Παζαρεύουν δειλοί στην ψυχή άνδρες για το κέρδος του χρυσού στις αγορές που είναι γεμάτες από κόσμο, τα παιδιά σου, Ηρακλή!




Ελλάς! Ξέπεσες με τους καταπράσινους λόφους σου,
τους γεμάτους ανθισμένες κληματαριές, τους σκεπασμένους από άγιες δάφνες
στα νερά του Ωκεανού, χτυπημένη από τη φοβερή αιγίδα
του νεφεληγερέτη Δία, που των δειλών λαών την καταστροφή
εκσφενδονίζει με θυμωμένο χέρι από τα συννεφιασμένα ύψη του Ολύμπου.
Δελφοί, υπέροχη πόλη, πού είσαι, από λαό γεμάτη,
που το άγιο άλσος περιδιαβαίνει ο Φοίβος Απόλλων,
του προφήτη θεού; Πού είσαι εσύ, ωραία Αθήνα,
του Κέκροπα υπέροχο κάστρο, στολισμένο με υπερήφανους ναούς,
που με μεγάλους θόλους σε κολώνες που τείνουν προς τον ουρανό,
στηρίζονται, όμορφα λαξευμένες, κατανεμημένες σε ωραίες σειρές;
Αχ, οι ναοί γκρεμίστηκαν, γκρεμίστηκαν τα όμορφα αγάλματα, 
που από το κομμάτι του μαρμάρου με τα σοφά και επιδέξια χέρια
τα έκανε να ξεπροβάλλουν ο καλλιτέχνης, και πώς η βασική κολώνα
γκρεμίστηκε στην κύρια είσοδο· έτσι έπεσε και των ανδρών της Αχαΐας το θάρρος στα στήθη, το θάρρος εκείνο που κάνει τους θνητούς ομοίους με τους θεούς.
Ελλάς, δεν σε αναγνωρίζω! Παζαρεύουν δειλοί στην ψυχή άνδρες
για το κέρδος του χρυσού στις αγορές που είναι γεμάτες από κόσμο,
τα παιδιά σου, Ηρακλή! Και σκύβουν θεληματικά τον αυχένα 
κάτω από τον ζυγό της ντροπής, ο οποίος στους γενναίους είναι πιο μισητός,
από τον θλιβερό θάνατο και την μαύρη σκιά του Άδη.
[...]
Ω Ελλάς! Καημένη Ελλάς!
Ας επιτρεπόταν στις σκιές, τις σκοτεινές, την αξιαγάπητη ζωή
ξανά αναπνέοντας, να δουν ακόμη μία φορά του φωτοδότη Φοίβου
το αστέρι που λάμπει την ημέρα· 
[...]

Αυτά λοιπόν οι άνδρες. Όμως τώρα, εσείς γενναία παιδιά της Ύδρας,
ας οργανώσουμε τα στρατεύματα, στολισμένα με τα γυαλιστερά όπλα,
που στερήθηκαν για πολύ καιρό οι γενναίοι άνδρες. Οι ιερείς
προσφέρουν αγία θυσία στους αθανάτους Θεούς·
τα κεριά ήδη φέγγουν καθαρά,το θυμίαμα ανεβαίνει στον ουρανό,
και με ευλαβική προσευχή, τον άγιο σταυρό στα χέρια,
ευλογεί ο επίσκοπος τον λαό που συνωστίζεται γύρω από την όχθη,
γονατίζοντας  σε σιωπηλό κύκλο. Αφουγκράσου! Βροντώντας ανακοινώνουν από την θάλασσα
τρεις φορές την χαρούμενη πορεία τα βάραθρα που φέρνουν καταστροφές· 
δυνατά αντηχεί η φωνή των αρχηγών και υπόκωφο μουρμούρισμα
ακούγεται και πάλι στην θάλασσα!

Απόσπασμα από το ποίημα "Die Hydrioten" (Οι Υδραίοι) του Γερμανού ποιητή Ερνστ Γκρόσσε, από το βιβλίο "Ο γερμανόφωνος φιλελληνισμός μέσα από την ποίηση", εκδ. Κυρομάνος)




0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου