30 Σεπτεμβρίου 1856: Ο σεισμός που ισοπέδωσε το Ηράκλειο!

Ξημέρωμα Κυριακής 30 Σεπτεμβρίου 1856, χτύπησαν την Κρήτη 7, Ρίχτερ! Συνολικά σε όλο το νησί βρήκαν το θάνατο 538 άνθρωποι και τραυματίστηκαν 637. Κυρίως επλήγη το Ηράκλειο, όπου ήταν το επίκεντρο. Από τα 3.620 σπίτια 18 μόνο έμειναν όρθια και κατοικήσιμα. Ισοπεδώθηκε το χωριό Βούτες, όπου σκοτώθηκαν 42 άνθρωποι, ενώ νεκροί υπήρξαν ακόμη και γύρω από τα Χανιά

‘Σ τα χίλια οχτακόσια έτος πενήντα έξη
Ηθέλησεν ο Κύριος το θάμμάν του να μπέψη·
‘Σ τσ’ εικοσιεννιά του Σεντεμπριού, ένα Σαββάτο βράδυ,
Μέγας σεισμός εγείνηκε κ’ ούλος ο κόσμος βράζει.
Απού το μέρος τω Χανιώ έρχεται σα μελτέμι,
Μέγας και τρομερός σεισμός, ούλος ο κόσμος τρέμει.
Κ’ η θάλασσ΄ η ακίνητη και οι γι οχτώ ανέμοι,
Τρία λεφτά βοά η γης, καπνός ‘ποκάτω βγαίνει.
Χάνουνται χώραις και χωριά, σαν όντε χάνετ’ άστρο,
Μα δεν υπόφερε κιαμιά σαν το Μεγάλο Κάστρο.
Χαλούν τα μοναστήριαν του, χαλούν κ’ οι μιναρέδες

………………………………………………….

Κι’ απ΄ ούλους του τση Χριστιανούς μια φωνή μόνο βγαίνει,
Την Παναγιά περικαλού μεσίστρια να γένη·
-Ω Παναγία δέσποινα, κι΄ούλ΄ είμεστα παιδιά σου,
Κάμε την παρακάλεσι, που πιάνετ’ ο ριτζάς σου.
Θεοτική φωθιά ‘πεσε ΄ς του Κάστρου το μεϊντάνι
Κ΄ οι γεμιτζίδες το είδανε ‘π μέσ’ απ΄ το λιμάνι.

Με αυτό τον τρόπο η δημώδης ποίηση εξέφρασε τον αβάσταχτο πόνο του Μεγάλου Κάστρου για το φοβερό σεισμό που έγινε το ξημέρωμα της 30 Σεπτεμβρίου του 1856. το ποίημα του σεισμού της Κρήτης συμπεριέλαβε το 1876 ο Αντώνιος Γιάνναρης στο βιβλίο του «Άσματα Κρητικά» κι έτσι διασώθηκε. Ήταν 2.45’ της νύκτας του Σαββάτου προς την Κυριακή, όταν η πολιτεία και οι ταλαιπωρημένοι από τις; κακουχίες αλλά και τον τρόμο της Τουρκοκρατίας κάτοικοι πετάχτηκαν πανικόβλητοι από το χτύπημα του Εγκέλαδου. Δεν πρόλαβαν όλοι να βγουν από τα χαμόσπιτα της πόλης. Εκατοντάδες σκοτώθηκαν από την τρομερή δόνηση που διήρκεσε 3 λεπτά της ώρας!

Συνολικά σε όλη την Κρήτη βρήκαν το θάνατο 538 άνθρωποι και τραυματίστηκαν 637, σύμφωνα με τα στοιχεία του Νικολάου Σταυράκη, του κατόπιν γενικού γραμματέα της διοίκησης του νησιού, ο οποίος, δεκάχρονο παιδί, έζησε το σεισμό και τραυματίστηκε μάλιστα.

Η δόνηση ήταν από τις σφοδρότερες που χτύπησαν ποτέ το νησί. Οι Βασίλης και Κατερίνα Παπαζάχου στο βιβλίο τους για τους σεισμούς της Ελλάδας υπολόγισαν ότι το μέγεθός του ήταν 7,7 ρίχτερ και το επίκεντρο το Ηράκλειο. Γι αυτό και η πόλη μέτρησε τόσες καταστροφές, εκτός από τους νεκρούς: από τα 3.620 σπίτια 18 μόνο έμειναν όρθια και κατοικήσιμα. Ισοπεδώθηκε το χωριό Βούτες, όπου σκοτώθηκαν 42 άνθρωποι, ενώ νεκροί υπήρξαν και γύρω από τα Χανιά.

Στο Ηράκλειο, το μέγαρο του Μουσταφά Πασά, που ήταν ξύλινο, δεν έπαθε ζημιές κι ο Τούρκος αξιωματούχος το μετέτρεψε σε νοσοκομείο για την περίθαλψη των τραυματιών. Τα μαγαζιά της αγοράς, που ήταν ξύλινα και χαμηλά κτίσματα, δεν καταστράφηκαν από τη δόνηση. Όμως προκλήθηκε πυρκαγιά από την τριβή των σπίρτων, λόγω της δόνησης, και αποτεφρώθηκαν 48 από αυτά.

Οι βενετσιάνικοι ναοί, που οι Τούρκοι τους είχαν μετατρέψει σε τζαμιά, έπαθαν ανεπανόρθωτες ζημιές. Ο Άγιος Τίτος, το Βεζίρ-Τζαμί της Τουρκοκρατίας, γκρεμίστηκε και ξαναχτίστηκε το 1869, μετά την επανάσταση, με διαταγή του Μεγάλου Βεζύρη Ααλή – Πασά. Ο φιλόλογος Λευτέρης Αλεξίου σε ένα ιστορικό κείμενο του 1948 στα «Νέα Χρονικά», σημειώνει ότι ο Ααλής έδωσε τη διαταγή της ανοικοδόμησης του Αγίου Τίτου, που πήρε πλέον τη σημερινή του μορφή, ως αντίρροπο του μεγαλοπρεπούς ναού του Αγίου Μηνά τον οποίο οι Έλληνες οικοδομούσαν από το 1862.

Σοβαρές ζημιές έπαθε και ο ναός του Αγίου Μηνά, η παλιά και πολύ μικρότερη εκκλησία που υπήρχε στην ίδια σημερινή θέση, ενώ σώθηκε η Δημοτική Σχολή, στην οποία κατέφυγαν για να σωθούν πολλές χριστιανικές οικογένειες που έμειναν άστεγες. Ο Λ. Αλεξίου σημειώνει ότι το κτίριό της βρισκόταν βόρεια του Αγίου Μηνά, όπου και κατά τον 20ο αιώνα λειτουργούσε σχολείο, και κατεδαφίστηκε πιθανότατα πριν την κατοχή «χωρίς αποχρώντα λόγο», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά.

Στο μεγάλο σεισμό του 1856 έπεσαν ακόμη τα τελευταία λείψανα της μονής του Αγίου Φραγκίσκου, που οι Τούρκοι είχαν μετατρέψει σε Χουνκιάρ (αυτοκρατορικό) τζαμί. Βρισκόταν στη θέση όπου χτίστηκε το πρώτο μουσείο της πόλης και όπου σήμερα υπάρχει το αρχαιολογικό μουσείο. Το βενετσιάνικο μοναστήρι, που είχε «τραυματιστεί» και από άλλους σεισμούς, με πρώτο αυτό του 1508, χάθηκε οριστικά εκείνο το βράδυ του 1856 και μόνο μερικές θολές φωτογραφίες του παρελθόντος αλλά και σκίτσα καλλιτεχνών της εποχής υπάρχουν για να μας το θυμίζουν. Ο Λ. Αλεξίου, σε κείμενό του που αναδημοσιεύομε στη συνέχεια, γράφει και μια όμορφη ιστορία για το πώς βοηθήθηκε η μονή από τον Κρητικό Πάπα Αλέξανδρο τον Ε’, κατά κόσμο Πέτρο Φύλαργο, από τις Καριές Μεραμβέλλου, ο οποίος ανέβηκε στο ανώτατο αξίωμα της δυτικής εκκλησίας το 14ο αιώνα. Στην αναφορά του Νικολάου Σταυράκη για το σεισμό του 1856, την πληρέστερη που υπάρχει για το γεγονός, αναφέρεται από λάθος του ιδίου ότι ο Άγιος Φραγκίσκος ήταν ο μητροπολιτικός ναός των Βενετών, ενώ στην πραγματικότητα ήταν ο Άγιος Τίτος, εκκλησιαστική έδρα των Ορθοδόξων από τη δεύτερη βυζαντινή περίοδο, την οποία διατήρησαν και οι Ενετοί. Ο Σταυράκης επίσης δεν αναφέρει ότι το Χουνκιάρ Τζαμί των Τούρκων ήταν ο Άγιος Φραγκίσκος.

Όπως αναφέρει ο Giuseppe Gerola στο έργο του «Βενετικά μνημεία της Κρήτης» (τόμος 2ος) που κυκλοφόρησε το 1993 στα ελληνικά σε μετάφραση του Στέργιου Σπανάκη, «αφού κατερειπώθηκε ο ναός με το σεισμό με το σεισμό του 1856, κατεδαφίστηκε ολοκληρωτικά από την Τουρκική Κυβέρνηση, ύστερα από το 1867, είτε για να χρησιμοποιήσει τα μάρμαρα στο καινούργιο Βεζίρ τζαμί (σ.σ. τον Άγιο Τίτο), είτε για να τα πουλήσει (σ.σ. πολλά στοιχεία, πέτρες ή μάρμαρα, χρησιμοποιήθηκαν στη συνέχεια στο κτίσιμο άλλων κτισμάτων στο Ηράκλειο), είτε για να χρησιμοποιήσει τις πέτρες για τη λιθόστρωση της πλατείας των Τριών Καμαρών».

Από όλο το κτίριο διατηρήθηκε ένα μικρό οίκημα, το οποίο μάλλον χρησίμευε ως οστεοφυλάκιο της μονής στη νότια άκρη της εγκάρσιας καμάρας, το οποίο έγινε τζαμί με το όνομα Φατίχ Σουλτάν Μεχμέτ ή Χουνκιάρ. Υπήρχε και στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, μέχρι την ανέγερση του σημερινού αρχαιολογικού μουσείου, όταν και κατεδαφίστηκε.

Πιθανώς κατά τον ίδιο σεισμό εξαφανίσθηκε και ό,τι είχε απομείνει από το Δουκικό Ανάκτορο του Χάνδακα, όπως αναφέρει ο Στυλιανός Αλεξίου(«Κρητικά Χρονικά», τ. Ι, 1960). Η κατοικία του Δούκα της Κρήτης, που βρισκόταν απέναντι από τη Βασιλική του Αγίου Μάρκου, ήταν κατερειπωμένη από το 1815, όπως γράφει ο Πρακτικίδης,

Κατέρρευσαν, ακόμη, οι στρατώνες του Αγίου Γεωργίου και η θολωτή Βενετσιάνικη Πύλη των Ακτάρικων, το παλιό Voltone των Ενετών.

Καταστροφές σε όλη την Κρήτη

Σε όλο το νησί η δόνηση ήταν καταστροφική, αλλά ιδιαίτερα στην πόλη του Ηρακλείου και τα κοντινά χωριά. Όπως αναφέρει ο Σταυράκης, έπαθαν ζημιές 11.317 σπίτια, από τα οποία 6.512 καταστράφηκαν εντελώς. Όπως προαναφέρθηκε, οι νεκροί ήταν 538 και οι τραυματίες 637. ο μεγάλος αριθμός των νεκρών σε σχέση με τους τραυματίες σχετίζεται με το γεγονός ότι τα σπίτια του Μεγάλου Κάστρου, όπου υπήρξε και ο μεγάλος αριθμός των θυμάτων, ήταν είχαν βαριές σκεπές οι οποίες, κατά την πτώση τους, συνέθλιβαν τους κατοίκους.

Βαρύ φόρο αίματος πλήρωσαν οι Βούτες, καθώς σκοτώθηκαν 42 κάτοικοι, ενώ δεν έμεινε όρθιος ούτε ενός μέτρου τοίχος, όπως λέει ο Σταυράκης. Σχεδόν εντελώς καταστράφηκαν ακόμη τα χωριά Καλέσα, Πετροκέφαλο, Πενταμόδι, Άγιος Μύρων, Κιθαρίδα, Ασίτες, ενώ σοβαρές καταστροφές σημειώθηκαν στην Επισκοπή Πεδιάδος και στα Αϊτάνια. Πολλά προβλήματα σημειώθηκαν ακόμη στις επαρχίες Μεραμβέλλου και Ιεράπετρας.

Στα Χανιά έπαθαν ζημιές σχεδόν όλα τα σπίτια, κατέρρευσαν όμως λίγα. Σοβαρές καταστροφές σημειώθηκαν στους στρατώνες, στο στρατιωτικό νοσοκομείο και στο τέμενος Χουνκιάρ της πόλης. Νεκροί υπήρξαν σε περιοχές γύρω από τα Χανιά, ενώ μέσα στην πόλη μόνο τραυματίες. Στην Κίσσαμο μια τοποθεσία βυθίστηκε και δημιουργήθηκε λίμνη απ΄ όπου αναδυόταν μυρωδιά θειαφιού.

Στο Ρέθυμνο σχεδόν όλα τα σπίτια υπέστησαν καταστροφές, αλλά δεν υπήρξε νεκρός.

Ο Άη Γιώργης Απανωσήφης

Το ξημέρωμα της Κυριακής 30 Σεπτεμβρίου γκρεμίστηκε από το σεισμό και η εκκλησία της μονής Άη Γιώργη Απανωσήφη. Ο Εμμ. Πετράκις στα «Κρητικά Χρονικά» (τ.Ι΄, 1956) αναφέρει το περιστατικό και παρουσιάζει ένα αυτοκρατορικό φιρμάνι για την ανοικοδόμηση του ναού. Όταν ο ναός της μονής κατέρρευσε, οι μοναχοί με αναφορά τους στην Ιψηλή Πύλη, μέσω του Πατριαρχείου, ζήτησαν να τον ξαναχτίσουν. Στις 5 μαρτίου 1862 εκδόθηκε σουλτανικό φιρμάνι, απευθυνόμενο προς τον Καϊμακάμη του Σαντζακίου Χάνδακος (ας πούμε, το σημερινό νομάρχη) Τεβφίκ πασά, στο οποίο αναφερόταν:

«Επειδή μία ρωμαίικη εκκλησία, κειμένη εις την επαρχίαν Μονοφατσίου (σ.σ. αυτή ήταν η διοικητική υπαγωγή της περιοχής, τότε ), υπό το όνομα Άγ. Γεώργιος Απανωσήφη, κατέρρευσε, λόγω του επισυμβάντος τελευταίως σεισμού και η εκκλησία αυτή έχει μήκος 28 και πλάτος και ύψος πήχεων (τεκτονικών).

Επειδή υπεβλήθη αίτησις εκ μέρους των κατοίκων της, ήτις προσήχθη εκ μέρους του Πατριαρχείου, υπέρ ανεγέρσεώς της ως έχει και εζήτησαν την έκδοσιν αυτοκρατορικής διαταγής (ρουχσάτ), χορηγείται η άδεια όπως ανοικοδομηθεή, εις ας διαστάσεις ανωτέρω αναφέρεται και όπως ουδείς έξωθεν εμποδίση την ανέγερσιν της».

Ο Εμμ. Πετράκις προσθέτει ότι προφανώς οι μοναχοί έχοντας τη βεβαιότητα ότι θα έπαιρναν την άδεια της ανοικοδόμησης έκτισαν νωρίτερα το ναό, καθώς πάνω από το ιερό υπάρχει εντειχισμένη πλάκα με χρονολογία 1861.

Για το σεισμό της 30 Σεπτεμβρίου 1856 υπάρχει ενθύμηση στον Κώδικα 10 της Ιεράς Μονής της Αγίας Τριάδος των Τζαγκαρόλων, που αποτελεί μετόχι του Αγίου Όρους στις Μουρνιές Χανίων. Η ενθύμηση («Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών», έτος Θ΄, 1932) η οποία ανεβάζει τον αριθμό των νεκρών σε 1500, αναφέρει:

«1856: Σεπτεμρίου 30: Κυριακή ξημέρομα εις τας ενέα ώρας της Νυκτός έκαμε ένα τρομερόν Σεισμόν και εβάσταξε έως τρία λεπτά, όσθε οπού το κάστρο το Μεγάλου δεν έμιναν, παρά τριάντα τρι σπύθια γερά και εχάθησαν άνθρωποι χίλη πεντακόσι∙ ομοίως και ένα χορίον εβούλισε παντάπασης εις αυτό το μέρος∙ εις δε τα Χανιά εχάλασαν μερικά σπίθια και εκκλησίαις εχάλασαν και τζαμιά έπεσαν κάτο, και η αγία Μονή εν ταις Μουρνιαίς εχάλασε και τα περισσότερα σπύθια εράγισαν».

Ο Ελευθέριος Πλατάκης αναφέρει ότι ο Παπά Χατζής από το Καστέλλι της Φουρνής σημείωσε τα ακόλουθα στο εξώφυλλο ενός εκκλησιαστικού βιβλίου, της Οκτωήχου, της εκκλησίας του, αναφέροντας τις 9 παρά τέταρτο ως ώρα που χτύπησε ο Εγκέλαδος. Χρησιμοποίησε, δηλαδή, την τουρκική ώρα, που συμπίπτει με τις 2.45 π.μ που έγινε η δόνηση.

«1856, Σεπτεμβρίου 30, ημέρα Κυριακής ξημέρωμα 9 παρά κάρτο έγινε ένας σεισμός και εχάλασε το Μεγάλο Κάστρο. Όλα τα σπίτια, μονάχα ολίγα εργαστήρια εμείναν αι τα βασιλικά κονάκια όπου εράγισαν αλλά δεν έπεσαν. Τα χωριά του Μαλεβυζού όλα τα περισσότερα και Γεράπετρο το Καστέλλι και το Κάτω Χωριό της Γεραπέτρου και τα περισσότερα χωριά και το Μεγάλο Μοναστήρι, τα κελία και το Κάτω Χωριό της Φουρνής και οι Λίμνες, το περισσότερο όμως και η… επλακώθηκαν άνθρωποι και στο Μεγάλο Κάστρο καθώς πληροφορούμεθα 500 και… εις δε τα άλλα χωριά του Κάστρου σαντζάκι άλλοι τόσοι και ο Θεός να φυλάττει τον κόσμον, αμήν».

Ο σεισμός και ο Βελή πασάς

Ο ιστορικός και δημοσιογράφος Ιωάννης Μουρέλλος στην «Ιστορία της Κρήτης» (τόμος τρίτος, 1934) περιέγραψε τα του σεισμού, αναφερόμενος και στην παρουσία του τότε διοικητή Κρήτης, του σκληρού και αιμοσταγούς Βελή Πασά:
“Τότε ακριβώς, στις 30 Σεπτεμβρίου 1856, γίνηκε ο μεγάλος σεισμός της Κρήτης κι ο λαός εκτός απ’ το θρήνο της καταστροφής του, θρηνούσε και τα μελλούμενα, γιατί τον πήρε για κακό και φρικτό οιωνό συνδυάζοντάς τον με τις διαθέσεις του Βελή πασά.
Κι άλλοτε είχαν γίνει σοβαροί σεισμοί στην Κρήτη, όπως την εποχή του Νέρωνος το 66 μ.Χ., την εποχή του Δεκίου το 251 μ.Χ., που κατέστρεψαν πολλές πόλεις της Κρήτης και περισσότερο απ’ όλες την Κνωσό. Το 365 άλλος τρομερός σεισμός κατέστρεψε κι αφάνισε ολόκληρες πολιτείες της Κρήτης. Και το 1303 και το 1508 έγιναν μεγάλοι σεισμοί.
Στον τελευταίο αυτό σεισμό όπως τον περιγράφει ο Δούξ της Κρήτης Ιερώνυμος Δονάτος σκοτώθηκαν τριάντα χιλιάδες άνθρωποι. Τότε κατεστράφηκε η Σητεία κι η Ιεράπετρα, κι εχάλασαν όλα τα σπίτια του Χάνδακα εκτός από πέντε. Στο 1810, όπως εγράψαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο, έγινε μεγάλος σεισμός κι εσκοτώθηκαν στο Ηράκλειο τρεις χιλιάδες. Το 1856 την εποχή του Βελή πασά, πάλι το Ηράκλειο έπαθε τη μεγαλύτερη καταστροφή, όπως μας διηγείται ο ιστορικός Νικόλ. Σταυράκης, που πληγώθηκε τότε παιδί ακόμα δέκα χρονών. Από τα 3620 σπίτια του Ηρακλείου, μόνο 18 απόμειναν, και μια φωτιά στο Μεϊντάνι που’ καψε 48 καταστήματα συνεπλήρωσε την καταστροφή. Σκοτώθηκαν 538 άνθρωποι κι επληγώθηκαν 637. Τότε κατεστράφη και το Βεζίρ Τζαμί, δηλαδή ο Μητροπολιτικός Ναός του Αγίου Τίτου, και ο παλιός ναός του Αγίου Φραγκίσκου, που ‘χε γίνει Χουγκιάρ Τζαμί. Τόσο δυνατός ήταν ο σεισμός του 1856, ώστε κι η θολωτή Βενετσιάνικη Πύλη των Ακτάρικων, το παλιό Voltone κατέπεσε και άμα ξημέρωσε η άλλη μέρα, όλη η πολιτεία ήταν ένας τραγικός σωρός ερειπίων, που σκέπαζε πάνω από χίλιους νεκρούς και πληγωμένους. Ενας θρήνος και μια ατέλειωτη οιμωγή ήταν ξεχυμένα στην Πολιτεία κι οι άνθρωποι τρελοί από πόνο και αγωνία, προσπαθούσαν σκάφτοντας και με τα νύχια τους ακόμα να ξεθάψουν τους δικούς των, που άκουαν τις οιμωγές και τους στεναγμούς των κάτω από τα ερείπια, για να δουν αν θα τους πρόκαναν ζωντανούς.

Η τρομερή αυτή καταστροφή δεν είχε περιορισθεί μόνο στο Ηράκλειο. Έφερε μεγάλες καταστροφές σ’ όλες τις πολιτείες και τα χωριά κι η δυστυχία των ραγιάδων ευρήκε κι άλλο τρομερό παράγοντα στη στυγνή φτώχεια που επακολούθησε”.
Ο Στέφανος Ξανθουδίδης («Χάνδαξ – Ηράκλειον, ιστορικά σημειώματα», 1964) έγραψε για το φοβερό σεισμό: «Η πόλις την πρωίαν της 1ης Οκτωβρίου 1856 ήτο άμορφος όγκος λίθων και ξύλων και χωμάτων και ευκολώτερον εβάδιζε τις δια μέσου των οικιών παρά δια των οδών, αι οποίαι είχον σκεπασθή τελείως»

Μεγάλες ήταν οι καταστροφές και στα νησιά κοντά στην Κρήτη, ενώ υπήρξαν και πολλοί νεκροί. Στη Ρόδο σκοτώθηκαν 60 άνθρωποι, στην Κάρπαθο 20, στην Σαντορίνη 6-7. Νεκροί υπήρξαν ακόμη στην Αμοργό, ενώ ο σεισμός έγινε αισθητός στη Ζάκυνθο, την Κέρκυρα, τη Σμύρνη, τη Δαμασκό της Συρίας, την Αίγυπτο. Στο Ισραήλ και το Λίβανο παρατηρήθηκε τσουνάμι, όπως αναφέρουν ο Βασίλης και η Κατερίνα Παπαζάχου.



Πηγή: candianews

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου