Η δημώδης γλώσσα των Βυζαντινών

Οι πληροφορίες μας για την ομιλούμενη γλώσσα κατά την πρώτη περίοδο (395-1100) είναι σχεδόν αποκλειστικά από λογοτεχνικά κείμενα. Αυτά τα έγραψαν συγγραφείς, οι οποίοι είτε γιατί δεν μπορούν να γράψουν στην παλιά αττική γλώσσα είτε γιατί θέλουν να τους καταλαβαίνουν και οι "απαίδευτοι", γράφουν σε λαϊκή ή λαϊκότροπη γλώσσα. Τέτοιοι συγγραφεις είναι οι χρονογράφοι Μαλλαλάς, Θεοφάνης κ.ά., οι συγγραφεις βίων των αγίων και άλλων θρησκευτικών κειμένων Ιωάννης μόσχος, Κων/νος ο Πορφυρογέννητος κ.α.
 Στη δεύτερη περίοδο (1100-1453) οι πληροφορίες που έχουμε είναι άφθονες.Εδώ παρατηρείται μια συστηματοκότερη καλλιέργεια της ζωντανής γλώσσας, που γράφεται με συνέπεια και δίχως προσποίηση, απαλλαγμένη γενικά από την επίδραση της λόγιας γλώσσας, έτσι που να βρίσκουμε σε μερικά κείμενα τη νεοελληνική γλώσσα σχεδόν με τη σημερινή της μορφή (γι'αυτό και είναι εντελώς συμβατικό όριο το έτος 1453). Οι λόγοι για την εμφάνιση και καλλιέργεια της βυζαντινής κοινής γλώσσας στην περίοδο αυτή συνδέονται με τα ιστορικά γεγονότα της εποχής: ξεπέφτει το κύρος της λόγιας γλώσσας με τον κλονισμό του κρατικού μηχανισμού κατά την άλωση της Πόλης από τους Φράγκους το 1204.
Το εκπαιδευτικό σύστημα, που διατηρούσε και διέδιδε τη λόγια γλώσσα, εξαρθρώνεται στους τελευταίους αιώνες. Η κεντρική διακυβέρνηση του κράτους εξαφανίζεται και οι ξένοι συμμετέχουν στην καλλιέργεια της γλώσσας. Τα κύρια γνωρίσματα της βυζαντινής κοινής γλώσσας Στη φωνητική: Στα σύμφωνα παρατηρείται απλοποίηση των δύο όμοιων συμφώνων, δηλαδή παύουν να προφέρονται και τα δύο, όπως άλλωστε συμβαίνει και σήμερα. Επίσης διάφορα συμφωνικά συμπλέγματα αφομοιώνονται και απλοποιούνται: Κώδικας: Το αρχαίο γίνεται στα νεοελληνικά πενθερός πεθθερός πεθερός ψεύμα ψέμμα ψέμα νύμφη νύφφη νύφη πράγμα πράμμα πράμα ομφαλός οφφαλός αφαλός Τα άτονα αρκτικά φωνήεντα κλονίζονται και αποβάλλονται, π.χ. ερωτώ-ρωτώ, ολίγος-λίγος, υψηλός-ψηλός, ουδέν-δεν, ωσάν-σαν. Το φαινόμενο αυτο είχε τις ακόλουθες συνέπειες:
 1) Τη δημιουργία των αδύνατων τύπων της προσωπικής αντωνυμίας του γ' προσώπου "τον, την, το, του" κλπ από τις αντωνυμίες "αυτόν, αυτήν" κλπ. 2) Την αποβολή της άτονης συλλαβικής αύξησης στα ρήματα: φέραμε, δώσαμε (αλλά έφερα, έδωσα) 3) Τη δημιουργία των τύπων "στον, στην" κλπ από τους παλαιούς "εις τον, εις την" κλπ 4) Τη δημιουργία νέων μορίων ξε-, ξανά-, π.χ. ξέκοψα, ξανάστησα κλπ. Στη μορφολογία: Η παλιά δοτική πτώση σβήνει από το 10ο αιώνα, εκτός από στερεότυπες εκφράσεις, π.