Ξυπνάτε ρε Έλληνες! Ο Πενταδάκτυλος είναι εκεί και μας περιμένει …

Περπατάω στους φωταγωγημένους δρόμους, που έχουν βάλει τα γιορτινά τους. Παντού φώτα και στολίδια για να δώσουν χριστουγεννιάτικη χροιά στους πεζόδρομους και στις πλατείες. Έρχεται να δέσει μαζί τους οπτικά και ο Πενταδάκτυλος, φωταγωγημένος και αυτός, να μας κοιτάζει καρτερικά, με την διαφορά ότι αυτός δεν γιορτάζει. Ανάμεσα στα λαμπιόνια, ξεπροβάλλουν κάποιες σκοτεινές φιγούρες να περπατούν. Σκυθρωπά ανθρωπάκια, έρμαια του καταναλωτισμού, που χαζεύουν τις βιτρίνες και ορέγονται την πραμάτεια τους. Ο Πενταδάκτυλος όμως συνεχίζει να μας κοιτάζει δακρυσμένος. Πού καιρός όμως γι' αυτόν...
 Άλλωστε όποιος τολμήσει και σηκώσει το βλέμμα του από τις φανταχτερές βιτρίνες και κοιτάξει προς τον βορρά, είναι παλιομοδίτης, οπισθοδρομικός, λοιδορείται και γίνεται ο περίγελος όλων. Μα φυσικά, η νέα τάση θέλει ανθρώπους χωρίς αξίες και ιδανικά, χωρίς ιστορία, παρελθόν παρόν και μέλλον. Στα σχολεία, αλλάζουν τα πάντα, κατακρεουργούν την παιδεία στο όνομα του δήθεν αναχρονισμού, στα βιβλιοπωλεία παραμερίζουν τα ιστορικά βιβλία για κάποια ανούσια μυθιστορήματα, όπως και οι ταινίες στα ΜΜΕ. Ό,τι πουλάει βλέπετε πιο πολύ! Και όμως ο Πενταδάκτυλος εκεί, στέκεται και περιμένει. Προχωράω και βλέπω παντού την ασυδοσία του υπερκαταναλωτισμού, να κυριεύει τα ανθρωπάκια που έχουν στολιστεί σαν χριστουγεννιάτικα δέντρα, με τόσες πολύχρωμες τσάντες στα χέρια. Που καιρός για τον Πενταδάκτυλο. Η καρδιά μου πάει να σπάσει. Μα που ζούμε; Κανείς δεν νοιάζεται; Με πιάνει ταχυπαλμία. Βλέπω κάπου, σε μια γωνιά, ένα δεντράκι στολισμένο με κίτρινες κορδέλες και λίγες φωτογραφίες απάνω κρεμασμένες. Ένα μικρό δέντρο, ξεχωριστό, που όμως η σημασία του το γιγαντώνει. Είναι το δεντράκι των αγνοουμένων που με τραβάει με μανία στο παρελθόν. Προσπαθεί να με πάει κάποια χρόνια πίσω. Γυρίζω το κεφάλι από την άλλη, προσπαθώντας να ξεφύγω από τα «μάγια» του. Ακούω γέλια, βλέπω χαρές, μπαλόνια και ανθρώπους να τρέχουν σαν λαίμαργα ζώα μέσα στα καταστήματα. Γυρνάω ξανά το κεφάλι μου πίσω στο «γιγαντιαίο» δεντράκι και βλέπω από κάτω του κάποιες μαυροφορεμένες γριούλες με δάκρια στα ρυτιδιασμένα τους μάγουλα και μια μεγάλη φωτογραφία κρεμασμένη απάνω τους. Είναι οι συγγενείς των αγνοουμένων που περιμένουν καρτερικά τους δικούς τους να επιστρέψουν. Όπως μας περιμένει και εμάς ο Πενταδάκτυλος να γυρίσουμε πίσω.
 Τρέχω μακριά να ξεφύγω, από την σύγκρουση των δύο κόσμων που βάλθηκαν να με τρελάνουν χριστουγεννιάτικα. Κλείνω τα μάτια και απομακρύνομαι, αφήνω το μυαλό και την σκέψη μου να καθαρίσουν. Μια μπλε κορδέλα, μου φράσσει τον δρόμο καθώς τρέχω. Σαν κι αυτές που έχουν στο αεροδρόμιο για να σχηματίζουν διαδρόμους. Όχι ο δρόμος δεν τελείωσε, αλλά κάτι διαφορετικό γινόταν εκεί. Σηκώνω το βλέμμα μου απάνω και κοιτάζω στο βάθος. Μια κόκκινη σημαία με ένα μισοφέγγαρο και αστέρι λευκό και δίπλα της μια σχεδόν η ίδια με αντίθετους χρωματισμούς και δύο κόκκινες οριζόντιες γραμμές. Πάνω από το κεφάλι μου μια λευκή σημαία, με την Κύπρο μέσα και δύο δάφνες να την περιτυλίγουν και μια άλλη, μπλε σημαία με κίτρινα αστέρια. Δίπλα τους ακριβώς κάτι λείπει. Ένας μοναχικός λευκός ιστός, με ένα σχοινί απάνω, αλλά χωρίς σημαία. Σύμβολο της χαμένης μας Εθνικής υπερηφάνειας.
Βλέπετε στην κοινωνία της κάθε λογής υπερηφάνειας δεν υπάρχει χώρος για λίγη δόση εθνικής αξιοπρέπειας. «Πού πήγε η Ελληνική σημαία;» συλλογίζομαι. Αμέσως όμως έρχεται ο θλιμμένος Πενταδάκτυλος από το βάθος, σαν κριτής, να μου δώσει την δική του απάντηση. Σε μια τέτοια κοινωνία, τι θέση θα είχε η ανδρειωμένη Ελληνική σημαία... Μα καμία φυσικά. Οι παλμοί της καρδιάς μου αυξάνονται ραγδαία, κρύος ιδρώτας με λούζει. Τα συναισθήματα μέσα μου παίζουν το δικό τους παιχνίδι. Χτυπάνε το ένα το άλλο, σαν τα συγκρουόμενα αυτοκινητάκια που συναντάς σε παιχνιδότοπους. Κλείνω με τα χέρια μου τα μάτια μου, προσπαθώντας να ξεφύγω. Οι φωνές όμως γύρω μου, δεν με αφήνουν να ησυχάσω. Ανοίγω τα μάτια μου ξανά. Βλέπω ανθρώπους ανέμελους, με μια κάρτα στο χέρι, να την επιδεικνύουν και να περνούν από την μπλε κορδέλα, φορτωμένοι τσάντες, γεμάτες από την λεία τους. Κανείς όμως δεν έχει ώρα να αντικρύσει στο βάθος τον Πενταδάκτυλο που μας γνέφει. Που καιρός όμως γι αυτόν. Πάει, πέρασε ο καιρός.
 Όμως η μοίρα, δεν με αφήνει να πάρω ανάσα. Πίσω από τα άβουλα ανθρωπάκια, με καρφώνουν δύο απορημένα ματάκια ενός παιδιού, από μια φωτογραφία. Η ίδια που υπήρχε πάνω στο δεντράκι με τα τις κίτρινες κορδέλες. Από το στόμα του ακούω να φωνάζει με παράπονο «Γιατί μας ξεχάσατε;». Δεν μπορώ να συγκρατήσω τα δάκρυα μου, που βρέχουν τα μάγουλα μου, σαν τις γριούλες που είδα πριν. Μέσα από τα υγρά μάτια μου αντικρίζω μια ξεχασμένη γωνίτσα, πίσω από πρόχειρα στημένες παράγκες, τέντες και ομπρέλες. Ένα παραμελημένο σημείο, που κάποιοι φρόντισαν να μικρύνουν, όμως δεν μπορούν με τίποτα να μειώσουν την αξία του και με τίποτα να σβήσουν τις θύμησές του. Μια μαυροφορεμένη δακρυσμένη γριούλα, κραδαίνοντας από το χέρι την εγγονούλα της, πλησιάζουν στο σημείο. Ανάβουν ένα κεράκι εις μνήμη αυτών που περιμένουν εδώ και 42 χρόνια σχεδόν και αγνοείται η τύχη τους. Κάνει όμως το δικό της χρέος, μεταλαμπαδεύει το χρέος για αγώνα, υπομονή και καρτερικότητα. Εκτελεί ένα από τα μεγάλα της χρέη απέναντι στην ράτσα, όπως τα όρισε ο Καζαντζάκης. Όμως τα άπληστα ανθρωπάκια, με τα γεμάτα χέρια αλλά τον άδειο εσωτερικό κόσμο από συναισθήματα, συνεχίζουν σαν κουρδισμένα στρατιωτάκια, να με επαναφέρουν στην πικρή πραγματικότητα. Παραμερίζουν την γριούλα με την εγγονή, γιατί τους κόβει τον δρόμο. Δεν είναι η θέση της εκεί, τα πράγματα πλέον άλλαξαν. Πού καιρός για θλίψη, για αγώνα! Που καιρός για τον Πενταδάκτυλο!
 Δεν αντέχω άλλο. Τα εσώψυχα μου παίρνουν φωτιά και μου καίνε όλο το σώμα. Δεν μπορώ να κρατηθώ. Βαθιά μέσα από το καιόμενο μου στήθος βγαίνει μια ασυγκράτητη κραυγή, που δεν μπορώ να σταματήσω. Είναι η αθάνατη κραυγή της ρίζας, του Έθνους, των προγόνων μας, όσων ήλθαν και πέρασαν, που φωνάζουν, «Μην πεθάνεις για να μην πεθάνουμε!». Δεν είμαι εγώ, αλλά αυτοί που φωνάζουν. Ξυπνάτε ρε Έλληνες! Ο Πενταδάκτυλος είναι εκεί και μας περιμένει …
 Τρέξτε να τον σώσουμε, όπως έλεγε για την Μακεδονία και ο Ίων Δραγούμης στο βιβλίο του «Μαρτύρων και Ηρώων αίμα» το 1907. Να ξέρετε πως αν τρέξουμε να σώσουμε τον Πενταδάκτυλο, ο Πενταδάκτυλος θα μας σώσει. Θα μας σώσει από την βρώμα όπου κυλιούμαστε, θα μας σώσει από την μετριότητα και από την ψοφιοσύνη, θα μας λυτρώσει από τον αισχρό τον ύπνο, θα μας ελευθερώσει. Αν τρέξουμε να σώσουμε τον Πενταδάκτυλο, εμείς θα σωθούμε...

 Γεάδης Γεάδη
Εκπρόσωπος Τύπου Εθνικού Λαϊκού Μετώπου (Ε.ΛΑ.Μ.)

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου