Τα άρθρα του greekalert

Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2014

ΣΙΩΝΙΣΜΟΣ - Από τον Μωυσή στον Λένιν



Dietrich Eckart 

Το κείμενο αυτό μεταφράστηκε από ένα φυλλάδιο που βρέθηκε στο αρχείο του NSDAP. 
Τυπώθηκε αρχικά στο Μόναχο το Μάρτιο του 1924 βάσει ημιτελών σημειώσεων του Dietrich Eckart τις οποίες άρχισε να συντάσσει το φθινόπωρο του 1923. 
Όπως οι περισσότεροι διανοούμενοι της εποχής του ο Eckart άρχισε να ασχολείται με τη πολιτική χωρίς συγκεκριμένα ταξικά ή παραταξιακά κίνητρα. 
Η πρώτη του επαφή ήταν με το Γερμανικό Εργατικό Κόμμα του οποίου η ιδιότυπη φυλετική εθνικιστική και σοσιαλιστική γραμμή όπως και η ασήμαντη δύναμή του, ήταν σημαντική για τους σκοπούς της εταιρείας της Θούλης   όπου ανήκε τότε ο Eckart. 
Το κείμενο αυτό παρουσιάζει ένα φυλετικό αντισιωνισμό που δεν στερείται ουσίας και δεν υπόκειται σε κανέναν περιορισμό.




Όταν γινόταν η αναστήλωση του υπέροχου Λέοντα της Αμφιπόλεως (ανέκδοτες φωτογραφίες)

Το γύψινο πρόπλασμα.

Το γύψινο πρόπλασμα.



Δεν υπάρχει πλέον καμία αμφιβολία πως ο Λέων της Αμφιπόλεως υπήρξε ο «ακοίμητος φρουρός» του Τύμβου Καστά στην αρχαία Αμφίπολη που αποκαλύπτεται, μέρα τη μέρα, από τη σκαπάνη των αρχαιολόγων. Αρτιμελής και υπερήφανος, ο Λέων παρακολουθεί τις εργασίες. Εάν μπορούσε να μας απευθύνει τον λόγο, θα μας περιέγραφε την τιτάνια προσπάθεια που καταβαλλόταν, πριν από μία 75ετία περίπου, για τη δική του αναστήλωση. Διότι, όπως γράψαμε, σημαντικές προσωπικότητες εργάστηκαν για να εξασφαλίσουν τα μέσα, αλλά την αναστήλωση ανέλαβε ένας και μόνον άνθρωπος, ο Αθηναίος γλύπτης και τότε διευθυντής του Γλυπτικού Εργαστηρίου του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου Ανδρέας Ν. Παναγιωτάκης (1883-1957).

Η αναστήλωση του γιγαντιαίου μνημείου υπήρξε επίτευγμα για την εποχή που πραγματοποιήθηκε. Ο υποδιευθυντής της Αμερικανικής Αρχαιολογικής Σχολής Oscar Broneer (1894-1992) που ανέλαβε την ευθύνη, βρήκε τον καλύτερο σύμμαχο στο πρόσωπο του γλύπτη Ανδρ. Παναγιωτάκη.


Το γύψινο πρόπλασμα σε στέγαστρο που φτιάχτηκε επί τόπου και για τις ανάγκες της αναστήλωσης. Μπροστά με τη λευκή ποδιά ο γλύπτης Α. Παναγιωτάκης.

Το γύψινο πρόπλασμα σε στέγαστρο που φτιάχτηκε επί τόπου και για τις ανάγκες της αναστήλωσης. Μπροστά με τη λευκή ποδιά ο γλύπτης Α. Παναγιωτάκης.



Τον Αύγουστο 1936, αφού επισκέφθηκε την Αμφίπολη και απέρριψε την πρόταση να δημιουργηθεί μια μακέτα δύο έως δυόμισι μέτρα, ο καλλιτέχνης άρχισε να συμπληρώνει με πηλό τα κομμάτια που έλειπαν. Χρησιμοποιούσε ως βάση τα δώδεκα ογκώδη τεμάχια που διέθετε για να δημιουργήσει ένα πρόπλασμα σε φυσικό μέγεθος. Μέχρι τελευταία ώρα εντοπίζονταν τεμάχια, όπως συνέβη με τη σιαγόνα του Λέοντος, την οποία βρήκε χωρικός σε λόφο κοντά στο μνημείο.


Άποψη του χώρου κατά το πέρας των εργασιών.

Άποψη του χώρου κατά το πέρας των εργασιών.



Ανέκδοτες φωτογραφίες του προπλάσματος παραδίδουμε σήμερα στη δημοσιότητα.Στη συνέχεια, το πρόπλασμα αυτό, χρησιμοποιήθηκε ως υπόδειγμα για την ευχερέστερη αναστήλωση των μεγάλων σε όγκο και βαρύτατων μαρμάρινων τεμαχίων. Σύμφωνα με όσα δήλωνε ο Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς, τότε διευθυντής του Αρχαιολογικού Μουσείου των Αθηνών, ο Παναγιωτάκης με «κίνδυνο της υγείας και αυτής της ζωής, εργασθείς πολλάκις υπό τας χειρίστας καιρικάς συνθήκας, συνετέλεσεν έργον τιμών τα μέγιστα την σύγχρονον Ελλάδα». Από τον Μάιο του 1937 ο Παναγιωτάκης άρχισε επί τόπου να κατασκευάζει τη βάση πάνω στην οποία έγινε η τοποθέτηση των μαρμάρινων τεμαχίων.


Αύγουστος 1937: Οι οπίσθιοι πόδες του Λέοντος και ο γλύπτης Α. Παναγιωτάκης.

Αύγουστος 1937: Οι οπίσθιοι πόδες του Λέοντος και ο γλύπτης Α. Παναγιωτάκης.



Χρειάστηκαν μήνες σκληρής και κοπιώδους εργασίας, επιστράτευση μηχανικών μέσων και εθελοντών και δημιουργία πρόχειρης σιδηροδρομικής γραμμής για τις μεταφορές. Όταν ανέθεταν την αναστήλωση του Λέοντος στον Ανδρ. Παναγιωτάκη, ο τελευταίος είχε να επιδείξει τριακονταετή προϋπηρεσία στις ανιδρύσεις μαρμάρινων και χάλκινων αγαλμάτων του Εθνικού Μουσείου. Γόνος προεπαναστατικής οικογένειας των Αθηνών, ο Ανδρ. Παναγιωτάκης αφιέρωσε τη ζωή του στην τέχνη του και επιμελήθηκε σπουδαιότατων ευρημάτων. Από το χάλκινο άγαλμα του Διός ή Ποσειδώνος, τον Έφηβο των Αντικυθήρων, τον Κούρο της Φοινικιάς και τον Ιππέα του Αρτεμισίου, που βρίσκονται στην Αθήνα, μέχρι τον Ερμή του Πραξιτέλους και τη Νίκη, που βρίσκονται στην Ολυμπία.


Ο Λέων στην τελική φάση και ο γλύπτης καθισμένος στη βάση του.

Ο Λέων στην τελική φάση και ο γλύπτης καθισμένος στη βάση του.



Όσο προοδεύουν οι εργασίες των αρχαιολόγων και των πάσης φύσεως επιστημονικών συνεργατών τους, ολοένα και περισσότερο αποκαλύπτεται η εμβληματική παρουσία του Λέοντος της Αμφιπόλεως, ο οποίος κοσμούσε την κορυφή του Τύμβου. Γοητευτικά σενάρια ξετυλίγονται, ιστορικά τεκμήρια ξαναδιαβάζονται και ερμηνεύονται, ποικίλες απόψεις κατατίθενται. Το ίδιο συμβαίνει τα τελευταία περίπου ογδόντα χρόνια. Από τότε που παρέδωσε ολοζώντανο στην αιωνιότητα ο Ανδρ. Παναγιωτάκης τον Λέοντα της Αμφιπόλεως, για να υπενθυμίζει, με τους σιωπηλούς βρυχηθμούς του τον τόπο των ένδοξων Μακεδόνων, τον οποίο θα λαμπρύνει ακόμη περισσότερο το μνημείο που έρχεται στο φως.


5-12-219x300


71-224x300


61-300x212


Ελευθερίος Γ. Σκιαδάς

mikros-romios.gr



H Μάχη στον Αχυρώνα, η φονικότερη από την έναρξη δράσης της ΕΟΚΑ για την απελευθέρωση της Κύπρου (BINTEO)

2 Σεπτεμβρίου 1958 Διεξάγεται η Μάχη στον Αχυρώνα, στο Λιόπετρι Αμμοχώστου, η φονικότερη από την έναρξη δράσης της ΕΟΚΑ για την απελευθέρωση της Κύπρου. Τέσσερις άνδρες της ΕΟΚΑ (Φώτης Πίττας, Ανδρέας Κάρυος, Ηλίας Παπακυριακού και Χρίστος Σαμάρας) πέφτουν ηρωικά μαχόμενοι, ενώ σκοτώνονται και τραυματίζονται αρκετοί βρετανοί στρατιώτες.


3


Σαν σήμερα, 56 χρόνια πριν, στον αχυρώνα Λιοπετρίου διεξήχθη μια από τις ενδοξότερες μάχες του Κυπριακού Ελληνισμού όπου ο Ανδρέας Κάρυος, ο Φώτης Πίττας, ο Ηλίας Παπακυριακού και ο Χρίστος Σαμάρας αρνούμενοι να παραδοθούν στο στρατό των Άγγλων αποικιοκρατών έδωσαν τη ζωή τους για την αποτίναξη του Αγγλικού ζυγού, την ελευθερία της Κύπρου και την Ένωση της με την μητέρα Ελλάδα. Όλοι τους ήταν καταζητούμενοι, ο Ανδρέας Κάρυος και ο Φώτης Πίττας είχαν αποδράσει από τα κρατητήρια της Πύλας στις 12 Μαρτίου 1958, ο Ηλίας Παπακυριακού ανήκε στις ομάδες αποστολών του Βαρωσιού και ο Χρίστος Σαμάρας ήταν υπεύθυνος Λιοπετρίου.


Της μάχης προηγήθηκε η συνάντηση του Ανδρέα Κάρυου, Φώτη Πίττα και Ηλία Παπακυριακού με τον Παναγιώτη Βαρδάκη, επίσης καταζητούμενο, στο Φοινίτζι. Έπειτα έφτασαν στο δημοτικό σχολείο Λιοπετρίου, μεσάνυχτα της 30 Αυγούστου, όπου τους περίμενε ο Χρίστος Σαμάρας και ομάδα Λιοπετρίτων. Έμειναν στο Λιοπέτρι και την αυγή ο Ανδρέας Κάρυος έστειλε τον Παναγιώτη Βαρδάκη στο κρησφύγετο του Λιοπετρίου. Την επομένη πραγματοποιήθηκε μυστική σύσκεψη με στελέχη του Λιοπετρίου και τα μεσάνυχτα έφτασαν πληροφορίες για ερχομό Αγγλικών στρατιωτικών αυτοκινήτων στο Λιοπέτρι και διεξαγωγή επιχειρήσεων.


Οι καταζητούμενοι επιχείρησαν να αποδράσουν από το Λιοπέτρι δύο φορές. Τη πρώτη φορά πεζοί, κατά τη διάρκεια της νύχτα με συνοδό τον Χρίστο Μάστρο αλλά λόγω του πολυάριθμου αποσπάσματος του Αγγλικού στρατού αποφάσισαν να διαφύγουν με αυτοκίνητο. Ωστόσο συνάντησαν Άγγλους στρατιώτες και ακολούθησε άγρια μάχη. Διέφυγαν και γύρισαν στο σπίτι του Παναγιώτη Καλλή, ιδιοκτήτη του αχυρώνα.


Ξημέρωσε η 1η Σεπτεμβρίου και το μεσημέρι οι καταζητούμενοι αγωνιστές μπήκαν στον αχυρώνα, μετακίνησαν τα άχυρα και ο Παναγιώτης Καλλής τους προμήθευσε με νερό, ψωμί, αυγά και ρούχα. Αργότερα ήχησε η στρατιωτική διαταγή για κατ’οίκον περιορισμό και αποκλεισμό. Έγινε εξονυχιστικός έλεγχος αλλά ο Αγγλικός στρατός δεν εντόπισε κανέναν.

Τα μεσάνυχτα της 1ης Σεπτεμβρίου οι Άγγλοι χτύπησαν την πόρτα του Παναγιώτη Καλλή, με τη πληροφορία για την τοποθεσία των αγωνιστών. Προχώρησαν στον αχυρώνα και ένας στρατιώτης φώναξε τρεις φορές κατά διαταγή του Ταγματάρχη «Εσείς, παραδοθείτε εβγάτε εξώ, αλλιώς οι στρατιώτες θα ανοίξουν πυρ εναντίον σας». Η απάντηση κάθε φορά ήταν ίδια, μία ριπή από το πολυβόλο τους.


Μέχρι την αυγή ο αχυρώνας είχε περικυκλωθεί από ενισχύσεις. Το πρωί της 2ης Σεπτεμβρίου 1958 ένας ολόκληρος στρατός είχε πάρει θέση για μάχη ενάντια στους τέσσερις αγωνιστές της ΕΟΚΑ, αυτούς τους αγνούς πατριώτες, ήρωες της ελευθερίας και μάρτυρες της σύγχρονης Ελληνικής ιστορίας. «Παραδοθείτε» φώναξαν οι Άγγλοι από το μεγάφωνο, «ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ!» απάντησαν οι λεβέντες αγωνιστές και η μάχη ξεκίνησε.


Στις 2 το μεσημέρι έφτασε Αγγλικό ελικόπτερο και περιέλουσε τον αχυρώνα με βενζίνη και οι στρατιώτες με φλογοβόλα τον έζωσαν με φωτιά. Τότε, ένας ένας, οι αγωνιστές πραγματοποίησαν την έξοδο τους από τον αχυρώνα πυροβολώντας. Έπεσαν ένας ένας, παλικαρίσια, περνώντας στην αθανασία και στο πάνθεων των ηρώων.


Ως ΜΕΤΩΠΟ Κυπρίων Φοιτητών Ηνωμένου Βασιλείου θυμόμαστε, τιμούμε και δοξάζουμε τη θυσία των Ανδρέα Κάρυου, Φώτη Πίττα, Ηλία Παπακυριακού και Χρίστου Σαμάρα που ως γνήσιοι Έλληνες Κύπριοι έπεσαν για την απελευθέρωση της βασανισμένης μας Πατρίδας και την Ένωση με τη μητέρα Ελλάδα. Η θυσία τους μας συγκινεί και μας εμπνέει ταυτοχρόνως, μας γεμίζει δύναμη για τον δικό μας αγώνα ενάντια στην Κατοχή, την επιβολή της άδικης, ρατσιστικής και διχοτομικής Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας και το κομματικό κατεστημένο που την υποστηρίζει.


Ανδρέας Κάρυος, Φώτης Πίττας, Ηλίας Παπακυριακού, Χρίστος Σαμάρας – 2 Σεπτεμβρίου 1958.

ΑΘΑΝΑΤΟΙ


Γραφείο Τύπου


ΜΕΤΩΠΟ Κυπρίων Φοιτητών Ηνωμένου Βασιλείου




2 Σεπτεμβρίου 1945 Λήγει και επισήμως ο Β” Παγκόσμιος Πόλεμος, με την παράδοση της Ιαπωνίας… (ΒΙΝΤΕΟ)

Λήγει και επισήμως ο Β” Παγκόσμιος Πόλεμος, με την παράδοση της Ιαπωνίας. Η επίσημη τελετή λαμβάνει χώρα επί του πολεμικού πλοίου «Μιζούρι» στ” ανοιχτά του κόλπου του Τόκιο.








ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΕΠΕΤΕΙΟΛΟΓΙΟ (02/09)

02/09/1906. Θάνατος του Αθανάσιου Χατζηπανταζή

Ο οπλαρχηγός του Μακεδονικού Αγώνα Αθανάσιος Χατζηπανταζής από τη Σκοτούσα Σερρών, σκοτώνεται σε συμπλοκή με τις τουρκικές δυνάμεις μέσα στην πόλη των Σερρών.


Ο Αθανάσιος Χατζηπανταζής γεννήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα στο Πρόσνικ (Σκοτούσσα) Σερρών. Αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους φρουρούς του Ελληνισμού στις περιοχές Καλών Δέντρων, Τζουμαγιάς (Ηρακλείας) και Σιντικής και Μελενίκου[1]. Προσπάθησε να εκμηδενίσει τις Βουλγαρικές επιθετικές ενέργειες στην περιοχή.[2][3]


2


Στις 19 Αυγούστου του 1906, σε επίθεση αυτοκτονίας με το σώμα του, στην πόλη των Σερρών, εξόντωσε το Βούλγαρο πράκτορα του κομιτάτου, Αθανάς Νίκωφ που έδρευε στην πόλη ως βιβλιοπώλης, καθώς και άλλους δύο κομιτατζήδες. Η επίθεση έγινε στις 9 π.μ. στη γέφυρα του Αγίου Παντελεήμονος. Κατά την καταδίωξή τους από Οθωμανικό απόσπασμα, οι δράστες διασκορπίστηκαν προκειμένου να διαφύγουν.


Ο υπάρχηγός του Αθανάσιου Χατζηπανταζή, Τάκης Κηπουρός, βλέποντάς τον ξαφνικά από πίσω (ενώ ήταν τραυματισμένος) και νομίζοντας ότι επρόκειτο για Τούρκο χωροφύλακα, τον μαχαίρωσε αντανακλαστικά και τον τραυμάτισε. Το ίδιο βράδυ μεταφέρθηκε κρυφά στο Ελληνικό προξενείο Σερρών προκειμένου να νοσηλευτεί, μετά από υπόδειξη του προξένου Αντώνιου Σαχτούρη. Τη νοσηλεία του ανέλαβαν οι γιατροί Αναστάσιος Χρυσάφης, Πάνου και Καρατζάς. Κατά τη διάρκεια της μυστικής νοσηλείας του εκεί, στο προξενείο κατεύθασαν Οθωμανοί αστυνομικοί προκειμένου να διεξάγουν έρευνα. Τότε, ο συνεργάτης του, Αθανάσιος Κυριακόπουλος από το Σουμπάσκιοϊ (Νέο Σούλι) τον επωμίστηκε και τον περιέφερε στη συνοικία «Εβραίικα» των Σερρών, έως ότου απομακρυνθούν οι Τούρκοι χωροφύλακες από το προξενείο.


Η κατάστασή του χειροτέρεψε και πέθανε στις 2 Σεπτεμβρίου του 1906 από οξεία περιτονίτιδα. [5][6] Η ταφή του πραγματοποιήθηκε κρυφά καθώς ο θάνατός του δεν ανακοινώθηκε προκειμένου να μην καμφθεί το ηθικό των Ελλήνων (κρατήθηκε μυστικός για δυο χρόνια και ενώ, εν τω μεταξύ, το σώμα του συνέχισε την ένοπλο δράση με ηγέτιδα, τη σύζυγό του Σοφία Χατζηπανταζή.



Υπογράφεται η Συνθήκη της Αδριανούπολης… ο Σουλτάνος επιβεβαιώνει την ανεξαρτησία της Ελλάδας

2 Σεπτεμβρίου 1829 Υπογράφεται η Συνθήκη της Αδριανούπολης, η οποία σήμανε το τέλος του Ρωσοτουρκικού Πολέμου του 1828-1829. Με άρθρο της συνθήκης, ο Σουλτάνος επιβεβαιώνει την ανεξαρτησία της Ελλάδας.


2


Η Συνθήκη Ειρήνης της Αδριανούπολης (ή Συνθήκη του Εντιρνέ) σήμανε το τέλος του Ρωσο-Τουρκικού πολέμου του 1828-1829 ανάμεσα στην Ρωσική Αυτοκρατορία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Υπογράφτηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 1829 στην Αδριανούπολη από τον ρώσο Κόμη Αλεξέι Ορλώφ και τον τούρκο Αμπντούλ Καντίρ-μπεη. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία παρείχε πρόσβαση στην Ρωσία στις εκβολές του Δούναβη και στα κάστρα του Akhaltsikhe και του Akhalkalaki στην Γεωργία. Ο Σουλτάνος αναγνώρισε στην Ρωσία την κατοχή της Γεωργίας και των Χανάτων του Ερεβάν και του Ναχιτσεβάν τα οποία είχαν παραχωρηθεί στον Τσάρο από την Περσία με την Συνθήκη του Τουρκεμτσάι ένα χρόνο νωρίτερα. Με την συνθήκη άνοιγαν τα Δαρδανέλλια σε όλα τα εμπορικά πλοία, απελευθερώνοντας έτσι το εμπόριο των δημητριακών, των κτηνοτροφικών προϊόντων και της ξυλείας, αν και χρειάστηκε η Συνθήκη του Hünkâr İskelesi (1833) για να διευθετηθεί το ζήτημα των Στενών ανάμεσα στα δύο μέρη.


Ο Σουλτάνος εγγυήθηκε εκ νέου την ήδη υποσχεθείσα αυτονομία της Σερβίας, υποσχέθηκε αυτονομία για την Ελλάδα, και επέτρεψε στην Ρωσία να καταλάβει την Μολδαβία και την Βλαχία έως ότου η Οθωμανική Αυτοκρατορία καταβάλλει αποζημιώσεις. Η συνθήκη επίσης όριζε τα σύνορα μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Βλαχίας κατά τον ρου του Δούναβη, μεταβιβάζοντας στην Βλαχία τις συνοριακές επαρχίες (ράγιας) του Turnu Măgurele, Giurgiu και Brăila.


3


Η συμβολή της Συνθήκης Αδριανουπόλεως


Ν. Λυγερός


Ενώ είναι η Ρωσία και η Τουρκία που υπέγραψαν στις 14 Σεπτεμβρίου 1829 τη Συνθήκη Αδριανουπόλεως, είναι η Ελλάδα που βγαίνει κερδισμένη. Αυτό το νοητικό σχήμα δεν είναι ασυνήθιστο στη γεωστρατηγική, όμως και δυστυχώς, δεν το αξιοποιούμε από άγνοια. Ένα ανάλογο παράδειγμα θα ήταν η έλλειψη αξιοποίησης της Συνθήκης Λωζάννης από την Κύπρο… Ας αναλύσουμε όμως λεπτομερέστερα τη Συνθήκη Αδριανουπόλεως για να αναδείξουμε τα στοιχεία της.


Το πρώτο στοιχείο είναι ότι η Συνθήκη αυτή υπογράφεται μετά την είσοδο του ρωσικού στρατού στην Αδριανούπολη. Αυτό σημαίνει ότι λειτούργησε το ρωσικό δόγμα και όχι το τουρκικό. Η Συνθήκη αυτή είναι το πρώτο επίσημο πλήγμα που δέχεται η Οθωμανική Αυτοκρατορία κι επομένως αμφισβητείται πια η παντοδυναμία της ακόμα και σε διπλωματικό επίπεδο. Ενώ η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν αναγνώριζε την ύπαρξη του ελληνικού κράτους έως την ένοπλη σύγκρουση στη Ναυμαχία Ναυαρίνου το 1827, με τη Συνθήκη Αδριανουπόλεως αναγκάζεται να αποδεχτεί την ήττα της στρατηγικής της. Διότι και με τις διατάξεις της Συνθήκης Λονδίνου στις 6 Ιουλίου 1827 και με το Πρωτόκολλο Πετρουπόλεως στις 4 Απριλίου 1826, η Ελλάδα δεν ήταν ανεξάρτητη από την Υψηλή Πύλη. Υπήρχε ελευθερία εσωτερικής διοίκησης, διεξαγωγής εμπορίου και θρησκεύματος, όχι όμως ανεξαρτησία.


Ενώ η Συνθήκη Αδριανουπόλεως προβλέπει για τους Τούρκους εγκατεστημένους στην Ελλάδα, τη μετανάστευση στην πατρίδα τους έναντι αποζημίωσης της ακίνητης περιουσίας τους. Με άλλα λόγια, οι Τούρκοι κατακτητές γίνονται πρόσφυγες που δεν έχουν πια δικαίωμα επιστροφής στην Ελλάδα. Για να κατανοήσουμε καλύτερα πόσο σημαντική είναι η συμβολή αυτής της Συνθήκης, αρκεί να επισημάνουμε τη στάση της Αγγλίας. Η Αγγλία αρνείται να δώσει τη συναίνεσή της διότι θεωρεί ότι η ανεξαρτησία της Ελλάδας αποτελεί παράγοντα ανησυχίας στην Ανατολή. Την έμμεση αναγνώριση της Ελλάδας θα την αποδεχτεί με το Πρωτόκολλο της 3ης Φεβρουαρίου 1830, αλλά ακόμα και τότε υπό έναν όρο: να είναι μικρότερος ο εδαφικός χώρος του νέου κράτους.


Όμως ακόμα και με αυτόν τον όρο, με τη Συνθήκη Αδριανουπόλεως το ελληνικό κράτος υπάρχει πια και μπορεί, βέβαια, να εισχωρήσει στη διαδικασία ανάπτυξης μιας εδαφικής στρατηγικής. Η ουσία αυτού του νοητικού σχήματος είναι ότι το έργο μιας Συνθήκης δεν αφορά μόνο αυτούς που την υπογράφουν. Υπάρχουν και άλλες επιπτώσεις που μπορεί να αξιοποιηθούν με τον βέλτιστο τρόπο αν τις επινοήσουμε εγκαίρως. Οι Συνθήκες είναι πολύπλοκες και περίπλοκες. Κατά συνέπεια, ενσωματώνουν στοιχεία που δεν έχουν άμεσες επιπτώσεις αλλά είναι αποτελεσματικά σε βάθος χρόνου. Άρα αντί να καταγγέλνουμε από άγνοια μερικά δεδομένα και να περιμένουμε άλλα που δεν υπάρχουν, πρέπει να τα αναλύουμε και να τα αξιοποιούμε με κάθε τρόπο. Έτσι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι μια απλή εφαρμογή αυτού του νοητικού σχήματος.



Αλκιβιάδης

O Αλκιβιάδης Κλεινίου Σκαμβωνίδης α-ε: Ἀλκιβιάδης Κλεινίου Σκαμβωνίδης, σημαίνει Αλκιβιάδης, γιος του Κλεινίου, από τον δήμο του Σκαμβωνίδη – περίπου. 450-404 π.Χ), ήταν ένας εξεχών Αθηναίοι πολιτικός, ρήτορας και στρατηγός. Ήταν το τελευταίο γνωστό μέλος της αριστοκρατικής οικογένειας της μητέρας του, των Αλκμεωνίδων, η οποία έπεσε από τη προεξοχή μετά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στο δεύτερο μισό της σύγκρουσης ως στρατηγικός σύμβουλος, στρατιωτικός και πολιτικός.


Κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, ο Αλκιβιάδης άλλαξε τις πολιτικές του συμμαχίες αρκετές φορές. Στη πατρική του Αθήνα, στις αρχές της δεκαετίας του 410 π.Χ, υιοθέτησε μια επιθετική ξένη πολιτική, και ήταν εξεχών υποστηρικής της εκστρατείας στη Σικελία, αλλά έφυγε στη Σπάρτη, όταν οι πολιτικοί του εχθροί υπέβαλαν μήνυση ιεροσυλίας. Στη Σπάρτη, υπηρέτησε ως στρατηγικός σύμβουλος, προτείνοντας ή επιβλέποντας μεγάλες εκστρατείες κατά της Αθήνας. Και στη Σπάρτη, ωστόσο, ο Αλκιβιάδης απέκτησε ισχυρούς εθχρούς και αποστάτησε στην Περσία. Εκεί υπηρέτησε ως σύμβουλος του σατράπη Τισσαφέρνη, μέχρι να του ζητήσουν οι Αθηναίοι να επιστρέψει. Τότε, υπηρέτησε ως Αθηναίος Στρατηγός για αρκετά χρόνια, αλλά οι εχθροί του κατάφεραν να τον εξορίσουν για δεύτερη φορά.


Η εκστρατεία στη Σικελία ήταν ιδέα του Αλκιβιάδη, και μερικοί μελετητές ισχυρίζονται ότι, αν τη διοίκηση της εκστρατείας είχε αναλάβει ο Αλκιβιάδης και όχι ο Νικίας, η εκστρατεία δεν θα ήταν τόσο καταστροφική για τους Αθηναίους.[1] Στα χρόνια που υπηρέτησε τη Σπάρτη, ο Αλκιβιάδης έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο στην καταστροφή της Αθήνας – η κατάληψη της Δεκέλειας και οι εξεγέρσεις αρκετών κριτικών αθηναϊκών θεμάτων διεξήχθησαν είτε λόγω της γνώμης του είτε υπό τη διοίκηση του. Όταν επέστρεψε στην Αθήνα, έπαιξε καθοριστικό ρόλο σε μια σειρά αθηναϊκών νικών που ανάγκασε τη Σπάρτη να ζητήσει ειρήνη. Ευνόησε αντισυμβατικές τακτικές, νικώντας τις μάχες με προδοσία ή διαπραγματεύσεις αντί με πολιορκία.[2] Τα πολιτικά και στρατιωτικά ταλέντα του Αλκιβιάδη αποδείχθηκαν χρήσιμα για όποιο κράτος ήταν υπό την υποταγή του, αλλά η κλίση του να κάνει ισχυρούς εχθρούς επιβεβαίωσε ότι ποτέ δεν έμενε σε ένα μέρος για πολύ καιρό – και, μέχρι το τέλος του πολέμου βοήθησε να αναζωπυρυθούν, στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 410 π.Χ, οι μέρες του ως πολιτικός σαν περασμένες αναμνήσεις.


Παιδική ηλικία

Ο Αλκιβιάδης γεννήθηκε στην Αθήνα, και ήταν γιος του Κλεινία και της Δεινομάχης. Η μητέρα του ήταν κόρη του Μεγακλή, πρόγονος του Ευρυσάκης και του Αίαντα.[3] Ο Αλκιβιάδης άνηκε, από τη πλευρά της μητέρας του, στη πανίσχυρη οικογένεια των Αλκμαεονίδων – ο ξακουστός Περικλής και ο αδερφός του Αρίφρων ήταν ξαδέρφια της Δεινομάχης, καθώς ο πατέρας τους και η μητέρα τους ήταν ξαδέρφια.[4] Ο παππούς του, ονοματί Αλκιβιάδης, ήταν φίλος του Κλεισθένη, του διάσημου συνταγματικού αναμορφωτικού στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ.[5] Μετά τον θάνατο του Κλεινία στη μάχη της Κορώνειας, ο Περικλής και ο Αρίφρων έγιναν οι κηδεμόνες του.[6] Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο Αλκιβιάδης είχε αρκετούς διάσημους δασκάλους, συμπεριλαμβανομένου του Σωκράτη, και ήταν καλά προπονημένος στη τέχνη της ρητορικής.a[›] Ήταν γνωστός, ωστόσο, για τον απείθαρχο χαρακτήρα του, ο οποίος αναφέρεται από αρχαίους Έλληνες και Λατίνους συγγραφείς σε διάφορες περιπτώσεις.b[›]


Ο Αλκιβιάδης συμμετείχε στη μάχη της Ποτίδαιας το 432 π.Χ, όπου θεωρείται ότι ο Σωκράτης του έσωσε τη ζωή[7] και ξανά στη μάχη του Δηλίου το 424 π.Χ.c[›] Ο Αλκιβιάδης είχε στενή σχέση με τον Σωκράτη, τον οποίο σεβόταν.[8][9] Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο Αλκιβιάδης «φοβόταν και σέβονταν τον Σωκράτη μόνο, περιφρονώντας τις υπόλοιπες ερωμένες του».[10]


Ο Αλκιβιάδης παντρεύτηκε την Ιππαρέτη, τη κόρη του Ιππόνικου, ενός πλούσιου Αθηναίου. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, η Ιππαρέτη αγαπούσε τον άνδρα της, αλλά προσπάθησε να τον χωρίσει επειδή συναναστρεφόταν με εταίρες. Ζούσε μαζί του μέχρι το τέλος της ζωής του, κα γέννησε 2 παιδιά, μια κόρη και ένα γιό, τον Αλκιβιάδη.


Πολιτική καριέρα μέχρι το 412 π.Χ

Άνοδος στο προσκήνιο

Ο Αλκιβιάδης για πρώτη φορά ανέβηκε στο προσκήνιο όταν άρχισε να υποστηρίζει τις επιθετικές κινήσεις των Αθηναίων μετά την υπογραφή της Ειρήνη του Νικία. Αυτή η συμφωνία, μια ανακωχή μετά της Σπάρτης και της Αθήνας στα μέσα του Πελοποννησιακού Πολέμου, ήρθε μετά από 7 χρόνια πολέμου, στα οποία καμία πλευρά δεν πέτυχε αποφασιστικό πλεονέκτημα. Οι ιστορικοί Αρνόλντ Β. Γκόμμ και Ραφαέλ Σέαλι πιστεύουν, και ο Θουκυδίδης αναφέρει,[12] ότι ο Αλκιβιάδης πρότεινε ότι οι Σπαρτιάτες πρέπει να διαπραγματεύσουν για συνθήκη δια μέσω του Νικία και του Λάχη, εξαιτίας της εφηβίας του.[13][14]


Οι διαφωνίες προς την ερμηνεία της συνθήκης οδήγησαν τους Σπαρτιάτες να στείλουν πρεσβεία στην Αθήνα με πλήρες εξουσίες για τη ρύθμιση όλων των εκκρεμών θεμάτων. Οι Αθηναίοι αρχικά υποδέχθηκαν θερμά τους πρεσβευτές, αλλά ο Αλκιβιάδης τους συνάντησε μυστικά πριν μιλήσουν στην Εκκλησία (Αθηναϊκή Συνέλευση) και να πούν ότι η Συνέλευση ήταν υπεροπτική και είχε μεγάλες φιλοδοξίες.[15] Τους πρότεινε να αποκηρύξουν τη διπλωματική τους αρχή για να εκπροσωπήσουν τη Σπάρτη, και αντ’ αυτού να τους επιτρέψει να τους βοηθήσει μέσω της επιρροής του στην αθηναϊκή πολιτική.[16] Οι εκπρόσωποι δέχθηκαν και, εντυπωσιασμένοι με τον Αλκιβιάδη, αποξενώθηκαν από τον Νικία, ο οποίος ήθελε να υπογράψει συμφωνία με τους Σπαρτιάτες.[15] Την επόμενη μέρα, κατά τη διάρκεια της Συνέλευσης, ο Αλκιβιάδης τους ρώτησε τι δυνάμεις τους έδωσε η Σπάρτη για να διαπραγματευτούν και εκείνοι απάντησαν, όπως είχαν συμφωνήσει, ότι ήρθαν χωρίς απόλυτη και ανεξάρτητη εξουσία. Αυτό ήταν σε άμεση αντίθεση με ότι είχαν πει τη προηγούμενη μέρα, και ο Αλκιβιάδης κατέλαβε αυτή την ευκαιρία για να καταγγείλει τον χαρακτήρα τους, τη καχυποψία τους για τους στόχους τους, και τη καταστροφή της αξιοπιστίας τους. Αυτό το τέχνασμα αύξησε την επιρροή του Αλκιβιάδη ένω έβαλε σε αμηχανία τον Νικία, και ο Αλκιβιάδης έγινε αργότερα Στρατηγός. Παίρνοντας το πλεονέκτημα της αυξανόμενης δύναμης του για να ενορχηστρώσει τη δημιουργία μιας συμμαχίας μεταξύ του Άργους, της Μαντινείας και της Ελίδας, και άλλων πόλεων της Πελοποννήσου, απειλόντας τη σπαρτιατική ηγεμονία σε αυτή τη περιοχή. Σύμφωνα με τον Γκόμμ, «ήταν ένα μεγαλοπρεπές σχέδιο για ένα Αθηναίοι στρατηγό στο κεφάλι ενός κύριου πελοποννησιακού στρατού να εισβάλλει στη Πελοπόννησο προκαλώντας προβλήματα στη Σπάρτη, όταν δεν είχε μεγάλη φήμη».[17] Αυτή η συμμαχία, ωστόσο, ηττήθηκε στη μάχη της Μαντινείας.[18]


Κάποτε στα έτη 416-415 π.Χ, ξέσπασε διαμάχη μεταξύ του Υπέρβολου από τη μια πλευρά και του Νικία και του Αλκιβιάδη από την άλλη. Ο Υπέρβολος προσπάθησε να εξοστρακίσει ένα από αυτούς τους 2, αλλά ο Νικίας και ο Αλκιβιάδης ένωσαν την επιρροή τους και κατάφεραν να πείσουν τους Αθηναίους να εξορίσουν τον Υπέρβολο.[19] Αυτό το περιστατικό αποκαλύπτει ότι ο Νικίας και ο Αλκιβιάδης ακολουθούσαν το προσωπικό τους συμφέρον, και ότι οι φήφοι τους καθορίζονταν από τη βούληση των ηγετών.[14]


Ο Αλκιβιάδης δεν ήταν ένας από τους Στρατηγούς που εμπλέχθηκαν στη κατάληψη της Μήλου το 416-415 π.Χ, αλλά ο Πλούταρχος τον περιγράφει ως υποστηριχτή του διατάγματος για τον θάνατο των ανδρών της Μήλου και την υποδούλωση των γυναικών και των παιδιών.[20] Ο ρήτορας Ανδοκίδης ισχυρίζεται ότι ο Αλκιβιάδης απέκτησε ένα παιδί με αυτές τις υποδουλωμένες γυναίκες


Εκστρατεία στη Σικελία

Το 415 π.Χ, πρεσβείες από τη πόλη της Σεγέστας (ελλ. Εγέστα) έφθασαν στην Αθήνα για να ζητήσουν στήριξη στον πόλεμο τους κατά του Σελινούντα. Κατά τη διάρκεια των συζητήσεων για την επιχείρηση, ο Νικίας ήταν αντίθετος με την αθηναϊκή παρέμβαση, εξηγώντας ότι η εκστρατεία μπορεί να κοστίσει ακριβά και επιτέθηκε τον χαρακτήρα και τα μοτίβα του Αλκιβιάδη, ο οποίος ήταν υπέρ της επιχείρησης. Από την άλλη πλευρά, ο Αλκιβιάδης ισχυρίστηκε ότι μια εκστρατεία σε αυτό το νέο θέατρο θα έφερνε πλούτη στη πόλη και θα επέκτεινε την αυτοκρατορία της, όπως έγινε στους Ελληνο-Περσικούς Πολέμους. Στην ομιλία του, ο Αλκιβιάδης προέβλεψε (υπερ-αισιόδοξα, σύμφωνα με τους ιστορικούς) ότι οι Αθηναίοι θα είναι ικανοί να λάβουν συμμάχους σε αυτή τη περιοχή και να επιβάλλουν τη κυριαρχία τους στις Συρακούσες, τη πιο ισχυρή πόλη της Σικελίας.[22] Παρά τον ενθουσιασμό του Αλκιβιάδη για αυτή την εκστρατεία, ο Νικίας ανέλαβε τη διοίκηση της εκστρατείας, καθώς είχε σχέδιο για την ασφαλής κατάληψη της Σικελίας.[23] Σύμφωνα με τη γνώμη του, το μέγεθος του στόλου αυξήθηκε από 60 πλοία[24] σε «140 τριηρείς, 5.100 άνδρες, και περίπου 1.300 τοξότες και ελαφρά οπλισμένους άνδρες».[25] Ο φιλόσοφος Λέο Στράους υπογραμμίζει ότι η εκστρατεία της Σικελίας ξεπέρασε όλα όσα ανέλαβε ο Περικλής. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι η πρόθεση του Νικία ήταν να προκαλέσει έκπληξη στη συνέλευση με τους ψηλούς υπολογισμούς δυνάμεων που απαιτούσε, αλλά, αντί να αποθαρρύνει τους συμπολίτες του, τους έκανε πιο πρόθυμους να επιχειρήσουν την εκστρατεία.[26] Παρά τη δυσαρέσκεια του, ο Νίκιας έγινε Στρατηγός με τον Αλκιβιάδη και τον Λάμαχο, και οι 3 έδωσαν τις δυνάμεις τους για το καλύτερο δυνατό για την Αθήνα καθώς ήταν στη Σικελία.[27]


Μια νύχτα, κατά τη διάρκεια των προετοιμασιών για την εκστρατεία, οι ερμές στον πλίνθο με φαλλό, είχαν ακρωτηριάσει όλη την Αθήνα. Αυτό ήταν θρησκευτικό σκάνδαλο και θεωρήθηκε ως κακός οιωνός για την εκστρατεία. Ο Πλούταρχος εξηγά ότι ο Ανδρόκλης, ένας πολιτικός ηγέτης, χρησιμοποίησε ψευδομάρτυρες, οι οποίοι κατηγόρησαν τον Αλκιβιάδη και τους φίλους ότι ακρωτηρίασαν τα αγάλματα, βεβηλώνοντας και τα Ελευσίνια Μυστήρια. Αργότερα οι εχθροί του, ιδιαίτερα λόγω του Άνδροκλη και του Θέσσαλου (γιός του Κίμωνα), στρατολόγησαν ρήτορες για να υποστηρίξουνότι ο Αλκιβιάδης πρέπει να σαλπάρει όπως ήταν σχεδιασμένο και μετά την επιστροφή του, να δικαστεί. Ο Αλκιβάδης ήταν ύποπτος για τις προθέσεις τους, και ζήτησε να του επιτραπεί να δικαστεί αμέσως, υπό τον κίνδυνο του θανάτου του, για να καθαρίσει το όνομα του.[28] Αυτή η αίτηση απορρίφθηκε, και ο στόλος σάλπαρε λίγο αργότερα, με άλυτες επιβαρύνσεις


Όπως ο Αλκιβιάδης περίμενε, η απουσία του ενθάρρυνε τους εχθρούς του, και εκείνοι άρχισαν να τον κατηγορούν για άλλες ιερόσυλες πράξεις και σχόλια, και μάλιστα ισχυρίστηκαν ότι αυτές οι πράξεις σχετίζονταν με συνωμοσία κατά της δημοκρατίας.[30] Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, οι Αθηναίοι πάντα δέχονταν κάτι με φόβο και καχυποψία.[31] Όταν ο στόλος έφθασε στη Κατάνη, βρήκαν τη τριήρη Σαλαμίνια να περιμένει να φέρει τον Αλκιβιάδη και τους υπόλοιπους κατηγορούμενους για την ακρωτηρίαση των Έρμεων ή για τη βεβήλωση των Ελευσινίων Μυστηρίων πίσω στην Αθήνα για δίκη.[31] Ο Αλκιβιάδης είπε στους κήρυκες ότι θα επιστρέψει στην Αθήνα με το πλοίο του, αλλά στους Θούριους απέδρασε με το πλήρωμα του – στην Αθήνα καταδικάστηκε για την απουσία του και καταδικάστηκε σε θάνατο. Η περιουσία του κατασχέθηκε και οι Αθηναίοι υποσχέθηκαν ένα τάλαντο σε αυτόν που κατάφερνε να σκοτώσει τους κατηγορούμενους.[32] Εν τω μεταξύ, η αθηναϊκή δύναμη στη Σικελία, μετά από αρχικές νίκες, κινήθηκε κατά της Μεσσήνης, όπου οι Στρατηγοί περίμεναν τους μυστικούς τους συμμάχους για να οδηγήσουν τους πολίτες σε προδοσία. Ο Αλκιβιάδης, ωστόσο, φοβούμενος ότι θα τεθεί εκτός νόμου, έδωσε πληροφορίες σε φίλους των Συρακούσιων στη Μεσσήνη, οι οποίοι κατάφεραν να αποτρέψουν την είσοδο των Αθηναίων.[33] Με τον θάνατο του Λάμαχου σε μια μάχη, λίγο αργότερα, τη διοίκηση ανέλαβε ο Νικίας, τον οποίο οι σύγχρονοι μελετητές θεωρούν ανέπαρκο στρατιωτικό αρχηγό.


Αποστασία στη Σπάρτη

Μετά την εξαφάνιση του από τους Θούριους, ο Αλκιβιάδης γρήγορα ήρθε σε επαφή με τους Σπαρτιάτες, «αφού υποσχέθηκε ότι θα τους βοηθούσε με περισσότερη θέρμη από ότι έκανε πριν ως εχθρός τους» αν του πρόσφεραν άσυλο.[34] Οι Σπαρτιάτες δέχθηκαν τη προσφορά του. Στη συζήτηση που ξέσπασε στη Σπάρτη για το αν έπρεπε να στείλου δύναμη για να βοηθήσουν τις Συρακούσες, ο Αλκιβιάδης μίλησε και ενστάλαξε τους φόβους της αθηναϊκής φιλοδοξίας στους Σπαρτιάτες έφορους πληροφορώντας τους ότι οι Αθηναίοι έλπιζαν να καταλάβουν τη Σικελία, την Ιταλία, ακόμα και τη Καρχηδόνα.[35] Ο ιστορικός Ντόναλντ Κάγκαν πιστεύει ότι ο Αλκιβιάδης υπερέβαλε στα σχέδια των Αθηναίων για να πείσει τους Σπαρτιάτες ότι μπορούσαν να επωφεληθούν από τη βοήθεια του. Ο Κάγκαν επιβεβαιώνει ότι ο Αλκιβιάδης δεν είχε αποκτήσει ακόμα τη «θρυλική» φήμη του, και οι Σπαρτιάτες τον είδαν ως «νικημένο και κυνηγημένο άνθρωπο», οι πολιτικές του οποίου «παράγουν στρατιωτικές αποτυχίες» και φέρνουν «μη αποφασιστικό αποτέλεσμα». Αν είμαστε ακριβείς, αυτή η εκτίμηση υπογραμμίζει ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα του Αλκιβιάδη, η άκρως πειστική ρητορική του.[36] Μετά την απομάκρυνση της απειλής, ο Αλκιβιάδης συμβούλευσε τους Σπαρτιάτες να στείλουν στρατό και το πιο σημαντικό, ένα Σπαρτιάτη διοικητή για να πειθαρχεί και να βοηθά τους Συρακούσιους


Ο Αλκιβιάδης υπηρέτησε ως στρατιωτικός σύμβουλος στη Σπάρτη και βοήθησε τη Σπάρτη να κερδίσει αρκετές σημαντικές μάχες. Τους συμβούλευσε να χτίσουν ένα μόνιμο φρούριο στη Δεκέλεια, 10 μίλια (16 χιλιόμετρα) από την Αθήνα και μέσα στη θέα της πόλης.[37] Κάνοντας το αυτό, οι Σπαρτιάτες έκοψαν τους Αθηναίους από τα σπίτια τους, τις καλλιέργειες τους και τα ορυχεία αργυρού που είχαν στο Σούνιο.[36] Αυτό ήταν μέρος του σχέδιου του Αλκιβιάδη για να ξαναρχίσει τον πόλεμο με την Αθήνα στην Αττική. Αυτή η κίνηση ήταν καταστροφική για την Αθήνα και ανάγκασε τους Αθηναίους να μείνουν στα μεγάλα τους τείχη για ένα χρόνο, λαμβάνοντας εφόδια από θαλάσσιους δρόμους. Βλέποντας την Αθήνα πολιορκημένη σε δεύτερο μέτωπο, μέλη της Δηλιακής Συμμαχίας άρχισαν να σκέφονται για εξέγερση. Ως επακόλουθο της καταστροφικής ήττας των Αθηναίων στη Σικελία, ο Αλκιβιάδης σάλπαρε στην Ιωνία με σπαρτιατικό στόλο και κατάφερε να πείσει τις ιωνικές πόλεις να αρχίσουν εξέγερση.[38][39] Παρά τις πολύτιμες συμβουλές που έδωσε στους Σπαρτιάτες, ο Αλκιβιάδης έπεσε από την εύνοια της σπαρτιατικής κυβέρνησης, με αρχηγό τον Άγη Β’.[40] Ο Λεωτυχίδας, γιος του Άγη και της Τιμαίας μετά από αυτό, και πιστεύεται ότι αποτελεί γιος του Αλκιβιάδη.[41][42] Η επιρροή του Αλκιβιάδη μειώθηκε περαιτέρω μετά την αποχώρηση του Ένδιου, ενός εφόρου με τον οποίο είχε καλές σχέσεις.[43] Σύμφωνα με ισχυρισμούς, ο Αστύοχος, ένας Σπαρτιάτης Ναύαρχος, διέταξε τον θάνατο του, αλλά ο Αλκιβιάδης το έμαθε και αποστάτησε στον Πέρση σατράπη Τισσαφέρνη, ο οποίος υποστήριξε οικονομικά τις πελοποννησιακές δυνάμεις το 412 π.Χ.[44]


Στη Μικρά Ασία

Με την άφιξη του στην περσική αυλή, ο Αλκιβιάδης κέρδισε την εμπιστοσύνη του πανίσχυρου σατράπη και έκανε αρκετές πολιτικές προτάσεις, οι οποίες έλαβαν καλή υποδοχή. Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, ο Αλκιβιάδης αμέσως άρχισε να κάνει όλα όσο μπορούσε με τον Τισσαφέρνη για να τραυματίσει την πελοποννησιακή υπόθεση. Πρότρεψε τον σατράπη να μειώσει τις πληρωμές που έκανε στον πελοποννησιακό στόλο και να αρχίσει τη παράτυπη παράδοση τους.[44] Μετά, ο Αλκιβιάδης συμβούλευσε τον Τισσαφέρνη να δωροδοκήσει τους Στρατηγούς των πόλων για να κερδίσει πολύτιμες πληροφορίες για τις δραστηριότητες τους. Τέλος, και πιο σημαντικό, συμβούλευσε τον Τισσαφέρνη να μην φέρει τον περσικό στόλο σε σύγκρουση, καθώς ο συνεχής πόλεμος θα προκαλούσε εξάντληση στους στρατιώτες. Αυτό θα επέτρεπε στους Πέρσες να κατακτήσουν πιο εύκολα τη περιοχή μετά τη πάλη. Ο Αλκιβιάδης προσπάθησε να πείσει τον σατράπη ότι ήταν προς το συμφέρον της Περσίας να εξαντλήσει αρχικά την Αθήνα και τη Σπάρτη, «και μετά να μειώσει όσο μπορέσει τη δύναμη των Αθηναίων, για να μπορέσει να απαλλάξει τη χώρα των Πελοποννήσιων».[45] Αν και οι Πέρσες επωφελήθηκαν από τις συμβουλές του Αλκιβιάδη, αυτό είχε ένα σκοπό – ο Θουκυδίδης μας λέει ότι ο αληθινός στόχος ήταν να χρησιμοποιήσει την υποτιθέμενη επιρροή του με τους Πέρσες για να πραγματοποιηθεί η αποκατάσταση του στην Αθήνα


Ανάκληση στην Αθήνα

Διαπραγματεύσεις με τους Αθηναίους ολιγαρχικούς

Ο Αλκιβιάδης φαίνεται να κατάλαβε ότι η «ριζοσπαστική δημοκρατία» δεν θα συμφωνούσε ποτέ με την ανάκληση του στην Αθήνα.[47] Ως εκ τούτου, αντάλλασε μυνήματα με τους Αθηναίους διοικητές στη Σάμο και πρότεινε ότι αν μπορούσαν να εγκαθιδρύσουν μια ολιγαρχία φιλική σε αυτόν, θα μπορούσε να επιστρέψει στην Αθήνα και να φέρει μαζί του περσικά νομίσματα και πιθανώς και ένα περσικό στόλο από 147 τριηρείς.[48] Ο Αλκιβιάδης προσπάθησε να κερδίσει τους στρατιωτικούς με τη μεγαλύτερη επιρροή, και τα κατάφερε προτείνοντας τους ένα τριπλό σχέδιο: το αθηναϊκό σύνταγμα έπρεπε να αλλάξει, η ανάκληση του Αλκιβιάδη έπρεπε να ψηφιστεί, και ο Αλκιβιάδης έπρεπε να πείσει τον Τισσαφέρνη και τον Βασιλιά της Περσίας να λάβουν το μέρος της Αθήνας. Οι περισσότεροι διοικητές του αθηναϊκού στόλου δέχθηκαν αυτό το σχέδιο και καλωσόρισαν τη προοπτική ενός στενότερου συντάγματος, το οποίο θα τους επέτρεπε να έχουν μεγαλύτερο μερίδιο στον καθορισμό της πολιτικής. Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, μόνο ένας Αθηναίος Στρατηγός στη Σάμο, ο Φρύνιχος, ήταν αντίθετος με το σχέδιο και ισχυρίστηκε ότι ο Αλκιβιάδης νοιαζόταν όχι για τη προτεινόμενη ολιγαρχία αλλά για τη παραδοσιακή δημοκρατία.[49] Η συμμετοχή σε αυτή τη πλοκή ενός άλλου Στρατηγού, του Θρασύβουλου, παραμένει χωρίς σαφήνεια.e[›]


Αυτοί οι διοικητές του Αθηναϊκού στόλου σχημάτισαν μια ομάδα συνωμότων, αλλά συνάντησαν αντιπολίτευση από τους περισσότερους στρατιώτες και ναύτες – αυτοί ηρέμησαν με «τη προοπτική της αμοιβής από τον βασιλιά».[50] Τα μέλη της ομάδας ετοιμάστηκαν να στείλουν τον Πίσανδρο, ένα από τα μέλη, με πρεσβεία στην Αθήνα για να διαπραγματευτεί για την ανάκληση του Αλκιβιάδη και τη κατάργηση της δημοκρατίας στην πόλη, για να κάνει τον Τισσαφέρνη φίλο των Αθηναίων.[51]


Ο Φρύνιχος, φοβούμενος ότι αν ο Αλκιβιάδης αποκατασταθεί θα τον εκδικηθεί για την αντιπολίτευση του, έστειλε ένα μυστικό γράμμα στον Σπαρτιάτη Ναύαρχο, Αστύοχο, για να του πεί ότι ο Αλκιβιάδης κατέστρεφε την συμφωνία τους με το να κάνει τον Τισσαφέρνη φίλο των Αθηναίων, και με το να περιέχει σχετική ρητή αποκάλυψη για το υπόλοιπο της δολοπλοκίας. Ο Αστύοχος πήγε να συναντήσει τον Αλκιβιάδη και τον Τισσαφέρνη στη Μαγνήσια και τους έδειξε το γράμμα του Φρύνιχου. Ο Αλκιβιάδης απάντησε, στέλνοντας σε διοικητές στη Σάμο ένα γράμμα κατά του Φρύνιχου, αναφέροντας τι έχει κάνει, και ζητώντας τον θάνατο του.[52] Ο Φρύνιχος, σε απόγνωση, έστειλε ακόμα ένα γράμμα στον Αστύοχο, προτείνοντας του να καταστρέψει τον αθηναϊκό στόλο στη Σάμο. Αυτό το γράμμα έπεσε στα χέρια του Αλκιβιάδη, ο οποίος ειδοποιήσει τους διοικητές στη Σάμο ότι προδόθηκαν από τον Φρύνιχο. Ο Αλκιβιάδης δεν κατάφερε να πετύχει κάτι, καθώς ο Φρύνιχος ειδοποιήσει, πριν αρχίσουν οι συγκρούσεις, ότι έλαβε πληροφορίες για ένα εχθρικό σχέδιο να επιτεθεί στο στρατόπεδο και ότι πρέπει να φύγουν από τη Σάμο όσο πιο γρήγορα μπορούσαν.[53]


Παρά από αυτά τα γεγονότα, ο Πίσανδρος και οι άλλοι απεσταλμένοι των συνωμοτών έφθασαν στην Αθήνα, και μίλησαν μπροστά τους Αθηναίους πολίτες. Ο Πίσανδρος κέρδισε το επιχείρημα, βάζοντας τον Αλκιβιάδη και τις υποσχέσεις του στο κέντρο. Η Εκκλησία καθαίρεσε τον Φρύνιχο και έκλεξε τον Πίσανδρο και 10 άλλους για να διαπραγματευτούν με τον Τισσαφέρνη και τον Αλκιβιάδη.[54]


Σε αυτό το σημείο, το καθεστώς του Αλκιβιάδη αντιμετώπισε ένα σοβαρό εμπόδιο. Ο Τισσαφέρνης δεν θα υπέγραφε συμφωνία με όρους, περιμένοντας να ακολουθήσουν τη πολιτική του και την ουδετερότητα του.[55] Όπως αναφέρει ο Κάγκαν, ο Τισσαφέρνης ήταν συνετός ηγέτης και είχε αναγνωρίσει τα πλεονεκτήματα της κάθε πλευράς χωρίς άμεση περσική συμμετοχή.[56] Ο Αλκιβιάδης το συνειδητοποιήσει και, παρουσιάζοντας στους Αθηναίους με πιο σκληρά και πιο σκληρά αιτήματα στο όνομα του Τισσαφέρνη, προσπάθησε να τους πείσει ότι έπεισε τον Τισσαφέρνη να τους υποστηρίξει, αλλά ότι αυτό δεν ήταν αρκετό. Αν και οι απεσταλμένοι θύμωσαν με το θράσος των περσικών απαιτήσεων, είχαν την εντύπωση ότι ο Αλκιβιάδης μπορεί να πετύχει μια συμφωνία με τους Πέρσες.[57] Αυτό το φιάσκο στο δικαστήριο του Τισσαφέρνη, ωστόσο, έβαλε ένα τέλος στις διαπραγματεύσεις μεταξύ των συνωμοτών και του Αλκιβιάδη.[55] Η ομάδα ήταν πεπεισμένη ότι Αλκιβιάδης δεν μπορούσε να παραδώσει τη πλευρά του παζαριού χωρίς να απαιτεί υψηλές παραχωρήσεις από αυτούς και κατά συνέπεια εγκατέλειψαν τα σχέδια τους για την αποκατάσταση του στην Αθήνα


Αποκατάσταση ως Αθηναίος Στρατηγός

Παρά την αποτυχία των διαπραγματεύσεων, οι συνωμοτές κατάφεραν να καταργήσουν τη δημοκρατία και επέβελαν την ολιγαρχική κυβέρνηση των 400, ηγέτες των οποίων ήταν ο Φρύνιχος και ο Πίσανδρος. Στη Σάμο, ωστόσο, ένα παρόμοιο πραξικόπημα που υποκινήθηκε από τους συνωμοτές δεν είχε ομαλή πορεία. Οι Σάμιοι δημοκράτες έμαθαν για τη συνωμοσία και κοινοποιήσαν 4 προεξέχοντες Αθηναίους – τους στρατηγούς Λέων και Διομέδο, τον τριηράρχο Θρασύβουλο, και τον Θράσυλλο, ο οποίος τότε ήταν οπλίτης. Με την υποστήριξη αυτών των αδρών και των Αθηναίων στρατιωτών γενικά, οι Σάμιοι δημοκράτες ήταν ικανοί να νικήσουν τους 300 Σάμιους ολιγαρχικούς, οι οποίοι προσπάθησαν να κερδίσουν εξουσία εκεί.[58] Αργότερα, τα αθηναϊκά σώματα στη Σάμο σχημάτισαν πολιτική συνέλευση, καθαίρεσαν τους στρατηγούς τους, και έκλεξαν νέους, συμπεριλαμβανομένου του Θρασύβουλου και του Θράσυλλου. Ο στρατός, διευκρινίζοντας ότι δεν εξεγέρθηκαν από την πόλη αλλά ότι η πόλη εξεγέρθηκε από αυτούς, αποφάσισαν να τηρήσουν δημοκρατία καθώς συνέχιζαν τον πόλεμο απέναντι στη Σπάρτη.[59]


Μετά από καιρό, ο Θρασύβουλος έπεισε τα αθηναϊκά σώματα να ψηφίσουν την ανάκληση του Αλκιβιάδη, μια πολιτική που υποστήριξε πριν το πραξικόπημα. Τότε έπλευσε να ξαναβρεί τον Αλκιβιάδη και να επιστρέψει μαζί του στη Σάμο. Ο στόχος αυτής της πολιτικής ήταν να κερδίσει τη περσική υποστήριξη, καθώς συνέχιζαν να πιστεύουν ότι ο Αλκιβιάδης είχε μεγάλη επιρροή με τον Τισσαφέρνη.[60] Ο Πλούταρχος ισχυρίζεται ότι ένας στρατός στάλθηκε για τον Αλκιβιάδη για να χρησιμοποιήσει τη βοήθεια του για να μετακινήσει τους τυράννους στην Αθήνα.[61] Ο Κάγκαν θεωρεί ότι αυτή η αποκατάσταση ήταν απογοητευική για τον Αλκιβιάδη, ο οποίος ήθελε να επιστρέψει δοξασμένος στην Αθήνα, αλλά βρήκε τον εαυτό του να αποκαταστάται στον ανυπότακτο στόλο, όπου του χορηγήθηκε η ασυλία από ποινική διώξη «που θα τον προστάτευε προς το παρόν, αλλά δεν υπολογιζόταν να γίνει και στο μέλλον» – επιπλέον, η ανάκληση, με την οποία ο Αλκιβιάδης ήθελε να επαναφέρει το γόητρο του και την επιρροή του, επιτέυχθηκε χάρη στην αιγίδα του Θρασύβουλου.[62]


Στη πρώτη του ομιλία μπροστά στα συγκεντρωμένα στρατεύματα, ο Αλκιβιάδης παραπονέθηκε πικρά για της συνθήκες εξορίας του, αλλά στο μεγαλύτερο μέρος της ομιλίας μιλούσε για την επιρροή του με τον Τισσαφέρνη. Τα κύρια κίνητρα της ομιλίας του ήταν να κάνει τους ολιγαρχικούς στην Αθήνα να τον φοβούνται και να αυξήσει τη πίστωση του με τον στρατό στη Σάμο. Μετά την ομιλία του, τα σώματα τον έκλεξαν αμέσως Στρατηγό μαζί με τον Θρασύβουλο και άλλους. Στη πραγματικότητα, τους ξεσήκωσε τόσο πολύ που πρότειναν να σαλπάρουν για τον Πειραιά και να επιτεθούν στους ολιγαρχικούς στην Αθήνα.[63] Ο Αλκιβιάδης, μαζί με τον Θρασύβουλο, ηρέμησαν τους ανθρώπους και τους έδειξαν τη τρέλα αυτής της πρότασης, η οποία θα πυροδοτούσε εμφύλιο πόλεμο και θα οδηγούσε στην ήττα της Αθήνας.[61] Λίγο αργότερα, μετά την αποκατάσταση του Αλκιβιάδη ως Αθηναίο Στρατηγό, οι 400 ανατράπηκαν και αντικαταστάθηκαν με μια ευρύτερη ολιγαρχία, η οποία άνοιξε τον δρόμο για τη δημοκρατία.[64]


Επί του παρόντος, ο Αλκιβιάδης έπλευσε για το παλάτι του Τισσαφέρνη με ένα μικρό στόλο. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο υποτιθέμενος στόχος αυτής της αποστολής ήταν να σταματήσει τον περσικό στόλο από να στείλει βοήθεια στους Πελοποννήσιους.[61] Ο Θουκυδίδης συμφωνεί με τον Πλούταρχο ότι ο περσικός στόλος ήταν στον Άσπενδο και ότι ο Αλκιβιάδης είπε στα σώματα ότι θα φέρει τον στόλο με το μέρος του ή θα τον αποτρέψει να συμμετέχει γενικά, αλλά ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι ο πραγματικός λόγος ήταν να παρακάμψουν τη νέα θέση στον Τισσαφέρνη και να αποκτήσουν κάποια πραγματική επιρροή πάνω του.[63] Σύμφωνα με τον ιστορικό, ο Αλκιβιάδης ήξερε ότι ο Τισσαφέρνης δεν σχεδίαζε να συμμετέχει ο στόλος στη σύγκρουση


Ναυμαχίες της Αβύδου και της Κυζίκου

Ο Αλκιβιάδης ανακαλέστηκε από το «ενδιάμεσο καθεστώς» των 500 που διαδέχθηκε τους 400 το 411 π.Χ, αλλά είναι πιθανό ότι ο Αλκιβιάδης επέστρεψε στην πόλη το 407 π.Χ.[66] Ο Πλούταρχος μας λέει ότι, αν και η ανάκληση του είχε περάσει από πρόταση του Κριτία, ενός πολιτικού συμμάχου του, ο Αλκιβιάδης αποφάσισε να επιστρέψει με δόξα.[67] Καθώς αυτός αποτελούσε ο στόχος του, και πάλι οδήγησε σε ένα τέλος, και αυτό το τέλος είχε αποφευχθεί κατά την επιστροφή του στην Αθήνα.


Το επόμενο σημαντικό μέρος στο οποίο θα παίξει στον πόλεμο θα διεξαχθεί στη ναυμαχία της Αβύδου. Ο Αλκιβιάδης έμεινε πίσω στη Σάμο με μια μικρή δύναμη καθώς ο Θρασύβουλος και Θράσυλλος οδήγησαν το μεγαλύτερο μέρος του στόλου στον Ελλήσποντο. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο Αλκιβιάδης κατάφερε να λάβει ένα μεγάλο ποσό από τη Καρία και άλλες γειτονικές περιοχές, με το οποίο μπορούσε να πληρώσει τους κωπηλάτες και να κερδίσει την εύνοια τους.[68] Μετά τη νίκη των Αθηναίων στη ναυμαχία στο Κυνός Σήμα, και οι δύο στόλοι κάλεσαν όλα τους πλοία από το Αιγαίο για να ενωθούν πριν την επόμενη αποφασιστική μάχη.


Καθώς ο Αλκιβιάδης ήταν καθ’ οδόν, οι δύο στόλοι συγκρούστηκαν στην Άβυδο, όπου οι Πελοποννήσιοι έστησαν τη κύρια ναυτική τους βάση. Η μάχη διήρκησε για πολύ ώρα, αλλά οι Αθηναίοι πήραν το πλεονέκτημα όταν ο Αλκιβιάδης σάλπαρε στον Ελλήσποντο με 18 τριηρείς.[67][69] Ο Πέρσης σατράπης Φαρνάβαζος, ο οποίος αντικατέστησε τον Τισσαφέρνη ως χορηγό του πελοποννησιακού στόλου, κινήθηκε με τον στρατό του στην ακτή για να υπερασπιστεί τα πλοία και τους ναύτες, οι οποίοι αγκυροβόλησαν τα πλοία τους. Μόνο η υποστήριξη του περσικού στρατού και η νύχτα έσωσαν τον πελοποννησιακό στόλο από την απόλυτη καταστροφή.[70]


Λίγο μετά τη μάχη, ο Τισσαφέρνης έφθασε στον Ελλήσποντο και ο Αλκιβιάδης άφησε τον στόλο στη Σηστό για να τον συναντήσει, φέρνοντας δώρα και ελπίζοντας και πάλι να δοκιμάσει να κερδίσει την επιρροή του στον Πέρση κυβερνήτη. Προφανώς, ο Αλκιβιάδης παρεξήγησε σοβαρά τη στάση του με τον σατράπη, και συνελήφθη κατά την άφιξη του.[67] Μέσα σε 1 μήνα κατάφερε να αποδράσει και να ξαναλάβει τη διοίκηση.[71] Τώρα ήταν φανερό, ωστόσο, ότι δεν είχε επιρροή με τους Πέρσες – από τώρα το κύρος του εξαρτόταν από αυτό που μπορούσε να επιτεύξει και όχι από αυτό που υποσχόταν να κάνει.[72]


Μετά από διάλλειμα αρκετών μηνών, κατά τη διάρκεια των οποίων οι Πελοποννήσιοι έχτιζαν νέο στόλο και οι Αθηναίοι πολιορκούσαν πόλεις και λάμβαναν χρήματα από το Αιγαίο, η επόμενη σημαντική ναυμαχία διεξήχθη την άνοιξη του 410 π.Χ στη Κύζικο. Ο Αλκιβιάδης μετέφερε τον μικρό του στόλο από τη Σηστό στη Καρδία (πιθανώς στη Θράκη) για να προστατεύσει τον στόλο του από τον αναδημιουργημένο πελοποννησιακό στόλο, αλλά μόλις ο αθηναϊκός στόλος ενώθηκε εκεί, οι διοικητές του κίνησαν για τη Κύζικο, όπου οι Αθηναίοι είχαν πληροφορηθεί ότι ο Φαρνάβαζος και ο Μίνδαρος, ο διοικητής του πελοποννησιακού στόλου, συνωμοτούσαν για την επόμενη τους κίνηση. Χάρη στη καταιγίδα και το σκοτάδι, οι Αθηναίοι έφθασαν κοντά χωρίς να τους πάρουν είδηση οι Πελοποννήσιοι.[71] Εκεί οι Αθηναίοι επινόησαν μια πλοκή για να οδηγήσουν τον εχθρό σε μάχη. Σύμφωνα με τον Διόδωρο Σικελιώτη, ο Αλκιβιάδης προχώρησε με μια μικρή μοίρα, για να δελεάσει τους Σπαρτιάτες σε μάχη, και, καθώς ο Μίνδαρος οδήγησε τους Σπαρτιάτες σε μάχη, οι μοίρες του Θρασύβουλου και του Θηραμένη ήρθαν για να βοηθήσουν τον Αλκιβιάδη, και έκοψαν τον δρόμο υποχώρησης των Σπαρτιατών.f[›][73]


Ο σπαρτιατικός στόλος υπέστησε απώλειες στη μάχη. Τα σώματα του Αλκιβιάδη αποβιβάστηκαν και προσπάθησαν να σπρώξουν τα σπαρτιατικά πλοία πίσω στη θάλασσα. Οι Πελοποννήσιοι αγωνίστηκαν για να αποτρέψουν τα πλοία τους να απομακρυνθούν, και τα σώματα του Φαρνάβαζου ήρθαν για να τους βοηθήσουν.[74] Ο Θρασύβουλος αποβίβασε το σώμα του για να βοηθήσει τον Αλκιβιάδη, και εν τω μεταξύ διέταξε τον Θηραμένη να ενωθεί με τον αθηναϊκό στρατό, ο οποίος βρισκόταν σε κοντινή απόσταση, και να τους φέρει να ενισχύσουν τους ναύτες και τους πεζοναύτες στη παραλία. Οι Σπαρτιάτες και οι Πέρσες, συγκλονισμένοι από την άφιξη μεγάλων δυνάμεων από διάφορες κατευθύνσεις, νικήθηκαν και υποχώρησαν, και οι Αθηναίοι κατέστρεψαν όλα τα σπαρτιατικά πλοία.[73][75] Μια επιστολή στάλθηκε στη Σπάρτη από τον Ιπποκράτη, αντιναύαρχο υπό τον Μίνδαρο, κλάπηκε και οδηγήθηκε στην Αθήνα – έγραφε τα παρακάτω: «Τα πλοία είναι χαμένα. Ο Μίνδαρος νεκρός. Οι άνδρες πεθαίνουν από πείνα. Δεν ξέρουμε τι να κάνουμε».[74] Λίγο αργότερα, η Σπάρτη πρότεινε ειρήνη, αλλά οι Αθηναίοι αρνήθηκαν


Μετέπειτα στρατιωτικές επιτυχίες

Μετά τη νίκη τους, ο Αλκιβιάδης και ο Θρασύβουλος άρχισαν τη πολιορκία της Χαλκηδόνας το 409 π.Χ, με περίπου 190 πλοία.[77] Παρόλο που δεν κατάφερε να πετύχει αποφασιστική νίκη ή να αναγκάσει την πόλη να παραδοθεί, ο Αλκιβιάδης ήταν ικανός να νικήσει μια μικρή τακτική μάχη έξω από τις πύλες της πόλης και ο Θηραμένης υπέγραψε συμφωνία με τους Χαλκηδόνιους.[78] Αργότερα, υπέγραψαν προσωρινή συμμαχία με τον Φαρνάβαζο, η οποία εξασφάλιζε μερικά χρήσιμα άμεσα μετρητά για τον στρατό, αλλά παρόλο αυτά ο Αλκιβιάδης έψαχνε ακόμα χρήματα για να πληρώσει τους στρατιώτες και τους κωπηλάτες του στόλου.


Για την επίτευξη αυτών των κεφαλαίων ταξίδεψε στη Θρακική Χερσόνησο και επιτέθηκε στη Σηλυβρία. Μαζί με ένα προ-αθηναϊκό κόμμα μέσα στην πόλη, πρόσφερε στους Σηλυβριανούς λογικούς όρους και επέβαλε αυστηρή επίβλεψη της τήρησης των όρων. Δεν προκάλεσε ζημιά στην πόλη, αλλά έλαβε μόνο ένα χρηματικό ποσό, όρισε μια φρουρά και έφυγε.[79] Επιγραφικά τεκμήρια επισημαίνουν ότι οι Σηλυβριανοί παραδόθηκαν ως όμηροι μέχρι να επικυρώσουν συνθήκη στην Αθήνα.[2] Η κίνηση του θεωρείται επιδέξια από τους ιστορικούς, καθώς εξοικονόμησε χρόνο, πόρους, και ζωές και εξακολουθούσε να πληρεί με επιτυχία τον στόχο του.[2][80]


Από εκεί ο Αλκιβιάδης, μαζί με τον Θηραμένη και τον Θράσυλλο, κινήθηκε για να πολιορκήσει το Βυζάντιο. Ένα ποσοστό των κατοίκων της πόλης, με πεσμένο το ηθικό και πεινασμένοι, αποφάσισαν να παραδόσουν την πόλη στον Αλκιβιάδη με τους ίδιους όρους όπως οι Σηλυβριανοί. Μια νύχτα, όπως συμφωνήθηκε, οι υπερασπιστές άφησαν τις θέσεις τους, και οι Αθηναίοι επιτέθηκαν στη πελοποννησιακή φρουρά στην πόλη και στα πλοία τους στο λιμάνι. Το ποσοστό των κατοίκων που έμειναν μαζί με τους Πελοποννήσιους πολέμησαν τόσο βάσαυνα, που ο Αλκιβιάδης ανακοίνωσε στη μέση της μάχης ότι εγγυάται την ασφάλεια τους και έπεισε τους υπόλοιπους πολίτες να στραφούν κατά της πελοποννησιακής φρουράς, η οποία καταστράφηκε όλοσχερως


Επιστροφή στην Αθήνα, Απόλυση και Θάνατος

Επιστροφή στην Αθήνα

Μετά από αυτές τις επιτυχίες, ο Αλκιβιάδης επέστρεψε στην Αθήνα την άνοιξη του 407 π.Χ. Ακόμα και στον απόηχο της πιο πρόσφατης νίκης του, ο Αλκιβιάδης ήταν εξαιρετικά προσεκτικός στην επιστροφή του, λαμβάνοντας υπόψη τις αλλαγές στη κυβέρνηση, τις επιβαρύνσεις που παρέμειναν τεχνικά πάνω του, και το μεγάλο πλήγμα που προκάλεσε στην Αθήνα. Έτσι, ο Αλκιβιάδης, αντί να πάει κατευθείαν στην Αθήνα, πρώτα πήγε στη Σάμο για να πάρει 20 πλοία και να προχωρήσει με αυτά στον Κεραμεικό Κόλπο για να συγκεντρώσει 100 τάλεντα. Τελικά, σάλπαρε στο Γύθειο για να κάνει έρευνες, εν μέρει για τις αναφερόμενες προετοιμασίες των Σπαρτιατών εκεί, και εν μέρει για τα αισθήματα των Αθηναίων για την επιστροφή του.[81] Οι έρευνες του τον διαβεβαίωσαν ότι η Αθήνα περίμενε φιλικά την επιστροφή του Αλκιβιάδη, και ότι οι φίλοι του τον παρότρυναν να επιστρέψει.[82]


Τελικά, σάλπαρε για τον Πειραιά, όπου συγκεντρώθηκε το πλήθος, αποφασισμένο να δεί τον διάσημο Αλκιβιάδη.[83] Μπήκε στο λιμάνι γεμάτος φόβο μέχρι να δεί τον ξάδερφο του και άλλους φίλους του και γνωστούς του, οι οποίοι τον κάλεσαν στη ξηρά. Όταν έφθασε στην ακτή, τον υποδέχθηκαν σαν ήρωα.[84] Παρόλο αυτά, κάποιοι είδαν ένα κακό οιωνό στο γεγονός ότι επέστρεψε στην Αθήνα την ίδια μέρα όταν γινόταν η τελετή των Πλυντήριων (γιορτή, κατά την οποία, το παλαιό άγαλμα της Αθηνάς καθαρίζεται).[85] Θεωρείτο ως η πιο άτυχη μέρα του χρόνου για να γίνει μια σημαντική αλλαγή. Οι εχθροί του Αλκιβιάδη το έλαβαν υπόψη και το κράτησαν στο μυαλό τους για μια μελλοντική περίπτωση.[86]


Όλες οι ποινικές διαδικασίες κατά του Αλκιβιάδη ακυρώθηκαν και οι επιβαρύνσεις της βλασφημίας αποσύρθηκαν επισήμως. Ο Αλκιβιάδης ήταν ικανός να διεκδικίσει την ευσέβεια του και να ανεβάσει το ηθικό των Αθηναίων οδηγώντας την ιερά πομπή προς την Ελευσίνα (για την τελετή των Ελευσίνιων Μυστήριων) δια ξηράς, για πρώτη φορά μετά τη κατάληψη της Δεκέλειας από τους Σπαρτιάτες.[87] Η πομπή αντικαταστάθηκε από ταξίδι στη θάλασσα, αλλά αυτό τον χρόνο ο Αλκιβιάδης χρησιμοποίησε ένα απόσπασμα από στρατιώτες για να συνοδεύσουν τη παραδοσιακή πομπή.[88] Η περουσία του αποκαταστάθηκε και η εκκλησία τον έκλξε ως ανώτατο διοικητή ξηράς και θάλασσας (Στρατηγός Αυτοκράτορας)


Ήττα στο Νότιον

Το 406 π.Χ, ο Αλκιβιάδης έφυγε από την Αθήνα με 1.500 οπλίτες και 100 πλοία. Απέτυχε να καταλάβει την Άνδρο και τότε κινήθηκε για τη Σάμο. Αργότερα κινήθηκε για το Νότιον, πιο κοντά στον εχθρό, ο οποίος βρισκόταν στην Έφεσο.[90] Εν τω μεταξύ, ο Τισσαφέρνης αντικαταστάθηκε από τον Κύρο τον Νεότερο (γιός του Δαρείου Β’ της Περσίας), ο οποίος αποφάσισε να υποστηρίξει οικονομικά τους Πελοποννήσιους. Αυτή η κίνηση άρχισε να προσελκύει Αθηναίους λιποτάκτες στον σπαρτιατικό στόλο. Επιπλέον, οι Σπαρτιάτες αντικατέστησαν τον Μίνδαρο με τον Λύσανδρο, ένα πολύ ικανό Ναύαρχο. Αυτά τα γεγονότα οδήγησαν στην ταχεία ανάπτυξη του πελοποννησιακού στόλου εις βάρος των Αθηναίων. Σε ψάξιμο για κονδύλια και για μια αποφασιστική μάχη, ο Αλκιβιάδης άφησε το Νότιον για να βοηθήσει τον Θρασύβουλο στην πολιορκία της Φώκαιας.[91] Ο Αλκιβιάδης φοβόταν ότι ο πελοποννησιακός στόλος ήταν κοντά, και άφησε 80 πλοία εκεί κοντά για να τους παρακολουθούν, υπό την διοίκηση του προσωπικού του πηδαλιούχου, Αντίοχο μεδιαταγή να μην επιτεθούν. Ο Αντίοχος δεν τήρησε αυτή την απλή διαταγή και προσπάθησε να δελεάσει τον Λύσανδρο σε μάχη με τις ίδιες τακτικές όπως στη Κύζικο. Η κατάσταση στο Νότιον, ωστόσο, ήταν τελείως διαφορετική από αυτή της Κύζικου – οι Αθηναίοι δεν κατείχαν το στοιχείο του αιφνιδιασμού, και ο Λύσανδρος ήξερε πολλά για τον αθηναϊκό στόλο χάρη στους λιποτάκτες.[92] Το πλοίο του Αντιόχου βυθίστηκε, και αυτός σκοτώθηκε κατά τη διάρκειας μιας σπαρτιατικής επίθεσης – τα υπόλοιπα πλοία κινήθηκαν πίσω προς το Νότιον, όπου η κύρια αθηναϊκή δύναμη ήταν απροετοίμαστη για μια ξαφνική επίθεση του σπαρτιατικού στόλου. Στις επόμενες μάχες, ο Λύσανδρος πέτυχε μια ολοκληρωμένη νίκη. Ο Αλκιβιάδης επέστρεψε γρήγορα και προσπάθησε να ακυρώσει την ήττα στο Νότιον, πετυχαίνοντας μια άλλη νίκη, αλλά ο Λύσανδρος δεν μπορούσε να επιτεθεί ξανά κατά του στόλου.[93]


Η ευθύνη για την ήττα στο Νότιον έπεσε στον Αλκιβιάδη, και οι εθχροί του είδαν την ευκαιρία να του επιτεθούν και να τον μετακινήσουν από τη διοίκηση, αν και μερικοί σύγχρονοι μελετητές θεωρούν ότι ο Αλκιβιάδης δεν έπρεπε να φταίξει για το λάθος του Αντίοχου.[94] Ο Διόδωρος αναφέρει ότι, εκτός από το λάθος του στο Νότιον, ο Αλκιβιάδης απολύθηκε λόγω των ψευδών κατηγορίων που ασκήθηκαν εναντίον του από τους εθχρούς του.[73] Σύμφωνα με τον Άντονι Άντριους, καθηγητή της αρχαίας ιστορίας, οι πολυδάπανες ελπίδες ότι οι επιτυχίες του προηγούμενου καλοκαιρίου θα δημιουργούσαν κάτι θετικό αποτέλεσαν ένα αποφασιστικό στοιχείο για τη πτώση.[90] Κατά συνέπεια, ο Αλκιβιάδης καταδίκασε τον εαυτό του σε εξορία.[73] Ο Αλκιβιάδης δεν επέστρεψε ποτέ ξανά στην Αθήνα, και σάλπαρε βόρεια για τα κάστρα της Θρακικής Χερσονήσου, τα οποία του πρόσφεραν ασφάλεια εκείνο τον καιρό στον Ελλήσποντο. Οι συνέπειες της ήττας ήταν σοβαρές για την Αθήνα. Αν και η ήττα ήταν μιρκή, προκάλεσε την απόλυση όχι μόνο του Αλκιβιάδη από τον στόλο, αλλά και των συμμάχων του, όπως τον Θρασύβουλο, τον Θηραμένη και τον Κριτία.[89] Αυτοί αποτελούσαν τους καλύτερους διοικητές που είχε η Αθήνα εκείνη την εποχή, και η απόλυση τους θα οδηγούσε στην απόλυτη παράδοση των Αθηναίων, 2 χρόνια αργότερα, μετά την ήττα στους Αιγός Ποταμούς


Θάνατος

Με μια εξαίρεση, ο ρόλος του Αλκιβιάδη στον πόλεμο έληξε με τη διοίκηση του. Πριν τη ναυμαχία στους Αιγός Ποταμούς, στη τελευταία μάχη στη καριέρα του,[96] ο Αλκιβιάδης αναγνώρισε ότι οι Αθηναίοι είχαν αγκυροβολήσει σε στρατηγικά μειονεκτική θέση και τους συμβούλευσε να μετακινήσουν τα πλοία τους στη Σηστό, όπου μπορούσαν να επωφεληθούν από το λιμάνι και την πόλη.[97] Ο Διόδωρος, ωστόσο, δεν αναφέρει αυτή τη συμβουλή, ισχυρίζοντας αντιθέτως ότι ο Αλκιβιάδης πρόσφερε ενισχύσεις από τη Θράκη στους Στρατηγούς, αν λάμβανε ένα μερίδιο της διοίκησης.g[›] Όπως και να έχει, οι Στρατηγοί των Αθηναίων, «θεωρώντας ότι σε περίπτωση αποτυχίας η ευθύνη θα έπεφτε πάνω τους, ενώ σε περίπτωση νίκης όλοι οι άνδρες θα πίστευαν πως ο Αλκιβιάδης τους έφερε τη νίκη», ζήτησαν από τον Αλκιβιάδη να μην ξανάρθει κοντά στο στρατόπεδο.[97][98] Λίγες μέρες αργότερα, ο στόλος θα καταστραφεί από τον Λύσανδρο.


Μετά τη ναυμαχία τους Αιγός Ποταμούς, ο Αλκιβιάδης διέσχισε τον Ελλήσποντο και βρήκε καταφύγιο στη Φρυγία, με σκοπό την εξασφάλιση της βοήθειας του Αρταξέρξη κατά της Σπάρτης.


Πολλά για τον θάνατο του Αλκιβιάδη παραμένουν ασαφές, καθώς υπάρχουν συγκρουόμενες αναφορές. Σύμφωνα με τη παλαιότερη από αυτές, υπεύθυνοι για τον θάνατο του Αλκιβιάδη ήταν οι Σπαρτιάτες, και πιο συγκεκριμένα ο Λύσανδρος.[99] Αν και πολλά από τη περιγραφή του δεν επιβεβαιώνονται ανεξάρτητα, η θεωρία του Πλούταρχου είναι: ο Λύσανδρος έστειλε ένα απεσταλμένο στον Φαρνάβαζο, ο οποίος με τη σειρά του, έστειλε τον αδερφό του στη Φρυγία, όπου ζούσε ο Αλκιβιάδης μαζί με την ερωμένη του, Τιμάνδρα.h[›] Το 404 π.Χ, καθώς ήταν έτοιμος να ξεκινήσει για τα περσικά ανάκτορα, το σπίτι του περικυκλώθηκε και πυρπολήθηκε. Βλέποντας ότι δεν υπήρχε ελπίδα να σωθεί, ο Αλκιβιάδης επιτέθηκε στους δολοφόνους, και κατάφερε να σκοτώσει ένα από αυτούς.[100] Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, το μέρος θανάτου του Αλκιβιάδη ήταν το Έλαφος, ένα βουνό στη Φρυγία


Πολιτική καριέρα

Στην αρχαία Ελλάδα, ο Αλκιβιάδης ήταν διάσημο πρόσωπο. Ο Θουκυδίδης επιτιμά τον Αθηναίο πολιτικό για τη πολιτική συμπεριφορά του και κίνητρα. Σύμφωνα με τον ιστορικό, ο Αλκιβιάδης, ο οποίος ήταν «υπερβολικά φιλόδοξος», πρότεινε την εκστρατεία στη Σικελία έτσι ώστε «να αυξήσει τον πλούτο και τη φήμη του χάρη στη νίκη του». Ο Αλκιβιάδης δεν θεωρείται υπεύθυνος για τη καταστροφή της Αθήνας από τον Θουκυδίδη, καθώς «οι συνήθειες του έδιναν αδίκημα στον καθένα, και προκάλεσε τους Αθηναίους να διαπράξουν υποθέσεις σε άλλα χέρια, και σε λίγο να καταστρέψουν την πόλη».[102] Ο Πλούταρχος τον θεωρεί ως «τον λιγότερο σχολαστικό και τον πιο απρόσεκτο από όλα τα ανθρώπινα όντα».[103] Από την άλλη πλευρά, ο Διόδωρος Σικελιώτης ιχυρίζεται ότ ήταν «στο πνεύμα διαμάντι, το οποίο έλαμπε στις μεγάλες επιχειρήσεις».[104] Το «Sharon Press of Brown University» επισημαίνει ότι ο Ξενοφώντας δίνει έμφαση στην υπηρεσία του Αλκιβιάδη στο κράτος, παρά στα βλαβερά αποτελέσματα που προκάλεσε.[105][106] Ο Δημοσθένης υπερασπίζεται τα αποτελέσματα του Αλκιβιάδη, λέγοντας ότι έχει πάρει τα όπλα στην υπόθεση της δημοκρατίας, επιδεικνύοντας τον πατριωτισμό του, όχι από τα χρήματα και τις ομιλίες, αλλά από προσωπική υπηρεσία.[107]


Για τον Δημοσθένη και τους άλλους ρήτορες, ο Αλκιβιάδης επιτομίζει τη φιγούρα ενός μεγάλου άνδρα κατά τη διάρκεια των δοξασμένων μερών της αθηναϊκής δημοκρατίας και έγινε ρητορικό σύμβολο.[108] Μια από τις ομιλίες του Ισοκράτη, η οποία παραδόθηκε από τον Αλκιβιάδη τον Νεότερο, ισχυρίζεται ότι ο πολιτικός αξίζει την ευγνωμοσύνη των Αθηναίων για την υπηρεσία του.[109] Ο Λυσίας, από την άλλη πλευρά, ισχυρίζεται σε μια από τις δημηρογίες του ότι οι Αθηναίοι πρέπει να θεωρούν τον Αλκιβιάδη ως ένα εχθρό επειδή «πλήρωσε με τραύμα την ανοικτή βοήθεια οποιαδήποτε φίλου του».[110][111] Στο Σύνταγμα των Αθηναίων, ο Αριστοτέλης δεν συμπεριλαμβάνει τον Αλκιβιάδη στον κατάλογο των καλύτερων Αθηναιών πολιτικών, αλλά στο Αναλυτικά, ισχυρίζεται ότι τα γνωρίσματα ενός υπερήφανου άνδρα όπως ο Αλκιβιάδης είναι «ηρεμία εν μέσω τις αντιξοότητες της ζωής και ανυπομονησία των ατιμώσεων».[112][113] Ο Αλκιβιάδης θεωρείται από τους σύγχρονους του ως απειλή για την ασφάλεια της πολιτικής τάξης.[114] Ο Ανδοκίδης λέει για αυτόν ότι «αντί να συμμετέχει όπως το απαιτούσε ο νόμος της πόλης, προτίμησε να συμμορφωθεί με τον δικό του τρόπο ζωής».[115] Βασικό στοιχείο για την απεικόνιση του Αθηναίου πολιτικού είναι η γνωστή φράση του Κορνήλιου Νέπου ότι ο Αλκιβάδης «ξεπέρασε όλους τους Αθηναίους στο μεγαλείο και στη μεγαλοπρέπεια της ζωής».[116]


Ακόμα και σήμερα, ο Αλκιβιάδης προκαλεί πολλές διαφωνίες μεταξύ των μελετητών. Για τον Μάλκομ Φ. ΜακΓκρέγκορ, πρώην αρχηγό του Τμήματος των Κλασικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Βρετανικής Κολομβίας, ο Αλκιβιάδης ήταν έξυπνος παίκτης παρά οπορτουνιστής.[117] Ο Ευάγγελος Π. Φωτιάδης, ένας προεξέχων Έλληνας φιλόλογος, θεωρεί ότι ο Αλκιβιάδης ήταν «διπλωμάτης πρώτης τάξεως» και είχε «μεγάλα προσόντα». Παρόλο αυτά, οι πνευματικές του δυνάμεις δεν αντισταθμίστηκαν με το εξαιρετικό μυαλό του και είχε τη σκληρή τύχη να οδηγήσει ένα λαό ευαίσθητο στη δημαγωγία.[5] Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, ένας μεγάλος Έλληνας ιστορικός, υπογραμμίζει τις «πνευματικές αρετές» του και τον συγκρίνει με τον Θεμιστοκλή, αλλά τότε ισχυρίζεται ότι όλα αυτά τα δώρα δημιούργησαν ένα «προδότη, τολμηρό και άσεβο άνθρωπο».[118] Ο Βάλτερ Έλλις πιστεύει ότι οι πράξεις του ήταν εξωφρενικές, αλλά πραγματοποιήθηκαν με καμάρι.[119] Ο Νταβίντ Γκρίμπλ ισχυρίζεται ότι οι ενέργειες του Αλκιβιάδη κατά της πόλης του ήταν ακατανότητες και πιστεύει ότι «η ένταση που οδήγησε στη διάσπαση του Αλκιβιάδη με την πόλη ήταν μεταξύ καθαρά προσωπικών και πολιτικών αξίων».[120] Ο Ρουσσέλ Μέιγγς, ένας Βρετανός αρχαίος ιστορικός, ισχυρίζεται ότι ο Αθηναίος πολιτικός ήταν απόλυτα αδίστακτος παρά το μεγάλο γόητρο του και τις διαμάντινες ικανότητες του. Σύμφωνα με τον Μέιγγς, οι ενέργειες του υπαγορεύθηκαν από εγωιστικά κίνητρα και η διαμάχη του με τον Κλέωντα και τους διαδόχους του υπονόμευσαν την Αθήνα. Ο ίδιος μελετητής υπογραμμίζει το γεγονός ότι «το παράδειγμα της ανησυχίας και της απείθαρχης φιλοδοξίας του ενισχύουν την επιβάρυνση που ασκήθηκε κατά του Σωκράτη».[40] Ακόμα πιο κριτικά, ο Αθανάσιος Γ. Πλατίας και ο Κωνσταντίνος Καλιόπουλος, καθηγητές Στρατηγικών Σπουδών και Διεθνών Σχέσεων, δηλώνουν ότι τα επιχειρήμα του Αλκιβιάδη «θα πρέπει να είναι επαρκείς για να τελείωνουμε με την έννοια ότι ο Αλκιβιάδης ήταν σπουδαίος πολιτικός, όπως μερικοί πιστεύουν ακόμα».[121] Γράφοντας από μια διαφορετική οπτική γωνία, η ψυχολόγος Άννα Κ. Σάλτερ παραθέτει τον Αλκιβιάδη ως παράδειγμα «όλων των κλασικών χαρακτηριστικών της ψυχοπάθειας»


Στρατιωτικά επιτεύγματα

Παρά τα κριτικά σχόλια του, ο Θουκυδίδης παραδέχεται σε ένα μικρό απόσπασμα ότι «δημοσίως, η συμπεριφορά του στον πόλεμο ήταν τόσο καλή για να γίνει επιθυμητή».[102] Ο Διόδωρος και ο Δημοσθένης τον θεωρούν σπουδαίο στρατηγό.[104][107] Σύμφωνα με τον Φωτιάδη, ο Αλκιβιάδης ήταν ανίκητος στρατηγός, και όπου και να πήγαινε, η νίκη τον ακολουθούσε – αν οδηγούσε τον στρατό στη Σικελία, οι Αθηναίοι θα απέφευγαν τη καταστροφή και, αν οι συμπολίτες του ακολουθούσαν τη συμβουλή στους Αιγός Ποταμούς, ο Λύσανδρος μπορούσε να ηττηθεί και η Αθήνα θα κυβερνούσε την Ελλάδα.[5] Από την άλλη πλευρά, ο Παπαρρηγόπουλος πιστεύει ότι η εκστρατεία στη Σικελία, προτεινόμενη από τον Αλκιβιάδη, ήταν στρατηγικό λάθος.[123] Σε συμφωνία με τον Παπαρρηγόπουλο, ο Πλατίας και ο Κολιόπουλος υπογραμμίζουν το γεγονός ότι η εκστρατεία στη Σικελία ήταν στρατηγικό σφάλμα πρώτου μεγέθους, ως αποτέλεσμα της «επιπόλαιας στάσης του και της απίστευτης υποτίμησης του εχθρού».[22] Ο Άγγελος Βλάχος, ένας Έληνας ακαδημαϊκός, υπογραμμίζει το σταθερό ενδιαφέρον της Αθήνας για τη Σικελία από την αρχή του πολέμου.i[›] Σύμφωνα με τον Βλάχο, η εκστρατεία δεν είχε κάτι το εξωφρενικό ή το περιπετειώδες και αποτελούσε ορθολογική στρατηγική απόφαση βασισμένη στις παραδοσιακές αθηναϊκές προσδοκίες.[124] Ο Βλάχος θεωρεί ότι ο Αλκιβιάδης είχε ήδη ένα ευρύτερο σχέδιο: να καταλάβει όλη τη Δύση.[125] Σχεδίαζε να καταλάβει τη Καρχηδόνα και τη Λιβύη, τότε να επιτεθεί στην Ιταλία, και αφού τα καταφέρει, να καταλάβει την Ιταλία και τη Πελοπόννησο.[126] Η αρχική απόφαση της εκκλησίας προϋπόθετε, ωστόσο, για εύλογη στρατιωτική δύναμη, η οποία αργότερα έγινε αδικαιολόγητη και δαπανηρή εξαιτίας των απαιτήσεων του Νικία.[125] Ο Κάγκαν επικρίνει τον Αλκιβιάδη για την αποτυχία να αναγνωρίσει ότι το μεγάλο μέγεθος της αθηναϊκής εκστρατείας υπονόμευσε το διπλωματικό καθεστώς, για το οποίο η στρατηγική του αναπαύοταν.[127]


Ο Κάγκαν πιστεύει ότι καθώς ο Αλκιβιάδης ήταν διοικητής μεγάλης ικανότητας, δεν ήταν στρατιωτική ιδιοφυία, και η εμπιστοσύνη του και οι φιλοδοξίες του πήγαν πέρα από τις ικανότητες του. Έτσι ήταν ικανός να διαπράξει σημαντικά λάθη και σοβαρά λανθασμένους υπολογισμούς. Ο Κάγκαν ισχυρίζεται ότι στο Νότιον, ο Αλκιβιάδης έκανε ένα σοβαρό λάθος με το να αφήσει τον στόλο στα χέρια ενός άπειρου αξιωματικού, και ότι η ευθύνη για τη διαμάντινη νίκη στη Κύζικο πρέπει να πέφτει στον Θρασύβουλο.[127] Επιπλέον, ο Κάγκαν συμφωνεί με τον Κορνήλιο Νέπο, ο οποίος είπε ότι η εξωφρενική γνώμη των Αθηναίων για τις ικανότητες του Αλκιβιάδη και την ανδρεία του ήταν η κύρια ατυχία του


Ο Πρές ισχυρίζεται ότι «αν και ο Αλκιβιάδης μπορεί να θεωρηθεί καλός Στρατηγός με βάση τις μάχες του στον Ελλήσποντο, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί καλός Στρατηγός με βάση την εκστρατεία στη Σικελιά», αλλά «οι αποδόσεις του Αλκιβιάδη ως Στρατηγό υπερτερούν τα λάθη του».[105] Οι Καθηγητές Ντάβιντ ΜάκΚάνν και Μπάρρι Στράους προσπάθησαν να συγκρίνουν τον Αλκιβιάδη με τον Ντούγκλας ΜακΆρθουρ, επισημαίνοντας ότι «και οι δύο άνδρες ξεχώρισαν ως στρατηγικοί ηγέτες στους οποίους αποδόθηκε ένα μυστικό».


Ικανότητες στη ρητορική

Ο Πλούταρχος ισχυρίζεται ότι «ο Αλκιβιάδης ήταν ο πιο ικανός ομιλητής μαζί με τα άλλα δώρα του», ενώ ο Θεόφραστος θεωρεί ότι ο Αλκιβιάδης ήταν ο πιο ικανός στην ανακάλυψη και κατανόηση των πραγμάτων που απαιτούσε η κάθε περίπτωση. Παρόλο αυτά, σκόφταντε συχνά στα μέσα της ομιλίας του, αλλά τότε μπορούσε να ξαναρχίσει και να συνεχίσει με τη προσοχή όλου του κόσμου.[130] Ακόμα και ο σιγματισμός που είχε, όπως αναφέρει ο Αριστοφάνης, έκανε την ομιλία του πειστική και γεμάτη με θέρμη.[131][132] Ο Εύπολις λέει ότι ήταν «ο πρίγκιπας των ομιλητών, αλλά στον προφορικό λόγο ο πιο ανίκανος»[19] – δηλαδή, πιο εύγλωπα στις ιδιωτικές συζητήσεις του όταν μιλούσε μπροστά στην εκκλησία. Από τη πλευρά του, ο Δημοσθένης υπογραμμίζει το γεγονός ότι ο Αλκιβιάδης θεωρείται ως «ο πιο ικανός ομιλητής της ημέρας»[107] Ο Παρρηγοπούλος δεν συμμερίζεται την άποψη του Δημοσθένη, αλλά αναγνωρίζει ότι ο Αθηναίος πολιτικός μπορούσε να στηρίξει επαρκώς την υπόθεση του.[118] Ο Κάγκαν αναγνωρίζει τη ρητορική του δύναμη, ενώ ο Τόμας Χάμπινεκ, Καθηγητής Κλασικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας, πιστεύει ότι ο ρήτορας Αλκιβιάδης φαίνεται να είναι ότι ακριβώς χρειαζόταν το ακροατήριο του σε κάθε περίπτωση.[133][134] Σύμφωνα με τον Χάμπινεκ, στον τομέα της ρητορικής, οι άνθρωποι απαντούσαν στη στοργή του Αλκιβιάδη με αγάπη. Ως εκ τούτου, ο ρήτορας ήταν ο «ο φορέας της πόλης μιλώντας με – και αγαπώντας – τον εαυτό του».[134] Σύμφωνα με τον Αριστοφάνη, η Αθήνα «λαχταρούσε για αυτόν, και τον μισούσε επίσης, αλλά τον ήθελε πίσω»


Αναφορές στη Κωμωδία, Φιλοσοφία, Τέχνη και Λογοτεχνία

Σε διάφορες αρχαίες κωμωδίες και ιστορίες παρουσιάζεται μια επική αναμέτρηση μεταξύ του Αλκιβιάδη και του Εύπολη, η οποία θυμίζε την αναμέτρηση του Αριστοφάνη και του Κλέωντα.[108] Επίσης εμφανίζεται ως χαρακτήρας σε αρκετούς διάλογους του Σωκράτη (Συμπόσιο, Πρωταγόρας, και Αλκιβιάδης Α’ και Β’, καθώς και σε επώνυμους διαλόγους του Αισχίνη Σωκρατικού και του Αντισθένη). Βασισμένος (όπως αναφέρει) σε προσωπική εμπειρία, ο Αντισθένς περιγράφει την παράξενη φυσική δύναμη του Αλκιβιάδη, το κουράγιο και την ομορφιά του, λέγοντας, «Αν ο Αχιλλέας δεν ήταν έτσι, δεν ήταν στα αλήθεια ωραίος».[136] Στη δίκη του, ο Σωκράτης έπρεπε να αντικρούσει τη προσπάθεια να μείνει ένοχος για τα εγκλήματα των πρώην μαθητών του, συμπεριλαμβανομένου του Αλκιβιάδη.[137] Ως εκ τούτου, δηλώνει στις Απολογίες του: «Δεν ήμουν ποτέ δάσκαλος κάποιου».[138]


Ακόμα και πολλά χρόνια μετά τον θάνατο του, ο Αλκιβιάδης συνεχίζει να εμφανίζεται στη τέχνη, στη Μεσαιωνική και στην Αναγεννησιακή, και σε σημαντικά έργα της σύγχρονης λογτεχνίας.[139] Συνεχίζει να συναρπάζει τον σύγχρονο κόσμο, καθώς αποτελεί κύριος χαρακτήρας των ιστορικών μυθιστορημάτων συγγραφέων όπως η Άννα Μπόβμαν Ντόμπ, η Γέρτρουντ Άθερτον, η Ρόσεμαρι Σούτκλιφ, ο Ντάνιελ Χαβάρρια, ο Στίβεν Πρέσσφιλντ και ο Πήτερ Γκρίν.[140] Είναι επίσης ο κεντρικός χαρακτήρας στο μυθιστόρημα-ταξίδι στον χρόνο του Πώλ Λέβινστον The Plot To Save Socrates, στο μυθιστόρημα-ταξίδι στον χρόνο του Κάρτ Ρ. Α. Γκιαμπαστιάνι Unraveling Time, στο Socrate του Έρικ Σάτι, έργο για φωνή και μια μικρή ορχήστρα (το κείμενο αποτελείται από αποσπάσμα των μεταφράσων των έργων του Πλάτωνα από τον Βίκτορ Κούσιν), και στη, υποψήφιο για το Βραβείο Νεμπούλα, μικρή ιστορία του Ζόελ Ρίτσαρντς The Gods Abandon Alcibiades.[141] Ο Αλκιβιάδης επίσης εμφανίζεται στο σατιρικό μυθιστόρημα Picture This του Τζόζεφ Χέλλερ και στο Timon of Athens του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ.



Ξενοφών

Ο Ξενοφών (περ. 427 π.Χ.-355 π.Χ.) Αθηναίος ιστορικός και φιλόσοφος υπήρξε στρατιώτης, μισθοφόρος και μαθητής του Σωκράτους και περισσότερο γνωστός για τα έργα του σχετικά με την ιστορία του καιρού του, τα έργα του Σωκράτους, και τη ζωή του στην Ελλάδα. Ήταν γιός του Γρύλλου και της Διοδώρας.


Η Οικογένειά του ανήκε στο δήμο των Ερχιέων, λίαν εύπορη αφού ανήκε στη τάξη των ιππέων. Οι περί του έτους γέννησής του πληροφορίες είναι ασαφείς τοποθετούμενες μεταξύ του 440 και του 425 π.Χ. Όμως στη “Ανάβαση” παρουσιάζεται να έχει υπερβεί το 30ο έτος, γεγονός που δικαιολογεί την εκδοχή να έχει γεννηθεί το 431 π.Χ.


Παιδικά χρόνια

Ο Διογένης ο Λαέρτιος μας εξιστορεί ότι κάποτε όταν ήταν ακόμη νέος, ο Ξενοφών συνάντησε τούτον σε στενό δρόμο ο Σωκράτης και με τη ράβδο του εμπόδισε τη περαιτέρω πορεία του και τον ρώτησε μεταξύ άλλων “που οι άνθρωποι γίνονται καλοί και αγαθοί;” Βρισκόμενος τότε ο Ξενοφών σε αμηχανία ο Σωκράτης του απήντησε “Έπου και μάνθανε!”. Από τότε ο Ξενοφών υπήρξε μαθητής του Σωκράτη που τον θεωρούσε πρότυπο.


Ανδρωθείς ο Ξενοφών με συναναστροφή δωριζόντων ευγενών νέων της Αθήνας που είχαν ως κύρια ασχολία τον αθλητισμό, παρέμεινε σε όλη τη ζωή του λάτρης της πάλης και των ελευθέρων αγώνων από δε τά έργα του διαφαίνεται ότι υπήρξε άριστος ιππέας. Επίσης, μέσα από τα έργα του φαίνεται και η μεγάλη αγάπη του για τα άλογα. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει για τον φιλολακωνισμό της “αττικής μούσας”. Αγαπούσε τον τρόπο ζωής των Σπαρτιατών και συνδέθηκε φιλικά με τον βασιλιά της Σπάρτης Αγησίλαο στο πλευρό του οποίου πολέμησε το 394 π.Χ. στην μάχη της Κορωνείας εναντίον του αντισπαρτιατικού συνασπισμού μέρους του οποίου ήταν και η ίδια η πατρίδα του, η Αθήνα. Φυσικά για την πράξη του αυτή τιμωρήθηκε με εξορία από την Αθήνα.


Εκστρατεία

Το 401 π.Χ. ο Ξενοφών καλείται από τον φίλο του Πράξενο (τον Βοιώτιο) που διέτριβε στις Σάρδεις αν θέλει να μετάσχει στην εκστρατεία του Πέρση βασιλόπαιδος Κύρου εναντίον του αδελφού αυτού Βασιλέως Αρταξέρξη Β’. Ο ενθουσιασμός του Ξενοφώντα στην ανταπόκριση της πρόσκλησης φάνηκε από το γεγονός ότι σε προτροπή του Σωκράτη να πάρει χρησμό από το Μαντείο των Δελφών καταφέρνει να αποσπάσει θετική απάντηση με πλάγια όμως ερώτηση που ήταν “Σε ποιόν Θεό θα πρέπει να κάνει θυσία ώστε να πετύχει το ταξείδι του και να επιστρέψει σώος; (αντί της ορθής ερώτησης να πάει ή όχι). Και βέβαια η σοφία του Μαντείου δια του Απόλλωνα που αντιλήφθηκε το σκοπό, του απάντησε όλους εκείνους τους θεούς επ΄ αγαθώ και μη (ακριβώς αυτό που μέχρι σήμερα λέμε “για καλό και για κακό”).

Έτσι ο Ξενοφών βρέθηκε στην Ασία παρά το πλευρό του Κύρου τον οποίο και άρχισε να θαυμάζει, από τον θαυμασμό που έτρεφε πρώτα εκείνος για τους Έλληνες.


Συγκεκριμένα έλεγε ο Κύρος ότι “θέλει τους Έλληνες συμμάχους του όχι γιατί δεν είχε στρατό αλλά γιατί τους θεωρούσε ανώτερους από όλους τους άλλους λαούς” (Κύρ. Αναβ. Ι 7,3). Ακόμη ευδαιμονούσε τους Έλληνες για την μόνιμη κυριαρχούσα ελευθερία τους, που εκείνος θα προτιμούσε αντί πάντων, και που θεωρούσε ως προϊόν αυτής της ελευθερίας την πολεμική και ηθική των Ελλήνων υπεροχή. Αυτός ήταν και ο λόγος που ουδέποτε οι Πέρσες έκαναν πόλεμο είτε μεταξύ τους είτε ακόμη και με τους Έλληνες χωρίς τη παρουσία επίσης Ελλήνων (Κυρ. Παιδ VIII 8,26). Δεν είναι γνωστό με τι βαθμό η αξίωμα ο Ξενοφών συμμετείχε στο Περσικό στρατό και στην αυλή του Κύρου, το σίγουρο είναι ότι ήταν συνδαιτυμόνας του και εκ των στενότερων συνομιλητών του.


Οπωσδήποτε όμως, μετά τον φόνο του φίλου του, Κύρου, στη παρά τα Κούναξα μάχη και την δολία εξόντωση των Ελλήνων στρατηγών από τον Τισσαφέρνη και εκλεγείς υπό των “μυρίων” (=10.000) Ελλήνων μισθοφόρων, στρατηγός (5ος κατά σειρά), οδήγησε αυτούς επιτυχώς αντιμετωπίζοντας πολλούς κινδύνους από τα υψώματα της Αρμενίας προς την Τραπεζούντα στις ακτές του Ευξείνου Πόντου και μετά έπλευσαν προς τα δυτικά πίσω στην Ελλάδα. Στη Θράκη, βοήθησαν το Σεύθη Β να γίνει βασιλιάς. Η καταγραφή της εκστρατείας και του ταξιδιού της επιστροφής από τον Ξενοφώντα επιγράφηκε Κύρου Ανάβασις.


Κρίσεις

Η ιστορική καταγραφή του Ξενοφώντα στην Ανάβαση είναι ένα από τα πρώτα γραπτά κείμενα ανάλυσης των χαρακτήρων ενός ηγέτου και παράδειγμα ανάλυσης τύπου ηγεσίας, που καλείται σήμερα θεωρία «Μεγάλων Ανδρών». Στην καταγραφή, ο Ξενοφών περιέγραψε το χαρακτήρα του Κύρου του νεότερου, λέγοντας ότι “από όλους του Πέρσες που έζησαν μετά τον Κύρο το Μέγα, ήταν ο πιο κατάλληλος για βασιλιάς και για μια αυτοκρατορία (σελ. 91).” Το κεφάλαιο 6 συνιστάται για ανάγνωση διότι περιγράφει τους χαρακτήρες πέντε ηττημένων στρατηγών που παραδόθηκαν στον εχθρό. Ο Κλέαρχος παρατίθεται ότι πίστευε ότι «ένας στρατιώτης θα πρέπει να φοβάται περισσότερο τον ίδιο το διοικητή του από τον εχθρό (σελ. 131).» Ο Μένων περιγράφεται ως άνδρας του οποίου η κυρίαρχη φιλοδοξία ήταν να γίνει πλούσιος (σελ. 133). Ο Αγίας ο Αρκάς και ο Σωκράτης ο Αχαιός αναφέρονται για το θάρρος τους και τον υπολογισμό των φίλων τους (σελ. 135).


Η Δύση

Ο Ξενοφών αργότερα εξορίστηκε από την Αθήνα, πιθανώς διότι πολέμησε υπό το Σπαρτιάτη βασιλιά Αγησίλαο εναντίον των Αθηνών στην Κορώνεια. (Είναι πιθανό ωστόσο ότι είχε ήδη εξοριστεί λόγω του συνδέσμου του με τον Κύρο.) Οι Σπαρτιάτες του έδωσαν περιουσία στη Σκιλλούντα, κοντά στην Ολυμπία στην Ηλίδα, όπου συνέγραψε την Ανάβαση. Ο γιος του πολέμησε για την Αθήνα στη Μαντίνεια, ενώ ο Ξενοφών ακόμη ζούσε, έτσι η εξορία του ανεκλήθη. Ο Ξενοφών πέθανε στην Κόρινθο, ή ίσως στην Αθήνα, και η ημερομηνία θανάτου του είναι αβέβαιη. Είναι γνωστό ότι έσωσε τον προστάτη του Αγησίλαο, για τον οποίο έγραψε ένα εγκώμιο.


Ο Διογένης Λαέρτιος ονόμαζε τον Ξενοφώντα “Αττική Μούσα” λόγω της γλυκύτητας της γραφής του, λίγοι ποιητές έγραψαν στην Αττική διάλεκτο


Κατάλογος έργων

Τα έργα του Ξενοφώντος, ιδιαιτέρως η Κύρου Ανάβασις, συχνά διαβάζονται από αρχαρίους στην Ελληνική γλώσσα. Τα Ελληνικά είναι μία κύρια πηγή γεγονότων στην Ελλάδα από το 411 ως το 404 π.Χ., και των Σωκρατικών έργων, που διατηρήθηκαν καθ’ ολοκληρία, είναι οι μόνοι εναπομείναντες αντιπρόσωποι των Σωκρατικών λόγων εκτός των διαλόγων του Πλάτωνος.


Ιστορικά και Βιογραφικά έργα

Κύρου Ανάβασις

Ελληνικά

Αγησίλαος Β΄

Η Περσική Εκστρατεία

Φιλοσοφικά και διάλογοι

Απολογία Σωκράτους

Αναμνήσεις

Οικονομικός

Συμπόσιον

Ιέρων ή (Τυραννικός)

Διδακτικά

Λακεδαιμονίων πολιτεία

Αθηναίων πολιτεία

Πόροι ή περί προσόδων

Ιππαρχικός (Λόγος)

Περί ιππικής

Κυνηγετικός και

Κύρου Παιδεία



ΟΧΙ ΤΖΑΜΙ ΣΤΟ ΒΟΤΑΝΙΚΟ

Μείνετε ενημερωμένοι μόνο με ένα Like

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Όποιος από τους φίλους θέλει να μπει στην ομάδα του greekalert μπορεί να επικοινωνήσει στο greekalert@gmail.com

** Στην σελίδα παρουσιάζονται διαφημίσεις προερχόμενες από το google adsense. Το greekalert δεν σχετίζεται με καμία από αυτές, πρόκειται για τυχαίες επιλογές της google.

Ειδησεις