χ. "δόξα τω Θεώ". Οι νέοι τύποι των αντωνυμιών "εσείς", "εσάς", "σας", "εμείς", "εμάς", "μάς" εμφανίζονται αρκετά νωρίς καθώς και οι τύποι "εμέν", "εσέν", "εμέναν", "εσέναν". Προς το τέλος της νεοελληνικής περιόδου εμφανίζεται και η μετοχή -όντα(ς). Στα ρήματα χάνεται η χρονική αύξηση από νωρίς και εμφανίζονται οι περιφραστικοί τύποι για το μέλλοντα, τον παρακείμενο και τον υπερσυντέλικο: "θέλω γράψειν", "θέλει ελθείν", που θα δώσουν στα νέα ελληνικά το μέλλοντα: "θα γράψω", "θα έρθει", "είχεν πεθάνειν" απ'οπου θα προέλθει ο νεοελληνικός υπερσυντέλικος, "είχε πεθάνει" και "έχει κατακλιθήν", απ'όπου θα προέλθει και ο νεοελληνικός παρακείμενος "έχει κατακλιθεί". Το αρχαίο ρήμα είχε 4 χρονικά θέματα: του ενεστώτα, παρακειμένου, μέλλοντα και αορίστου. Απο αυτά απομένουν μόνο τα 2, το ενεστωτικό και το αοριστικό, όπως και στα νέα ελληνικά. Πρωτοεμφανίζονται οι τύποι "είμαι", "είσαι" και "ένι" για το γ' ενικό, (απ'όπου θα προέλθει το νεοελληνικό "είναι"), "ήμουν" για τον παρατατικό. Αρχίζουν να εμφανίζονται καταλήξεις του ρήματος όπως -ίεσαι, -ιεται, (π.χ. αγωνίεσαι, πουλείεται), -ούσα και -άγα στον παρατατικό (π.χ. αγαπούσα και αγάπαγα), -ώνω (π.χ. φορτώνω).
 Στη σύνταξη: Η σύνταξη γίνεται πιό παρατακτικη και η γλώσσα πιό αναλυτική, δηλαδή τώρα εκφράζει με περισσότερες λέξεις, αλλά με μεγαλύτερη ίσως ακρίβεια, ό,τι πριν εξέφραζε με ιδιαίτερους γραμματικοσυντακτικούς τύπους. Επίσης οι προθέσεις περιορίζονται και συντάσσονται κανονικά με αιτιατική. Στο λεξιλόγιο: Εκτός από τις λατινικές λέξεις και καταλήξεις, η δημιουργία νέων λέξεων από την ελληνική με την παραγωγή και τη σύνθεση πλουτίζει λεξιλογικά τη γλώσσα. Ετσι πρωτοεμφανίζεται η κατάληξη των ρηματικών ουσιαστικών -σιμο (βράσιμο, πλύσιμο), η κατάληξη -ιτσα (νυφίτσα, καρφίτσα) κ.α. και διαδίδονται οι ελληνιστικές καταλήξεις -άς (υπναράς, αλευράς) και -ισσα (π.χ. αυτοκρατόρισσα) Νέες σύνθετες λέξεις ενισχύουν την εκφραστική δύναμη της γλώσσας: καλοκαίριον, ανδράδελφος, καλοκτένιστος, ψυχοκρατώ, λογομαχώ κλπ.
Τέλος, η κατοχή και διακυβέρνηση ελληνοφώνων περιοχών από δυτικούς και η χρησιμοποίηση της γαλλικής και ιταλικης γλώσσας στη διοίκηση είχαν ως αποτέλεσμα να γίνουν από τις δύο αυτές γλώσσες περιορισμένοι δανεισμοί, με εξαίρεση τη ναυτικη ορολογία όπου επικράτησε η ιταλική γλώσσα. Από τα χρόνια αυτά ως τη νεότερη εποχή, η ελληνική γλώσσα άσκησε μεγάλη επίδραση στις γλώσσες λαών με τους οποίους ο ελληνισμός ήρθε σε επαφή.
Κατά τη βυζαντινή εποχή, με τη διάδοση του χριστιανισμού από την ελληνόγλωσση εκκλησία, πέρασαν στις γλώσσες των Αρμενίων, Βουλγάρων, Ρώσων, Σέρβων κ.α. πολλές ελληνικές λέξεις καθώς και γραμματικοί τύποι και εκφράσεις. Στα νεότερα χρόνια η ελληνική γλώσσα χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα από τις δυτικοευρωπαϊκές γλώσσες (αγγλική, γαλλική κ.α.) ιδίως στον τομέα της ορολογίας.

 Δημ. Τομπαϊδη "Επιτομή της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας, Εκδοσης ΟΕΔΒ, 1984, Αθήνα

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου