Οι Πόντιοι και η Αρχαία Ελληνική Παράδοση


  
“Μόνον τα καρποφόρα δέντρα πετροβολούν”
Στρατηγός Θεόδωρος Κολοκοτρώνης



Γράφει ο  Γιώργος Μακρίδης*

Οι ντόπιοι της Ελλάδας δεν την ξέρουν την ιστορία του Πόντου. Πολύ περισσότερο δεν την ήξεραν και το 1923, με την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών. Δε διδάσκεται, δυστυχώς, στα σκολειά. Πως, δηλαδή, όταν λευτερώθηκε η Ελλάδα και είχε 500 – 600.000  κατοίκους, στο Πόντο υπήρχαν κάπου 800.000 ατόφιοι Έλληνες, που διατηρούσαν, τη γλώσσα, τη θρησκεία και τον πολιτισμό μας. 

Επειδή, λοιπόν, κυρίως στις πόλεις, οι ντόπιοι πολύ αδίκησαν τους παππούληδες και τις γιαγιάδες μας – μέχρι και τουρκόσπορους τους έλεγαν – τιμής ένεκα για τη ράτσα μου, δε λεω απλά πως έχω ποντιακή καταγωγή, αλλά πως είμαι πόντιος.
Ξέχωρα που οι βιομήχανοι, εργοστασιάρχες και άλλα πολλά κουμάσια, εκμεταλλευόντουσαν τους πόντιους, με τον πιο βάρβαρο τρόπο. Όσο για το κράτος τι να πει κανείς... Τους είχε μες στα τσαντίρια και τις παράγκες για δεκαετίες. Βέβαια, αναφέρομαι στις πόλεις. Ε, όπως και να το κάνουμε, στα χωριά οι πόντιοι πήραν τα τουρκόσπιτα, που υπήρχαν.
Για χρόνια, λοιπόν, μ’ απασχολούσε η προέλευση της κατάληξης των επιθέτων μας: αυτό το –ίδης και –άδης, ας πούμε Παυλίδης και Ανδρεάδης κι έχω καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα, που νομίζω πως είναι σωστά.
Θα πάρω τα πράγματα απ’ την αρχή για να δείξω το δεσμό των ποντίων, αλλά και των κυπρίων, με τους αρχαίους έλληνες.
Όλα δείχνουν, λοιπόν, πως οι έλληνες της περιφέρειας του Έθνους ήταν πιο δεμένοι με την αρχαία ελληνική παράδοση. Ιδιαίτερα όσοι βρίσκονταν μακριά απ’ το κέντρο, ας πούμε οι πόντιοι και οι κύπριοι.
Είναι, δηλαδή, όπως οι σύγχρονοι έλληνες μετανάστες, που τολμάω να πω πως ενδιαφέρονται για την Ελλάδα περισσότερο απ’ τους έλληνες του ελλαδικού χώρου. Ίσως επειδή τους λείπουν βασανιστικά τα χώματα που τους γέννησαν. Αναφέρομαι, βέβαια, στους μετανάστες της πρώτης γενιάς. Μετά τα πράγματα έρχονται και ξεφτίζουν. Τα παιδιά των Ελλήνων μεταναστών, ασφαλώς περηφανεύονται για την καταγωγή τους, αλλά είναι και χιλιομπερδεμένα. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, ένα από δαύτα, εδώ στην Αυστραλία, που γίνεται πολιτικός, ή στρατιωτικός κτλ. Ασφαλώς, αναλαμβάνοντας τα καθήκοντά του θα δώσει τον καθιερωμένο όρκο: “Ορκίζομαι πίστη στην πατρίδα μου κτλ”. Εδώ αρχίζει το πρόβλημα. Σε ποια πατρίδα πρέπει να πιστέψει; Σ’ αυτήν των γονιών του, ή στην δική του, στον τόπο, δηλαδή, που γεννήθηκε;
Βέβαια, και οι μετανάστες της πρώτης γενιάς ορκιζόμαστε, με την πολιτογράφηση – όταν παίρνουμε την υπηκοότητα – αλλά μάλλον, καλαμπουρίζουμε. Δεν πιστεύουμε σ’ αυτά που λέμε. Αυτή είναι η αλήθεια. Είναι τρομερά δύσκολο ν’ απαρνηθεί κανείς την πατρίδα του. Εκτός, βέβαια, απ’ τους νιόπλουτους, ή τους τυχοδιώχτες, ή τους κοσμοπολίτες. Αυτοί δεν ξέρουν από τέτοια. Στα κονοστάσια τους έχουν παράδες.
(Είναι χαζό, ή μάλλον ύποπτο αυτό που λέγετε πως πρέπει κι εμείς να ψηφίζουμε όταν γίνονται εκλογές στην Ελλάδα. Μα που τα ξέρουμε εμείς και περισσότερο τα παιδιά μας τα κόμματα της Ελλάδας και τους υποψήφιους; Και πως με την ψήφο μας θα καθορίζουμε τ’ αποτέλεσμα των εκλογών, σε μια περιοχή;)
Όλα αυτά, βέβαια, που είπα για τους Έλληνες μετανάστες ισχύουν για την εποχή μας. Υπάρχει, δηλαδή, η αφομοίωση.
(Πολλοί εντελώς λαθεμένα ή ύποπτα – δημαγωγούν, δηλαδή – αποκαλούν κίνδυνο την αφομοίωση. Μ’ αφού εδώ βιοποριζόμαστε, για τα “εδώ” πρέπει να ενδιαφερόμαστε περισσότερο. Ύστερα, αν δεν αφομοιωθούμε εμείς θ’ αφομοιωθούν τα παιδιά μας. Ποια είναι η διαφορά;).
Προσαρμόζεται, λοιπόν, κανείς στο νέο τρόπο ζωής, και κάπως ξεκόβει απ’ την πρώτη του πατρίδα. Τα παλιά τα χρόνια όμως – αναφέρομαι στην τουρκοκρατία - δεν γίνονταν αυτά τα πράγματα, γιατί, στο κάτω – κάτω, οι τούρκοι ήταν τύραννοι και καταχτητές. Βέβαια και με την τουρκοκρατία υπήρχαν τα κουμάσια μας: οι κοτσαμπάσηδες, οι φοροεισπράκτορες, οι ανώτεροι κληρικοί και τόσοι άλλοι, που τα πήγαιναν μια χαρά με τους τούρκους... Όπως ήταν με τη γερμανοϊταλική κατοχή οι ταγματασφαλίτες, οι χίτες, οι κουκουλοφόροι  και οι δοσίλογοι. 
Ο δεσμός, λοιπόν, των ποντίων, με την αρχαία ελληνική παράδοση φαίνεται πρώτα απ’ την ποντιακή διάλεκτο, που προέρχεται απ’ την αρχαία ιωνική διάλεκτο. Εμείς οι πόντιοι λέμε για παράδειγμα: “Λελέβω σε” (Να σε χαρώ). Βλέπουμε, λοιπόν, πως η αντωνυμία, “σε”, πηγαίνει μετά το ρήμα. Το ίδιο γίνεται και με την κυπριακή διάλεκτο. Λένε οι Κύπριοι: “Εβγάλανέ σου” (Λένε για σένα).  Κι εδώ το “σου” πάει μετά το ρήμα, όπως και με την ιωνική διάλεκτο.
Φαίνεται, επίσης,  κι απ’ τους ποντιακούς χορούς μα ακόμα και από μερικά φαγητά. (Θ’ αναφερθώ παρακάτω σ’ ένα φαγητό των ποντίων: τα κιντέατα). Έχουμε, επίσης και τις καταλήξεις των επιθέτων των περισσοτέρων, επιτέλους, ποντίων.
Λοιπόν, πριν από μερικούς αιώνες δεν υπήρχαν επίθετα, ιδιαίτερα ανάμεσα στο λαό. Δε χρειάζονταν αφού τα σύνορα δεν ήταν της προκοπής και δεν υπήρχαν ταξιδιωτικά έγγραφα, ούτε τίτλοι σπουδών, αφού δεν υπήρχαν σκολειά για τη φτωχολογιά. Επίσης μια που οι κοινωνίες δεν ήταν οργανωμένες, υποθέτω πως δε θα υπήρχαν ούτε καν πιστοποιητικά γέννησης.
Εκείνες τις εποχές, λοιπόν, στον Πόντο – μα ακόμα και στην Ελλάδα - ξεχώριζαν τον καθένα από όνομα του πατέρα του, το επάγγελμά του, από κάποιες ιδιότητες, ή κουσούρια και τέλος απ’ τα παρατσούκλια. Λέγανε:  ο Κοσμάς, ο γιος του Κωνσταντίνου, ή  ο γιος του αραμπατζή, ή του σιδερά, ή ο μακρύς ο Κωνσταντίνος, ή ο κότρον (ο βλάκας) κτλ.
Όταν, όμως, άρχισαν να χρειάζονται τα επίθετα, οι πόντιοι, δίπλα σ’ όλα αυτά που αναφέρω παραπάνω έβαλαν - οι περισσότεροι – τις καταλήξεις –ίδης και –άδης. Δηλαδή, ο ένας έγινε Κωνσταντινίδης, ο άλλος Αραμπατζίδης, Κοτρίδης, Μακρίδης (να ευλογήσω και τα γένια μου), και βάλε.
Αυτές τις καταλήξεις τις είχαν και οι αρχαίοι Έλληνες. Έτσι προέκυψαν τα ονόματα: Αριστείδης, Ευριπίδης, Μιλτιάδης, Αλκιβιάδης, Ατρείδης, Λαερτιάδης. Δεν μπορώ να ξέρω τα ονόματα των πατεράδων ή των παππούληδών τους, γι’ αυτό θα το ρίξω στις υποθέσεις. Αν δηλαδή κάποιον τον έλεγαν Άριστο, ο γιος του γινόταν Αριστείδης, αν Εύριπο, Ευριπίδης. Πάντως, αυτό που ξέρουμε είναι πως το γιο του Πηλαία τον λέγανε Πηλίδη, το γιο του Λαέρτη Λαερτιάδη, το γιο του Ατρέα, Ατρείδη κτλ.  
Άλλοι, πόντιοι, πήραν ελληνικά επίθετα, βάζοντας την κατάληξη –όπουλος (Κωνσταντόπουλος, Μακρόπουλος). Μερικοί πάλι που ζούσαν σε περιοχές, όπου ήταν πολλοί οι τούρκοι, μάλλον από φόβο, έβαζαν την κατάληξη, -όγλου (Κωνσταντόγλου, Μακρόγλου). Και τέλος, όσοι πήγαν στην Ρωσία, για να μην ξεχωρίζουν σαν την μύγα μες στο γάλα, όχι όλοι βέβαια, έβαλαν την κατάληξη –ωφ.
Θ’ αναφερθώ σε μια πολύ γνωστή, για μας τους πόντιους, περίπτωση. Εμείς, λοιπόν, στα ποντιακά, λέμε: “Ο κότρον”, δηλαδή ο βλάκας, ο χαζός. Αυτό προέρχεται απ’ την ελληνική λέξη, το κοτρόνι. Ο Κότρον, λοιπόν, (ή μάλλον τα παιδιά του), κατά την αρχαία συνήθεια έγινε Κοτρίδης, κατά τη νεοελληνική Κοτρόπουλος, κατά την τουρκική, Κότρογλου και κατά τη ρωσική, Κοτρώφ. Όλα αυτά τα επίθετα τα συναντάει κανείς ανάμεσα στους πόντιους.
Τώρα να δούμε από που βγήκε  και η  κατάληξη, -άδης. Ας πούμε πως ένας λεγόταν Ανδρέας, ή Ανανίας. Το επίθετο των παιδιών του θα ήταν στην πρώτη περίπτωση, Ανδρεάδης και στη δεύτερη, Ανανιάδης. Απ’ αυτά τα δυο επίθετα φαίνεται πως η κατάληξη ήταν μόνο –ίδης, αλλά για μια κάποια ευφωνία έγινε το –άδης. Πράγματι, αν σ’ αυτά τα ονόματα έμενε το –ίδης, θα χτυπούσε άσκημα στο αυτί και το μάτι. Όταν, δηλαδή, πριν απ’ την κατάληξη -ίδης έχουμε φωνήεν, πρέπει να γίνει –άδης. Διαφορετικά, ο γιος του Ανδρέα θα γινόταν Ανδρεΐδης  και του Ανανία, Ανανιίδης, άσκημα πράγματα δηλαδή.
Τώρα έρχομαι στα “κιντέατα”, που είναι βάλσαμο για τα νεφρά. Δε νομίζω οι απόγονοι των ποντίων να φτιάχνουν αυτό το τόσο υγιεινό φαγητό. Βασανίζονταν οι μανάδες και οι γιαγιάδες μας για να φτιάξουν μια κατσαρολίτσα κιντέατα. Έπρεπε μέρες να περιφέρονται ανάμεσα στις τσουκνίδες και να κόβουν τον ανθό – την κορυφή – του φυτού. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, ο κορμός και τα μεγάλα και παλιά φύλα της τσουκνίδας (αυτά που έτσι και μας “τσιμπίσουν” μας τρώνε οι φαγούρες) δε μαγειρεύονται. Ε, λοιπόν τα “κιντέατα” τα έτρωγαν και οι αρχαίοι Έλληνες. Αυτό το έμαθα πριν από δυο χρόνια βλέποντας ένα πρόγραμμα στην αυστραλέζικη τηλεόραση. Έλεγαν πως το καλύτερο διουρητικό  φάρμακο του Ιπποκράτη (460 – 370 π. Χ), ήταν οι τσουκνίδες.
Τώρα έρχομαι στα καλαμπούρια που λέγονται, πέρα δώθε, για τους πόντιους, για τη ράτσα μας. Τα δεχόμαστε κι εμείς και γελάμε, γιατί ξέρουμε πως όταν δεν αξίζεις κανένας δεν ασχολείται μαζί σου. Δηλαδή, όταν είσαι κακομοίρης, οι άνθρωποι παριστάνοντας τους καλούς, όχι μόνο δε σε σχολιάζουν, αλλά αντίθετα τάχατες σε λυπούνται κιόλας και σε προσέχουν. Μωρέ, καλύτερα να σε ζηλεύει κανείς, και να σε σχολιάζει και να σε κατηγορεί – από ζήλια βέβαια - παρά να σε λυπάται. Γι’ αυτό κι ο σοφός παππούλης μας, ο Στρατηγός Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (1770 - 1843), λεει κάπου: “Μόνον τα καρποφόρα δέντρα πετροβολούν”. 
Έρχομαι τώρα στους κύπριους, που κι αυτοί είναι δεμένοι με την Αρχαία Ελληνική Παράδοση. Το επίθετο του πατέρα σ’ αυτούς δεν πηγαίνει  απ’ τον πατέρα στο γιο και στον εγγονό, αλλά χάνεται εντελώς. Το επίθετο του γιου σχηματίζεται απ’ τη γενική του ονόματος του πατέρα. Ας πούμε πως τον πατέρα τον λένε Κωνσταντίνο Ιορδάνου, και το γιο του Ευριπίδη και τον εγγονό του Θανάση. Ο γιος, λοιπόν, δε θα λέγεται  Ιορδάνου, αλλά Ευριπίδης Κωνσταντίνου, κι ο εγγονός Θανάσης Ευριπίδου. Βέβαια, τα τελευταία χρόνια, και οι Κύπριοι προσαρμόζονται. Ιδιαίτερα τώρα που κι αυτοί, μάλλον από ζήλια.., μπήκαν στην ύποπτη Ευρωπαϊκή Ένωση, για να τρώνε με χρυσά κουτάλια...
Θα τελειώσω, όμως, πάλι με τους πόντιους. Μερικοί ντόπιοι μας λένε λαζούς. Όχι, δεν είμαστε λαζοί. Θυμάμαι, πως όταν ήμουν μικρός οι ντόπιοι στην Αθήνα μου έλεγαν: “Λαζίον το παιδίον”, και σαχλαμάρες. Δυστυχώς, από άγνοια κι εμείς το δεχόμασταν και καλαμπουρίζαμε. Πως δηλαδή, είμαστε λαζοί. Θυμάμαι, μάλιστα, πως κι εγώ, πιτσιρικάς βέβαια τότε, καμάρωνα την τεράστια φωτεινή επιγραφή, πράσινου χρώματος, που είχε ένας πόντιος ζαχαροπλάστης, στο μαγαζί του, στην οδό Αθηνάς, κοντά στην Ομόνοια: “Ο Λαζός”. Δηλαδή, το διατυμπανίζαμε κιόλας, πως δεν ήμασταν έλληνες. Βέβαια δεν έφταιγαν οι πόντιοι, αλλά το κράτος. Σάματις βρέθηκε ένας ιστορικός της προκοπής, ή ένας εγγράμματος πόντιος να κατατοπίσει τους παππούληδες και τις γιαγιάδες μας; 
Όχι, οι λαζοί δεν ήταν έλληνες, αλλά αιγύπτιοι. Ο Βασιλιάς της Αιγύπτου Σίστρωπης – αν δεν κάνω λάθος στο όνομα – είχε κάνει μια εκστρατεία στον Πόντο κι ο στρατός του αποδεκατίστηκε. Τα κατάλοιπα, λοιπόν, αυτού του στρατού αποτέλεσαν τους λαζούς {ο Πόντος τότε λεγόταν Καπαδοκία κι ονομάστηκε Πόντος μετά το πέρασμα του Μεγαλέξανδου (356 – 323 π.Χ), απ’ εκεί, γύρω στα 330 π.Χ},
Δεν πρέπει να μας ενδιαφέρει πως μια περιοχή του Πόντου λέγεται Λαζική. Πράγματι υπάρχει αυτή η περιοχή, και μάλιστα  είναι κοντά στην Τραπεζούντα. Ούτε γιατί ο Ρήγας Φεραίος (1757 - 1798), με το Θούριό του ζητούσε κι απ’ τους λαζούς να επαναστατήσουν, λέγοντας (Ίσως κι αυτός να έκανε λάθος και να εννοούσε εμάς τους πόντιους):

Μην καρτερείτε πλέον, ανίκητοι Λαζοί,
χωθείτε στο μπογάζι, μ’ εμάς και εσείς μαζί.

Ο Ρήγα Φεραίος, ή Βελεστινλής, που το όνομά του ήταν Αντώνης Κυριαζής, επίσης, σκεφτόταν και τον τουρκικό λαό, που ζούσε κάτω από άθλιες συνθήκες, με την απολυταρχία των σουλτάνων (Σάματις και τώρα δεν υποφέρει ο τουρκικός λαός;). Δίπλα, λοιπόν, στους καταπιεσμένους χριστιανούς βάζει και τους Τούρκους:

Να σφάξωμεν τους λύκους, που στο ζυγό βαστούν
και Χριστιανούς και Τούρκους, σκληρά τους τυραννούν.


Δηλαδή, δε ζητούσε μόνο απ’ τους έλληνες να ξεσηκωθούν, αλλά απ’ όλους τους λαούς του βόρειου τμήματος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας:

Βούλγαροι κι Αρβανίτες, Αρμένιοι και Ρωμιοί,
Αράπηδες και άσπροι, με μια κοινή ορμή.

Αν δεχτούμε, λοιπόν, πως είμαστε λαζοί, παίζουμε το παιχνίδι της Τουρκίας, που για να μη δεχτεί τη γενοκτονία μας λεει, πως δεν υπήρχαν πολλοί έλληνες στον Πόντο, αλλά λαζοί ελληνόφωνοι. Και πως και οι εκατοντάδες χιλιάδες πόντιοι που ήρθαν στην Ελλάδα, ή κι αυτοί που πήγαν στη Σοβιετική Ένωση, δεν ήταν έλληνες αλλά λαζοί. Λένε, λοιπόν, τα τουρκικά ιστορικά βιβλία κτλ: “Οι πόντιοι ήταν μια ημιάγρια φυλή, οι λαζοί κτλ”. Επίσης αν πεις σ’ ένα τούρκο: “Ξέρεις οι γονείς μου προέρχονταν απ’ την Τραπεζούντα κτλ”. Θα σου πει: “Α, ήταν Λαζ”. Ε, και τι φταίνε οι άνθρωποι; Αυτά μαθαίνουν στα σκολειά τους.
Μια που έκανα κουβέντα για σκολειά, θα πω και κάτι άλλο. Μια δόση, εδώ στην Αυστραλία, βρέθηκα με δυο σκοπιανούς, πατέρα και γιο. Ο ένας θα ήταν γύρω στα πενήντα ενώ ο άλλος φαινόταν γύρω στα είκοσι. Λοιπόν, εμείς οι έλληνες με το που γνωριζόμαστε με κάποιον δικό μας, εδώ στην Αυστραλία, λέμε: Από ποιο μέρος της Ελλάδας είσαι; Με τους ξένους πάλι: Τι εθνικότητα έχεις;
Αυτό έγινε και με τους σκοπιανούς, που μου είπαν πως ήταν μακεδόνες. Εγώ  αμέσως τους κατάλαβα απ’ τη σλαβική προφορά και χαμογελώντας τους είπα: “Ε, κι  εγώ μακεδόνας είμαι, αλλά έλληνας”.
Ο νεαρός τσαντίστηκε κι έφυγε απ’ την παρέα. Ο πατέρας του, όμως, μου είπε, μεταξύ των άλλων: “Κοίταξε εμάς από μικρά οι γονείς μας και μετά στο σκολειό μας λέγανε ένα σωρό πράγματα: πως είμαστε γνήσιοι μακεδόνες, απόγονοι του Μεγαλέξαντρου και τόσα άλλα. Δεκάρα δε δίνω... Νομίζεις, όμως, πως όλα αυτά μπορούμε να τα ξεχάσουμε έτσι στα γρήγορα; Δεν έχετε μόνο εσείς εθνικιστές. Έχουμε κι εμείς τους δικούς μας, που μας φανατίζουν”.




*Γιώργος Μακρίδης
Λογοτέχνης-Θεατρικός Συγγραφέας- κατοικος Αυστραλίας


http://www.efenpress.gr/

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου