Φοβερό... γούστο είχε ο Τρότσκι: Η κρυφή και τελευταία ερωμένη του Φρίντα Κάλο

Τον Ιανουάριο του 1937, η Φρίντα Κάλο είναι 30 ετών και η σχέση με τον σύντροφό της ζωγράφο Ντιέγκο Ριβέρα έχει διαταραχθεί. Εχουν γυρίσει από ένα δύσκολο ταξίδι στη Νέα Υόρκη και βρίσκονται και οι δύο στο κενό, ώσπου ένα απρόσμενο γεγονός έρχεται να αναστατώσει τη ζωή τους: φτάνει στο Μεξικό ο σοβιετικός Λέον Τρότσκι, εξόριστος και κυνηγημένος από τον Στάλιν. Ανάμεσά τους προκύπτει ένας τρελός, θυελλώδης έρωτας. Ένα πάθος που τους καταβροχθίζει. Ο Τρότσκι τις δίνει μυστικά ραντεβού, κρύβεται μαζί της πίσω από ένα θάμνο, τις βάζει ραβασάκια στις σελίδες ενός βιβλίου. Η Φρίντα Κάλο θα είναι ο τελευταίος έρωτάς του: ο Τρότσκι δολοφονείται στο Μεξικό, ένα χρόνο αργότερα, με διαταγή του Στάλιν, από έναν πράκτορα της NKVD. Ο επαναστάτης Τρότσκι, συνοδοιπόρος του Λένιν που διαφώνησε με τον Στάλιν και εξορίστηκε, έγινε δεκτός στο Μεξικό από τον ζωγράφο Ντιέγκο Ριβέρα και μερικούς φίλους τροτσκιστές. Τα τελευταία 10 χρόνια ο Τρότσκι έβλεπε όλες τις χώρες στις οποίες ζήτησε άσυλο να του κλείνουν την πόρτα –εκτός από την Τουρκία, τη Γαλλία και τη Νορβηγία.. Καταλήγει στο Γαλάζιο Σπίτι του Ριβέρα και της Φρίντα Κάλο στο Μεξικό. Εκεί πλέκεται η θυελλώδης ερωτική τους σχέση, γνωστή ως «οι εραστές του Κογιοακάν». Η ερωτική τους ιστορία διήρκησε έξι μήνες. Σε αυτό το διάστημα η Φρίντα Κάλο ζωγράφισε πολλούς πίνακες. Είναι μια περίοδος γόνιμη και σημαντική για εκείνη.
 Τι είναι αυτό που ξεκίνησε τον έρωτά τους; Η Φρίντα Κάλο, αφού επέζησε από ένα τρομακτικό ατύχημα και υπέστη αναρίθμητες εγχειρήσεις, έχει λύσσα για να ζήσει. Ζει για να ζωγραφίζει, να κάνει έρωτα, να μιλάει για πολιτική. Διψάει για ζωή: της αρέσει να μαγειρεύει, να πίνει, να χορεύει και να τραγουδάει. Βρίσκεται συνεχώς σε αναζήτηση αυτονομίας οικονομικής, σεξουαλικής και καλλιτεχνικής. Γοητεύεται από τον Τρότσκι, αυτό τον επαναστάτη κομμουνιστή, τον οποίο καταδιώκει ο Στάλιν. Ο Τρότσκι δεν έχει την εξουσία που είχε πριν αλλά έχει χάρισμα. Ο μεγάλος κουβανός μυθιστοριογράφος Λεονάρδο Παδούρα, στο βιβλίο του «Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά» (Εκδόσεις Καστανιώτη), το οποίο περιγράφει το τελευταίο διάστημα της ζωής του Τρότσκι πριν τη δολοφονία του στο Μεξικό, περιγράφει ως εξής τον έρωτα του επαναστάτη με την διάσημη ζωγράφο: «Τις τελευταίες ημέρες εκείνου του ταραγμένου Μαίου έφτασαν στο Κογιοακάν κάμποσα αντίτυπα από την Προδομένη Επανάσταση που είχαν μόλις κυκλοφορήσει. Οι Ριβέρα, για να το γιορτάσουν, προσκάλεσαν τον Τρότσκι και άλλους φίλους να δειπνήσουν σε ένα εστιατόριο του κέντρου…



Εκείνο το βράδυ όμως ο Λίεφ Νταβίντοβιτς δεν ενδιαφερόταν για τις αφίσες, ούτε για όσα μπορούσε να ανακαλύψει στην πόλη: εκείνο που πραγματικά επεδίωκε ήταν να βρίσκεται κοντά στη Φρίντα. Η δίνη των αισθήσεων, στην οποία είχε πέσει, απαιτούσε μια διέξοδο την οποία άρχισε να κυνηγάει με σφοδρότητα. Αν και η σωματική κατάσταση της ζωγράφου επέβαλλε τον φραγμό της παραμόρφωσης που απαιτούσε από αυτήν να χρησιμοποιεί ορθοπεδικούς κορσέδες κι ένα μπαστούνι για να βοηθάει το πιο προβληματικό από τα πόδια της, ίσως ακριβώς εξαιτίας εκείνων των περιορισμών η γυναίκα αυτή βίωνε το σεξ και την αισθησιακότητα με τρόπο επιθετικό, εκρηκτικό, και, όταν ο Λίεφ Νταβίντοβιτς έμαθε ότι η ελεύθερη ηθική της τής είχε επιτρέψει να ικανοποιήσει τον πόθο της ακόμα και σε ομοφυλοφιλικές σχέσεις, το διαστραμμένο ζιζάνιο του ανδρισμού είχε ξεχυθεί σε ωμές σκέψεις και σε μια λαχτάρα πιο ασυγκράτητη από όσες είχε νιώσει στα νιάτα του ή την εποχή που ήταν ο παντοδύναμος κομισάριος, όταν τόσες συντρόφισσές τους στον αγώνα του είχαν προσφέρει μια αλληλέγγυα διέξοδο στις συσσωρευμένες εντάσεις και θέρμες του. Μέσα από τα ερωτικά ποιήματα και γράμματα που έκρυβε στις σελίδες των βιβλίων που συνήθιζε να συστήνει στη Φρίντα, οι εκκλήσεις του Λίεφ Νταβίντοβιτς απαιτούσαν ήδη την κορύφωση σε κάτι συγκεκριμένο. Η φωτιά που τον έσπρωχνε έκαιγε με τόσο ένταση που είχε καταφέρει να τον κάνει να ξεπεράσει τον φόβο ότι η Ναταλία θα υποπτευόταν τις ερωτοτροπίες του. Κι εκείνη τη νύχτα του γλεντιού, όταν ο Ντιέγκο, η Ναταλία, οι φίλοι που είχαν ακολουθήσει στον περίπατο και οι γραμματείς μπήκαν στο κτίριο όπου βρισκόταν κάποια από τις τοιχογραφίες του Ριβέρα, αυτός έκανε πως έμεινε λίγο πίσω και, χωρίς να μεσολαβήσουν λόγια, έσπρωξε τη Φρίντα πάνω στον τοίχο της πρόσοψης και τη φίλησε στα χείλη, ενώ ταυτόχρονα από ανάσα σε ανάσα της επαναλάμβανε πόσο την ήθελε. Εκείνη τη στιγμή ο Λίεφ Νταβίντοβιτς ριχνόταν με πλήρη επίγνωση στο πηγάδι της τρέλας και έθετε σε κίνδυνο ό,τι ήταν σημαντικό στη ζωή του: όμως το έπραξε ευτυχισμένος, περήφανος, παράτολμος και χωρίς το παραμικρό αίσθημα ενοχής, θα έλεγε στον εαυτό του μετά, πεισμένος ότι στο κάτω κάτω άξιζε τον κόπο να ξοδέψει σε εκείνο το όργιο των αισθήσεων τα καλύτερα φυσίγγια των τελευταίων πυρομαχικών του ανδρισμού του».
 Ο Τρόσκι ήταν παντρεμένος με την δεύτερη σύζυγό του Ναταλία, η οποία τον ακολουθούσε πιστά στην εξορία και έζησε μαζί τους τα τελευταία δύσκολα χρόνια. Στο Γαλάζιο Σπίτι ανακάλυψε ότι ο Λέων και η Φρίντα ήταν εραστές. Όταν το έμαθε και ο Ντιέγκο ΡΙβέρα επέτρεψε στους Τρότσκι να συνεχίσουν να μένουν στο Casa Azul. Ο Τρότσκι και η Φρίντα παρέμειναν φίλοι μέχρι τη δολοφονία του από τον Ramón Mercader την επόμενη χρονιά. Η Φρίντα θεωρήθηκε ύποπτη για τον φόνο του και την ανέκριναν για δυο μέρες. Δεν σώθηκε καμία απόδειξη του πάθους τους. Στο τέλος της σύντομης σχέσης τους ο Τρότσκι της ζήτησε να του επιστρέψει όλα τα ερωτικά γράμματα και τα σημειώματα που της είχε δώσει και τα έκαψε. iefimerida.gr

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου