς τη γραφή σε μία συλλαβή, απαλείφοντας το διαρκές (το στο γράφεται to).


Στα συμπλέγματα από δύο διαρκή σύμφωνα γράφονται κατά κανόνα και τα δύο σύμφωνα (το μνι γράφεται mi-ni). Υπάρχουν όμως και εξαιρέσεις, όπου το πρώτο σύμφωνο δεν γράφεται. Η εξαίρεση έχει συστηματικό χαρακτήρα όταν το δεύτερο σύμφωνο είναι το σ, αλλά υπάρχουν και περιπτώσεις εξαιρέσεων για τις οποίες δεν μπορεί να διατυπωθεί κανόνας.

Τα σύμφωνα στο τέλος της λέξης παραλείπονται. Στις σπάνιες περιπτώσεις που μια λέξη λήγει σε -qs, -ps ή -ks, το κλειστό σύμφωνο αντικαθίσταται στη γραφή από το φωνήεν της προτελευταίας συλλαβής: η κατάληξη qs γράφεται με το φωνήεν της προηγούμενης συλλαβής ως qo.


Το συλλαβάριο


ΑΠΟΚΡΥΠΤΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ ΣΥΜΒΟΛΑ ΤΥΠΟΥ V ΚΑΙ CV[NB 1]

-A -E -I -O -U


The post Γραμμική Α και Γραμμική Β appeared first on hellasforce.



Αρχαία ελληνική γλώσσα

Με τον όρο αρχαία ελληνική γλώσσα εννοείται η ελληνική γλώσσα των αρχαϊκών χρόνων και της κλασικής αρχαιότητας. Στο όρο περιλαμβάνεται συνήθως και η μετακλασική εποχή της ελληνιστικής περιόδου. Ωστόσο, οι μεταλλάξεις της γλώσσας κατά την ελληνιστική περίοδο δικαιολογούν μεθοδολογικά την διακριτή θεώρηση της αρχαίας Ελληνικής με τον όρο Ελληνιστική κοινή.


Η μελέτη της ελληνικής γλώσσας μέσα από τις πηγές που επιβιώνουν στην προφορική εκφορά της γλώσσας και τα γραπτά τεκμήρια, μας επιτρέπει να διατρέξουμε την εξελικτική πορεία της γλώσσας, να εντοπίσουμε την ινδοευρωπαϊκή της καταγωγή, τους αρχαϊσμούς, τα προελληνικά δάνεια και να επισημάνουμε την εμφάνισή της κατά τη μυκηναϊκή εποχή. Οι κύριες φάσεις της εξελικτικής πορείας που περιγράφουν την πορεία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας είναι πέντε:


Aρχαϊκή γλώσσα των μυκηναϊκών χρόνων, έτσι όπως καταγράφεται στη συλλαβογράμματη γραφή που οι αρχαιολόγοι ονομάζουν Γραμμική Β΄.

Aρχαία ελληνική γλώσσα με την αλφαβητική γραφή και τις διαλέκτους της

Ελληνιστική κοινή των ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων

Μεσαιωνική γλώσσα του βυζαντινού ελληνισμού, κομβικό σημείο μετουσίωσης της ελληνικής κατά τον 15ο αιώνα.

Προϊστορία

Κατά την προϊστορική περίοδο, στα μέσα της εποχής του Χαλκού, χρησιμοποιείται στην Κρήτη η πρώτη γραφή που εντοπίζεται στον ελλαδικό χώρο: η μινωική ιερογλυφική γραφή (20oς -17ος π.Χ. αι.).


Ακολουθεί η Γραμμική Α, η οποία θεωρείται εξέλιξη της ιερογλυφικής, καθώς φαίνεται να χρησιμοποιεί συλλαβογράμματα. Και οι δύο αυτές γραφές δεν έχουν αποκρυπτογραφηθεί, κατά πασα πιθανότητα ομως δεν ειναι Ελληνικές παρα γηγενείς γλώσσες που μιλούσαν οι κάτοικοι της Κρήτης πριν έρθουν οι Έλληνες.


Η Γραμμική Β είναι ένα συλλαβικό σύστημα, που αποδίδει την πρωιμότερη και πιο αρχαϊκή φάση της ελληνικής γλώσσας (15ος – 13ος π.Χ. αι.). Βρίσκεται σε επιγραφές πήλινων πινακίδων, οι οποίες προέρχονται από τα οικονομικά και διοικητικά αρχεία τον μυκηναϊκού κόσμου.


Το ελληνικό αλφάβητο

Από την εποχή που εξαφανίζεται η μυκηναϊκή συλλαβική γραφή (1200 π.Χ.), η αρχαιότερη αποδεδειγμένη ελληνική γραφή, ως τα τέλη του 8ου π.Χ. αιώνα, οπότε εμφανίζονται οι πρώτες επιγραφές σε αλφάβητο, μεσολαβούν πέντε αιώνες χωρίς σχετικά αρχαιολογικά τεκμήρια.


To ελληνικό αλφάβητο καινοτομεί ως σύστημα γραφής, καθώς εισάγει την πλήρη φωνολογική αντιστοιχία των σημείων του: κάθε γράμμα αντιπροσωπεύει έναν και μόνο φθόγγο, φωνήεν ή σύμφωνο. Έτσι, με 24 γράμματα και με τους δυνατούς συνδυασμούς τους κωδικοποιούνται οι βασικοί φθόγγοι της γλώσσας, που παράγουν συλλαβές και σχηματίζουν λέξεις.


Για το πότε ακριβώς, σε ποιο μέρος και με ποιον τρόπο δημιουργείται το ελληνικό αλφάβητο υπάρχουν πολλές απόψεις. Κατά την απόλυτα κρατούσα γνώμη πρότυπο υπήρξε το φοινικικό, στο οποίο πρόσθεσαν τα φωνήεντα και το οποίο πρέπει να γνώρισαν οι Έλληνες, καθώς ταξίδευαν στα τέλη του 9ου π.Χ. αιώνα στην ανατολική Μεσόγειο. Μέσα στον 7ο π.Χ. αι. όλες οι ελληνικές πόλεις-κράτη έχουν ήδη διαμορφώσει και χρησιμοποιούν η καθεμιά το δικό της αλφάβητο με κατά τόπους ιδιομορφίες.


Οι επιγραφές είναι πάντοτε με κεφαλαία, χωρίς κενά διαστήματα ανάμεσα στις λέξεις, χωρίς σημεία στίξης και χωρίς τόνους. Τα αλφάβητα χωρίζονται σε τρεις κύριες ομάδες: τη Νότια (Κρήτη, Θήρα, Μήλο), την Ανατολική (ακτές Μ. Ασίας, νησιά Ανατολικού Αιγαίου, Μέγαρα, Σικυών, Κόρινθος και αποικίες τους) και τη Δυτική ομάδα (Θεσσαλία, Λοκρίδα, Εύβοια, Αρκαδία,Λακωνία και οι αποικίες τους).


Από τις αρχαϊκές επιγραφές ήδη διαπιστώνεται ο διαλεκτικός κατακερματισμός της αρχαιοελληνικής γλώσσας, ο οποίος οφείλεται στη διαμόρφωση του γεωγραφικού χώρου με τους ορεινούς όγκους και τους περίκλειστους τόπους εγκατάστασης, στη διαδοχική εμφάνιση και διασπορά των ελληνικών φύλων, στην αρχική απομόνωση και στην πολιτική αυτοτέλεια των πρώτων οικιστικών κέντρων.


Οι αρχαίες διάλεκτοι

Οι αρχαίες διάλεκτοι είναι δυνατόν να ταξινομηθούν σε τρείς ενιαίες ομάδες που προσδιορίζονται με γεωγραφικά κριτήρια ως εξής:


Ανατολική ομάδα με χαρακτηριστικό κορμό την Ιωνική-Αττική διάλεκτο (Ιωνία, Εύβοια, Κυκλάδες, Αττική, Μεθώνη Πιερίας, Θάσο, Χαλκιδική)

Κεντρική με χαρακτηριστικότερες διαλέκτους την Αρκαδοκυπριακή (Αρκαδία, Κύπρος) και την Αιολική (Θεσσαλία, Βοιωτία, Λέσβος και Αιολία).

Δυτική με κορμό τη Δωρική (Ήπειρος, Μακεδονία (βλ. Κατάδεσμο της Πέλλας), Δυτική Στερεά, Πελοπόννησος, Μήλος, Θήρα, Κρήτη,Δωδεκάνησα και τα παράλια της Μ. Ασίας).

Λογοτεχνικά είδη

Οι διάλεκτοι επηρεάζουν καθοριστικά τον αρχαίο ποιητικό και πεζό λόγο, καθώς τα διάφορα λογοτεχνικά είδη καλλιεργούνται στη διάλεκτο εκείνου του ελληνικού φύλου που, λόγω ιδιοσυγκρασίας και κάποιων κοινωνικοοικονομικών παραγόντων, τα δημιούργησε για πρώτη φορά.


Στην Ιωνική καλλιεργείται το έπος, μερικά είδη λυρικής ποίησης (ελεγεία, επίγραμμα, ίαμβος) και ιστοριογραφία) στη Δωρική η χορική ποίηση και αργότερα το ειδύλλιο, στην Αιολική η μελική ποίηση. Στην Αττική το δράμα (τραγωδία και κωμωδία), η ρητορική και η φιλοσοφία.


Ίσως χρειάζεται να εντοπιστεί εδώ το γεγονός ότι οι αρχαίοι ποιητές, ιστορικοί, ρήτορες ή φιλόσοφοι δεν έγραφαν στη μητρική τους γλώσσα, αλλά στη διάλεκτο που χρησιμοποιείτο κατά παράδοση για το λογοτεχνικό είδος που έγραφαν.


Η διάλεκτος που χρησιμοποιείτο στις επιγραφές, είναι επίσημη, επιμελημένη και προσεκτικά διατυπωμένη γλώσσα με κοινά στοιχεία από το προφορικό ιδίωμα όλων των πόλεων-κρατών μιας ευρύτερης περιοχής (Ιωνίας, Πελοποννήσου κ.ά.).


Όπως φαίνεται από τα παραπάνω, η διάλεκτος των λογοτεχνικών κειμένων δεν αποδίδει τον πραγματικό λόγο. Ήταν μια τεχνητή γλώσσα, κατασκευασμένη με κάποια γενικά χαρακτηριστικά των φυσικών, ομιλούμενων διαλέκτων. Ο ποιητής χρησιμοποιούσε συμβατικά βασικά γνωρίσματα, παρμένα από τον κοινό, γραπτό ή προφορικό, διαλεκτικό τύπο της Ιωνικής, της Αιολικής, της Δωρικής, προκειμένου να προσδώσει στη γλώσσα του το αντίστοιχο χρώμα, έτσι όπως του επέβαλλε η παράδοση του λογοτεχνικού είδους που υπηρετούσε.


Από τον 4ο π.Χ. αιώνα παρατηρείται το φαινόμενο της εξάπλωσης της χρήσης της αττικής διαλέκτου, παράλληλα με την αυξανόμενη πολιτική επιρροή της Αθήνας. Η αττική διάλεκτος εντέλει κατόρθωσε να συνδυάσει σε σχετικά υψηλό βαθμό τη φυσικότητα και το δυναμισμό του προφορικού λόγου με την εκφραστικότητα της ποιητικής καλλιέργειας. Το γεγονός ότι αναγνωρίστηκε ως επίσημη γλώσσα των Μακεδόνων βασιλέων, συνετέλεσε αποφασιστικά στην καθιέρωσή της ως βάσης της ελληνιστικής Κοινής.


Ελληνιστική κοινή

Με τις κατακτήσεις του Μ. Αλεξάνδρου ο ελληνικός κόσμος και ο πολιτισμός του επεκτάθηκαν ως τις Ινδίες. Η Αττική διάλεκτος, που είχε μετατραπεί σε μια κοινή γλώσσα για τις διοικητικές, διπλωματικές, εμπορικές ανάγκες όλων των Ελλήνων επεκτάθηκε, προκειμένου να καλύψει τις ίδιες ανάγκες ενός πολυφυλετικού κράτους με ποικιλία ομιλούμενων γλωσσών. Γενόμενη η ελληνική γλώσσα κοινό κτήμα ενός τεράστιου και πολυποίκιλου πληθυσμού, ήταν φυσικό να αλλοιωθεί η φωνητική της, να απλοποιηθεί η γραμματοσυντακτική μορφή της, να εμπλουτιστεί με νέες λέξεις και νέες σημασίες, δάνειες ή μεταπλασμένες από δικές της αρχαϊκότερες.


Αυτή τη νέα γλωσσική μορφή της ελληνικής, την οποία βλέπουμε εμείς σήμερα να σχηματίζεται και να χρησιμοποιείται μέσα σε ένα διάστημα έξι αιώνων, κατά τους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους (3ος π.Χ. αι.- 4ος αι. π.Χ.), την ονομάζουμε ελληνιστική (ή αλεξανδρινή) Κοινή ή απλώς Κοινή.


Η Κοινή χρησιμοποιήθηκε τόσο στον προφορικό όσο και στο γραπτό λόγο. Αρχικά υιοθετήθηκε και από τον Χριστιανισμό για τη διάδοση της διδασκαλίας του στις λαϊκές μάζες ως τον 4ο αιώνα. Από τον 1ο π.Χ. αιώνα, ωστόσο, αλεξανδρινοί λόγιοι, γραμματικοί και ρητοροδιδάσκαλοι είχαν αρχίσει να διδάσκουν τη χρήση της αρχαίας αττικής διαλέκτου, που γνώριζαν από τα κείμενα της κλασικής εποχής, πιστεύοντας ότι με τον τρόπο αυτό θα οδηγηθούν σε μια νέα λογοτεχνική άνθηση.


Οι αττικιστές, όπως ονομάστηκαν αυτοί οι συγγραφείς, με την αδιάλλακτη εναντίωσή τους στη ζωντανή, προφορική γλώσσα και την προσκόλλησή τους στη μίμηση της γραφής του 5ου π.Χ. αιώνα, επηρέασαν τους λόγιους όχι μόνο των πρώτων χριστιανικών αιώνων, αλλά και τον Βυζαντίου, με αποτέλεσμα να προκληθεί έτσι ο γλωσσικός διχασμός, που σημάδεψε την ελληνική παιδεία ως τις μέρες μας.


The post Αρχαία ελληνική γλώσσα appeared first on hellasforce.



Ελληνιστική Κοινή

Η Ελληνιστική Κοινή (κοινή εννοείται διάλεκτος) είναι η λαϊκή μορφή της αρχαίας ελληνικής γλώσσας που εμφανίστηκε στη μετακλασσική αρχαιότητα (περ. 300 π.Χ. -300 μ.Χ.) και αποτελεί την τρίτη περίοδο στην ιστορία της ελληνικής γλώσσας. Άλλες ονομασίες της είναι Αλεξανδρινή, Ελληνιστική, Κοινή ή Ελληνική της Καινής Διαθήκης. Η Κοινή είναι σημαντική όχι μόνο για τους Έλληνες, καθώς αποτέλεσε την πρώτη τους κοινή διάλεκτο και προπομπό της δημοτικής, αλλά και για τον Δυτικό πολιτισμό, για τον οποίο αποτέλεσε την lingua franca στην περιοχή της Μεσογείου. Η Κοινή ήταν επίσης η γλώσσα στην οποία γράφτηκαν τα Ευαγγέλια καθώς και η γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε για την διδασκαλία και εξάπλωση του Χριστιανισμού στα πρώτα χρόνια μετά Χριστόν. Η Κοινή ήταν επίσης ανεπίσημα πρώτη ή δεύτερη γλώσσα στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και ενώ στη Δύση σταδιακά εκτοπίστηκε από τα μεσαιωνικά λατινικά (τη Λαϊκή Λατινική γλώσσα), στην Ανατολή παρέμεινε για αιώνες η καθομιλουμένη.


Η Ονομασία

Κάποιοι λόγιοι όπως ο Απολλώνιος ο Δύσκολος χρησιμοποιήσαν τον όρο Κοινή αναφερόμενοι στην Πρωτοελληνική γλώσσα, ενώ άλλοι αναφερόμενοι σε οποιαδήποτε καθομιλουμένη μορφή της ελληνικής -δηλαδή για τη γλώσσα που κατά περιόδους διέφερε από την λόγια γλώσσα. Οταν όμως η Ελληνιστική Κοινή έγινε και γλώσσα της λογοτεχνίας της εποχής της (δηλαδή γύρω στον 1ο π.Χ. αιώνα), τότε ο διαχωρισμός άλλαξε. Κάποιοι άρχισαν λοιπόν τότε να διαχωρίζουν τη γλώσσα ανάμεσα στην Ελληνική (σαν καθαρό απόγονο της κλασικής γλώσσας, ως μετακλασική γλώσσα των λογίων) και στην καθομιλουμένη από διάφορους λαούς, του ελληνικού συμπεριλαμβανομένου. Άλλοι επέλεξαν διαφορετικό διαχωρισμό και ανέφεραν ως Κοινή την Αλεξανδρινή (την περὶ τῆς Ἀλεξανδρέων διαλέκτου) ή τη διάλεκτο της Αλεξάνδρειαςενώ άλλη την σχεδόν παγκόσμια γλώσσα της εποχής.


Ιστορία

Η Κοινή Ελληνιστική ξεπήδησε ως κοινή διάλεκτος μέσα στα στρατεύματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Υπό την ηγεσία των Μακεδόνων που κατέκτησαν τον γνωστό τότε κόσμο, η νεοσχηματισθείσα κοινή διάλεκτος ομιλούνταν τότε από την Αίγυπτο εως την λεκάνη της Ινδίας. Αν και τα επιμέρους στοιχεία της Κοινής διαμορφώθηκαν κατά την ύστερη Κλασική εποχή, στην μετά-Κλασική περίοδο μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου το 323 π.χ., όταν οι ασιατικοί πολιτιμοί υπό την επιρροή της Ελληνιστικής περιόδου άρχισαν με την σειρά τους να επηρεάζουν την γλώσσα.


Για την προέλευση της Κοινής Ελληνικής οι μελετητές διαφωνούν. Οι μεν πιστεύουν ότι πράγματι προερχόταν από τον συγκερασμό των τεσσάρων βασικών διαλέκτων της αρχαίας ελληνικής γλώσσας (ή εκ των τεσσάρων συνεστώσα), άλλοι ότι αποτελεί ουσιαστικά μια μετεξέλιξη της Ιωνικής ή της Αττικής διαλέκτου. Οι μεν[1] υποστηρίζουν ότι στην Ελληνιστική ήταν πολύέντονα τα ιωνικά στοιχεία, όπως το σσ αντί του ττ και το σύμπεγλμα ρσ αντί του ρρ (θάλασσα αντί θάλαττα και ἀρσενικός αντί ἀρρενικός) ενώ οι δε[2] θεωρούν ότι παρά τα πολλά στοιχεία από την ιωνική και άλλες διαλέκτους, ο βασικός πυρήνας της Ελληνιστικής ήταν η Αττική διάλεκτος.


Η Ελληνιστικη Κοινή είχε σε γενικές γραμμές περισσότερα ιωνικά στοιχείς στις περιοχές που κατοικούνταν κυρίως από Ίωνες ενώ αντίθετα στη Λακωνία και στην Κύπρο είχε περισσότερα λακωνικά και αρκαδικά-κυπριακά στοιχεία αντίστοιχα. Επιπλέον η λόγια γλώσσα της περιόδου εκείνης προσομοιάζει τόσο πολύ στην Αττική ώστε συχνά αναφέρεται ως Κοινή Αττική και οι περισσότεροι πλέον αποδέχονται την άποψη ότι η Ελληνιστική Κοινή είναι παιδί της Αττικής, με αρκετές βέβαια επιρροές από άλλες διαλέκτους ή και από τη μητρική γλώσσα άλλων λαών που την μιλούσαν και που σε μικρό βαθμό επίσης τη διαμόρφωναν.


Το πέρασμα στην επόμενη περίοδο, που είναι γνωστή και ως Μεσαιωνική ελληνική, χρονολογείται από την ίδρυση της Πόλης από τον Κωνσταντίνο Α’ το 330. Η μετά-Κλασική περίοδος της Ελληνικής αναφέρεται έτσι στην δημιουργία και την εξέλιξη της Κοινής διαμέσου της όλης Ελληνιστικής και Ρωμαϊκής περιόδου της ιστορίας έως τις αρχές του Μεσαίωνα.


Πηγές

Οι πρώτοι που μελέτησαν την Ελληνιστική Κοινή ήταν κλασσικιστές (δηλαδή λάτρεις της Αττικής διαλέκτου) και ήταν λογικό να μην αποδέχονται τις παρεκτροπές της Ελληνιστικής από το πρότυπό τους. Την απαξίωσαν ως “παρηκμασμένη μορφή” της λόγιας Αττικής γλώσσας και δεν της έδωσαν ιδιαίτερη σημασία όσο ήταν ακόμα καιρός και διασώζονταν περισσότερα στοιχεία της. Η μεγάλη σημασία της αναγνωρίστηκε μόλις κατά τον 19ο αιώνα και οι πηγές ήταν όσα πρωτότυπα σε επιγραφές και πάπυροι είχαν διασωθεί. Πηγή της επίσης υπήρξε η “Μετάφραση των Εβδομήκοντα“, δηλαδή η σχεδόν κατά λέξη μετάφραση στα ελληνικά της Παλαιάς Διαθήκης, καθώς και η Καινή Διαθήκη που συντάχθηκε περίπου 4 αιώνες αργότερα. Αυτά τα κείμενα στόχευαν λογικά στο να γίνουν κατανοητά από το πλατύ κοινό και κατά συνέπεια πρέπει να είχαν συνταχθεί στην καθομιλουμένη της εποχής τους.


Πληροφορίες μπορούν να αντληθούν και από Αττικιστές λόγιους της ελληνιστικής και ρωμαϊκής περιόδου, οι οποίοι προκειμένου να πολεμήσουν ουσιαστικά την εδραίωση τηςΕλληνιστικής Κοινής, εξέδιδαν έργα στα οποία συνέκριναν την “ορθή Αττική” με την “λανθασμένη Κοινή”. Παρέθεταν μάλιστα και παραδείγματα και νουθετούσαν τον κόσμο για την κατά την αντίληψή τους σωστή χρήση της γλώσσας. Ενας από αυτούς ήταν και ο Φρύνιχος Αρράβιος ο οποίος κατά τον 2ο π.Χ. αιώνα έγραφε[3] χαρακτηριστικά τα εξής:


Βασίλισσα οὐδείς τῶν Ἀρχαίων εἶπεν, ἀλλὰ βασίλεια ἢ βασιλίς. (Κανείς εκ των Αρχαίων δεν έλεγε (τη λέξη) βασίλισσα αλλά (έλεγε) βασίλεια ή βασιλίς)

Διωρία ἑσχάτως ἀδόκιμον, ἀντ’ αυτοῦ δὲ προθεσμίαν ἐρεῖς. (Η (λέξη) διωρία είναι αισχρά αδόκιμη και αντ’ αυτής να χρησιμοποιείς την προθεσμία)

“Πάντοτε” μὴ λέγε, ἀλλὰ “ἑκάστοτε” καὶ “διὰ παντός”.

Αλλες πηγές αποτελούν οι ίδιοι οι Αττικιστές με τα γλωσσικά τους “σφάλματα”, γιατί καθώς δεν μπορούσαν να είχαν τέλεια γνώση της Αττικής διαλέκτου έβαζαν στο λόγο τους κατά λάθος και στοιχεία της τότε καθομιλουμένης Ελληνιστικής Κοινής. Επίσης πηγή αποτελούν τα τυχαία ευρήματα σε επιγραφές αγγείων -που τις έγραφαν λαϊκοί καλλιτέχνες ή οι έμποροι μόνοι τους- καθώς και μερικά μεταφραστικά λεξικά ή γλωσσάρια ελληνο-λατινικών της ρωμαϊκής περιόδου. Στα τελευταία αναφέρονται[4] ελληνικές φράσεις με τη μετάφρασή τους στα λατινικά:


Καλήμερον, ἦλθες; Bono die, venisti?

Ποῦ; Ubi?

Τί γὰρ ἔχει; Quid enim habet?

Σπουδαία πηγή τέλος αποτελεί αυτή καθαυτή η νεοελληνική και οι διάλεκτοί της, όπως η Ποντιακή διάλεκτος και η Καππαδοκική, που έχουν κρατήσει κάποια γλωσσολογικά στοιχεία τα οποία έχουν χαθεί από τη νεοελληνική. Αυτές έχουν π.χ. κρατήσει την αρχαία προφορά του η ως ε (γράφουν νύφε, τίμεσον) ενώ στην Τσακωνική έχουν κρατήσει το παρτεταμένο α αντί του η (αμέρα, αστραπά, λίμνα). Στις νότιες νησιωτικές περιοχές (στα Δωδεκάνησα) και στην Κύπροέχει διατηρηθεί η έντονη, διπλή προφορά των διπλών όμοιων συμφώνων σε λεξεις όπως Ελλάδα, θάλασσα κ.α. Φαινόμενα σαν αυτά υποδηλώνουν ότι η προφορές και άλλα χαρακτηριστικά επιβίωσαν μέσα από την Ελληνιστική Κοινή παρά την ποικιλότητα της τελευταίας στον αχανή τότε ελληνόφωνο κόσμο.


Τύποι

Η Ελληνιστική Κοινή παρουσίαζε ποικιλία κατά τόπους, αλλά και ανάλογα με τη χρήση της. Ενας τύπος Ελληνιστικης Κοινής είναι η γλωσσα της Βίβλου. Η Μετάφραση των Εβδομήκοντα της Παλαιάς Διαθήκης που έγινε γύρω στο 280 π.Χ. από λόγιους Ιουδαίους οι οποίοι μιλούσαν τα ελληνικά, δείχνει την Ελληνιστική Κοινή της εποχής και της περιοχής τους. Η μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης έχει πολλά στοιχεία της ελληνιστικής της περιοχής και είναι επηρεασμένη από τα αραμαϊκά και τα εβραϊκά, οπότε δεν είναι βέβαιο ότι αντικατοπτρίζει την καθομιλουμένη Ελληνιστική Κοινή και λείπουν για παράδειγμα τα “μεν” και “δε” ενώ αφονεί ο ρηματικός τύπος “ἐγένετο” (με τη σημερινή έννοια του “έγινε”). Εντούτοις η μετάφραση αυτή εισήγαγε στοιχεία στην Ελληνιστικη Κοινή και ακόμα κι αν εξαρχής δεν ταυτιζόταν με την καθομιλουμένη, κατέληξε να επηρεάσει την τελευταία πολύ βαθιά.


Τα κείμενα της Νέας ή Καινής Διαθήκης που συντάχθηκαν τα περισσότερα εξαρχής στα ελληνικά, δίνουν στοιχεία για την Ελληνιστικη Κοινή της δικής τους εποχής (1ος αιώνας μ.Χ.) Η γλώσσα είναι αρκετά διαφορετική από της Παλαιάς Διαθήκης γιατί τα ελληνικά της Καινής Διαθήκης είναι πιο καθαρά ελληνιστικά -δεν αποτελούσαν έργο μετάφρασης αλλά συντάχθηκαν εξαρχής στην ελληνική.


Τα ελληνικά των Πατέρων της Εκκλησίας αποτελούν ένα τρίτο τύπο της Ελληνιστικής Κοινής που είναι και πιο κοντά στην καθομιλουμένη της εποχής τους.


Διαφορές με την Αττική διάλεκτο

Οι έξη αιώνες που καλύπτει ουσιαστικά η Ελληνιστική Κοινή δεν μπορεί να μην επηρέασαν τη γλώσσα τόσο στην απαρχή της όσο και στην εξέλιξή της. Οι διαφορές αφορούν στην γραμματική και στη σύνταξη, στη μορφολογία, στο λεξιλόγιο αλλά ασφαλώς και στη φωνολογία -την προφορά που πλέον είχε αλλάξει δραματικά. Αναμφίβολα όμως η Ελληνιστική Κοινή είναι πολύ πιο κατανοητή σε έναν γνώστη της νεοελληνικής σε σύγκριση με τα αρχαία ελληνικά


Οι διαφορές της από την Αττική διάλεκτο είναι αρκετές, αλλά οι ομοιότητές της πολύ περισσότερες. Οι περισσότερες διαφορές αφορούν σε απλοποιήσεις[5]. Οι συγγραφείς χρησιμοποιούν λιγότερα επίθετα με ανώμαλα παραθετικά,αποφεύγουν επίθετα της τρίτης κλίσης όπως και μονοσύλλαβα ουσιαστικά που έχουν ανώμαλη κλίση. Αποφεύγουν επίσης τα ρήματα εις -μι και πλάθουν ή βρίσκουν και χρησιμοποιούν ρημαντικούς τύπους με την κατάληξη -ω. Επίσης αντικαθίστανται οι καταλήξεις του β΄ αορίστου με τις καταλήξεις του α΄ αορίστου


Στη σύνταξη το “ἴνα” αντικαθιστά μια σειρά από συνδέσμους και απαρέμφατα. Γίνεται ευρύτερη χρήση των υποκοριστικών χωρίς όμως αυτά να έχουν την αρχική υποκοριστική τους έννοια (π.χ. το παιδίον δεν είναι όπως στα αρχαία ελληνικά το μικρό παιδί, αλλά γενικά το παιδί). Επίσης, επηρεασμένη από την αραμαϊκή γλώσσα, η ελληνιστική κοινή χρησιμοποιεί συχνά το “τότε” και τη φράση-κλισέ “καί το δέ”.


Το απαρέμφατο στην Κύπρο και στον Πόντο είχε μακροβιότερη ιστορία, αλλά στην Ελλάδα η χρήση του περιορίζεται δραματικά από την Ελληνιστική Κοινή. Χρησιμοποιείται πλατιά μόνον όταν μαρτυρεί σκοπό και συχνά βρίσκεται εμπρόθετο με γενική. Επίσης περιορίζεται η χρήση της παθητικής φωνής και ο κόσμος προτιμά να χρησιμοποιεί το ενεργητικό ρήμα μαζί με κάποιαν αυτοπαθή αντωνυμία.


Στην Ελληνιστική (τουλάχιστον όπως μαρτυρούν τα εκκλησιαστικά κείμενα) επέδρασαν και οι σημητικοί τύποι σύνταξης ή σχημάτων λόγου ή και λέξεις, όπως π.χ. η λέξη σατανάς. Η λέξη άγγελος αποτελεί άλλο ένα παράδειγμα επίδρασης, αφού παύει να χρησιμοποιείται τόσο συχνά με την έννοια του αγγελιοφόρου όσο του άγγελου, που είναι μεν αγγελιοφόρος του Θεού, αλλά η λέξη πλέον εννοεί το συγκεκριμένο όν, τον άγγελο, ο δε “διάβολος” παύει να σημαίνει εκείνον που ενσπείρει διαβολές, αλλά τον διάβολο του Ιώβ.


The post Ελληνιστική Κοινή appeared first on hellasforce.



ΟΧΙ ΤΖΑΜΙ ΣΤΟ ΒΟΤΑΝΙΚΟ

Μείνετε ενημερωμένοι μόνο με ένα Like

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Όποιος από τους φίλους θέλει να μπει στην ομάδα του greekalert μπορεί να επικοινωνήσει στο greekalert@gmail.com

** Στην σελίδα παρουσιάζονται διαφημίσεις προερχόμενες από το google adsense. Το greekalert δεν σχετίζεται με καμία από αυτές, πρόκειται για τυχαίες επιλογές της google.

Ειδησεις