“Υπέρ αεροπορίας”: η Ιστορική αλήθεια για τον έρανο της 4ης Αυγούστου και οι επιδόσεις της Ε.Β.Α. στον πόλεμο του 1940



Η Ελληνική αεροπορία βρισκόταν σε εμβρυακή μορφή κατά την διάρκεια του Μεσοπολέμου κι ειδικά μέχρι το 1936. Οι λόγοι πολλοί: μέχρι το 1924 ουσιαστικά το όπλο δεν ήταν αυτόνομος κλάδος του στρατού αλλά εξαρτιόταν από τον στρατό και το ναυτικό, με αποτέλεσμα κανείς εκ των στρατιωτικών ηγετών της εποχής να μην δίνει ιδιαίτερη σημασία στην εξέλιξη του όπλου και στην σωστή ανανέωση του υπάρχοντος υλικού. Συνήθως τα λιγοστά εκπαιδευτικά αεροπλάνα που διέθετε η Ελληνική αεροπορία, τα χρησιμοποιούσαν για να ρίπτουν φυλλάδια στην Αθήνα σε περιπτώσεις στρατιωτικών κινημάτων, ενώ στο κίνημα του 1926 που χρησιμοποιήθηκαν κάποια αεροπλάνα για βομβαρδισμό, οι βόμβες που έριχναν οι αεροπόροι έπεφταν και κατέστρεφαν κατοικίες. Τα δημόσια οικονομικά του κράτους σε όλη αυτή την περίοδο ήταν σε συνεχή ελλειμματική κατάσταση και δεν επέτρεπαν στις εκάστοτε κυβερνήσεις να προβαίνουν σε εκτεταμένες παραγγελίες στρατιωτικού υλικού. Επίσης ως το 1932 υπήρχε μια διάχυτη αντίληψη στην κοινή γνώμη και στην πολιτική ηγεσία της Ελλάδας ότι οι στρατιωτικοί εξοπλισμοί ήταν άχρηστοι καθώς δεν υπήρχαν φόβοι για παγκόσμια ανάφλεξη, ενώ οι σχέσεις με την Τουρκία είχαν σε μεγάλο βαθμό εξομαλυνθεί λόγω των συμφώνων φιλίας που είχαν υπογραφεί μεταξύ των κυβερνήσεων Βενιζέλου και Κεμάλ Ατατούρκ.

Όλες αυτές οι αιτίες δεν επέτρεψαν την ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό της Ελληνικής αεροπορίας, που διέθετε πεπαλαιωμένα αεροσκάφη που κυρίως μπορούσαν να εκτελέσουν εκπαιδευτικές και αναγνωριστικές πτήσεις. Χαρακτηριστικό ήταν ότι κατά το κίνημα του 1935, όταν η κυβέρνηση θέλησε να βομβαρδίσει τις μονάδες των Βενιζελικών στην αντίπερα όχθη του Στρυμώνα, αναγκάστηκε να ζητήσει αεροσκάφη από την Γιουγκοσλαβική κυβέρνηση. Ήδη τότε διεξήχθη ο πρώτος έρανος “υπέρ αεροπορίας” που οργανώθηκε από τον υπουργό αεροπορίας Γεώργιο Σχοινά και ο οποίος απέτυχε παταγωδώς συγκεντρώνοντας ένα πολύ μικρό ποσό, καθώς κανείς δεν συγκινήθηκε. Μετά την ανάρρηση του Χίτλερ στην εξουσία το 1933, ο άνεμος του πολέμου φυσούσε ξανά στην Ευρώπη και όλες οι κυβερνήσεις κατέφευγαν σε εξοπλισμούς ώστε να μπορέσουν να ενισχύσουν το αξιόμαχο των ενόπλων δυνάμεων τους ενώπιον των πολεμικών εμπλοκών που αναμένονταν. Στο πλαίσιο αυτό, ο Ιωάννης Μεταξάς μετά το 1936 διεξήγαγε προσπάθειες επανεξοπλισμού του Ελληνικού στρατού με μεγάλες αγορές όπλων, πυροβολικού και πυρομαχικών.

Μεγάλη φροντίδα δόθηκε από την κυβέρνηση Μεταξά στην αεροπορία καθώς ο εξοπλισμός της, όπως είδαμε, δεν είχε παρακολουθήσει τις εξελίξεις της προηγούμενης δεκαετίας. Επειδή η χρηματοδότηση του φιλόδοξου προγράμματος αγοράς αεροσκαφών ήταν αδύνατη από τον κρατικό προϋπολογισμό, ο Μεταξάς ξεκίνησε έναν μεγάλο δημόσιο έρανο “υπέρ αεροπορίας”, ενώ απευθύνθηκε και στην ομογένεια του εξωτερικού. Ο έρανος έλαβε μεγάλες διαστάσεις καθώς το καθεστώς τον διαφήμισε όσο περισσότερο μπορούσε χρησιμοποιώντας όλα τα διαθέσιμα μέσα της εποχής, ενώ στην προσπάθεια συμμετείχε ενεργά και το στέμμα με τον διάδοχο Παύλο, ο οποίος ήταν ο ίδιος πιλότος της αεροπορίας. Είναι γεγονός ότι σε κάποιες περιπτώσεις, ο έρανος είχε μάλλον χαρακτήρα υποχρεωτικό και όχι εθελοντικό και αυτές οι περιπτώσεις αφορούσαν τόσο τους εύπορους βιομηχάνους που λάμβαναν σημειώματα με τις ευχαριστίες του Μεταξά για την εισφορά τους πριν την καταβάλλουν, (!) και οι ίδιοι έσπευδαν αμέσως να καταβάλλουν τα ζητούμενα ποσά, όσο και τους εργάτες που “κλήθηκαν” να προσφέρουν συμβολικά ένα μεροκάματο υπέρ του εράνου, αλλά τους ζητήθηκε από το ΚΚΕ να μην ανταποκριθούν. Επίσης σε πολλές περιπτώσεις το κράτος αυθαιρέτως κατάσχεσε μέρος των καταθέσεων εύπορων πολιτών το οποίο το διέθεσε εξ ολοκλήρου στον έρανο “υπέρ της αεροπορίας”.

Φαίνεται πάντως ότι όλες οι αιτιάσεις για σπατάλες και κακοδιαχείριση των πόρων που προήλθαν από τον έρανο να μην ευσταθούν. Η κυβέρνηση έψαξε στη διεθνή αγορά και κατάφερε σε πολύ δύσκολες εποχές και καταστάσεις να προμηθευτεί αρκετά σύγχρονα αεροπλάνα τα οποία, παρά την έλλειψη εκπαίδευσης των πιλότων αλλά και την σοβαρή έλλειψη ανταλλακτικών, μεγιστοποίησαν το αξιόμαχο της Ελληνικής αεροπορίας και συντέλεσαν σημαντικά στο Έπος του 1940. Συγκεκριμένα η Αεροπορία κατόρθωσε να προμηθευτεί 36 καταδιωκτικά P.Z.L. P.24F/G από την Πολωνία, 9 καταδιωκτικά Bloch MB.151 και 12 βομβαρδιστικά Potez 633 B2 Grec από τη Γαλλία, 12 ναυτικής συνεργασίας Avro Anson Mk I, 12 βομβαρδιστικά Bristol Blenheim MkIV και 12 βομβαρδιστικά Fairey Battle B.1 από το Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και 16 αναγνωριστικά Henschel Hs126K-6 και 12 υδροπλάνα Dornier Do22Kg από τη Γερμανία.

Ενδεικτικό του κλίματος ενίσχυσης της Αεροπορίας, που επικρατούσε μεταξύ των Ελλήνων ήταν και η συμβολική, λόγω του μικρού αριθμού τους, απόκτηση τεσσάρων καταδιωκτικών από δωρεές ομογενών (δύο Avia B.534 και δύο Gloster Gladiator MkI), που ήταν και τα πρώτα σύγχρονα αεροσκάφη που παρέλαβε την περίοδο αυτή. Οι συσκέψεις των ιθυνόντων της αεροπορίας ήταν συνεχείς και οι προσπάθειες οργάνωσης και εξοπλισμού εργώδεις και αποφασιστικές. Χαρακτηριστικό είναι ότι για τα ζητήματα της αεροπορίας είχε άμεση ενημέρωση ο ίδιος ο Μεταξάς απευθείας από τον αρχηγό του επιτελείου αεροπορίας συνταγματάρχη Π. Γαζή. Πάντως ειδικά για τα 36 καταδιωκτικά P.Z.L. που αγοράστηκαν έναντι του τιμήματος 133 εκατομμυρίων δρχ, εκφράστηκαν πολλές αντιρρήσεις για την ποιότητα και το αξιόμαχο τους, ενώ σύμφωνα με μαρτυρίες η προμήθεια τους αποφασίστηκε απευθείας από τον ίδιο τον Μεταξά που συμμετείχε αυτοπροσώπως στην σύσκεψη των ιθυνόντων της αεροπορίας, καθώς η επιτροπή που είχε επιφορτιστεί για να αγοράσει καταδιωκτικά καθυστερούσε χωρίς να λαμβάνει μια οριστική απόφαση.

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος που ξέσπασε το 1939, στάθηκε η αφορμή να μείνουν ανεκτέλεστες αρκετές παραγγελίες της Αεροπορίας, όπως τα 12 βομβαρδιστικά Potez 633 B2 Grec, τα 12 ναυτικής συνεργασίας Avro Anson Mk I, τα 16 καταδιωκτικά Bloch MB.151, τα 12 βομβαρδιστικά Bristol Blenheim MkIV και τα 32 αναγνωριστικά Henschel Hs126K-6. Είχαν, επίσης, παραγγελθεί 24 καταδιωκτικά Spitfire Mk I και 30 καταδιωκτικά F4F-3A Wildcat, αεροσκάφη που αν παραλαμβάνονταν η Ελληνική αεροπορία θα γινόταν βασικός πυλώνας άμυνας της χώρας.

Για όλα τα αεροπλάνα που δεν παραδόθηκαν λόγω του πολέμου η κυβέρνηση είχε δώσει προκαταβολές που είτε χάθηκαν είτε συμψηφίστηκαν, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις είχε εξοφλήσει όλο το ποσό της αγοράς. Η ειρωνεία είναι ότι στις 3/11/1940 και στις 5/11/1940 οι Άγγλοι θα στείλουν προς ενίσχυσή μας 12 τουλάχιστον α/φ ελαφρού βομβαρδισμού τύπου BLENHEIM IIIF, σαν αυτά που ήδη είχαμε πληρώσει. Αυτά πέταξαν σαν Αγγλικά, με Αγγλικά πληρώματα. Μετά την έναρξη του πολέμου και όταν είχε γίνει προφανές ότι η Αγγλία και η Γαλλία δεν θα παρέδιδαν τα αεροσκάφη για τα οποία είχαν γίνει συμφωνίες, η κυβέρνηση στράφηκαν στις ΗΠΑ για την αγορά 30 καταδιωκτικών P-40 Tomahawk και 48 βομβαρδιστικών Martin Maryland. Στις διαπραγματεύσεις συμμετείχε ο Μεταξάς προσωπικά καθώς είχε καταστεί φανερό ότι ο πόλεμος πλησίαζε, χωρίς όμως αποτέλεσμα, καθώς ούτε αυτά τα αεροσκάφη παραδόθηκαν εγκαίρως. Σημαντική ήταν, επίσης, η προσπάθεια οργάνωσης του δικτύου αεροδρομίων που έγινε την περίοδο αυτή. Οι μεγαλύτερες Αεροπορικές Βάσεις βρίσκονταν στο Σέδες, τη Λάρισα, το Τατόι, το Φάληρο, τη Νέα Αγχίαλο και την Ελευσίνα. Ακόμη, είχαν οργανωθεί 23 βοηθητικά αεροδρόμια και άλλα 22 του λεγόμενου «εμπιστευτικού δικτύου», ενώ τα αποθέματα καυσίμων ανέρχονταν σε 1.500 τόνους και μεταφράζονταν σε 25 μέρες επάρκεια για αυτόνομη δράση.

Τα αεροσκάφη που αγόρασε η Ελλάς στους 50 μήνες του καθεστώτος Μεταξά, αντιστοιχούν σε κατά μέσο όρο εντάξεως άνω των 2 νέων αεροσκαφών τον μήνα. Αν δε, οι ξένοι πωλητές ήταν συνεπέστεροι και παρέδιδαν τα 139 προπληρωθέντα αεροσκάφη, ο μέσος όρος θα έφτανε στο φανταστικό αριθμό 4,5 α/φ το μήνα. Αρκεί κανείς να αναλογισθεί την επιτυχία που θα είχε η Αεροπορία το 1940 αν διέθετε αυτή την τρομερή αεροπορική μηχανή την οποία, σύμμαχοι και μη, μας αποστέρησαν. Σε κάθε περίπτωση, και παρά τις μεγάλες δυσκολίες, η Ελληνική Αεροπορία έκανε το καθήκον της στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, έχοντας πολύ μεγάλες επιτυχίες βομβαρδισμού, όταν απέναντι της η Ιταλική αεροπορία διέθετε δεκαπλάσια δύναμη. Λεπτομέρειες για τις επιδόσεις της Ε.Β.Α. το 1940 μπορεί κανείς να βρει στο εξαιρετικό βιβλίο του κ. Μέρμηγκα “Οι πειρατές της 3030 μοίρας ελαφρού βομβαρδισμού” από τις εκδόσεις “ΑΩ”, αλλά και σε άρθρα που υπάρχουν στο διαδίκτυο και παραθέτονται. Η προσφορά της Ελληνικής αεροπορίας κατά το 1940 δεν είναι ευρύτερα γνωστή (στο δεύτερο επίμετρο υπάρχουν δύο επίσημα πολεμικά ανακοινωθέντα με επιτυχίες της) και ίσως λόγω του γεγονότος αυτού έχει αποθανατιστεί η έκφραση “υπέρ αεροπορίας” στο λαϊκό θυμικό ως μια υποχρεωτική οικονομική εισφορά που πήγε χαμένη. Όμως η Ιστορική αλήθεια είναι ότι τελικώς ο έρανος “υπέρ αεροπορίας” δεν πήγε χαμένος….

– Γράφει ο Φιλίστωρ Ι. Β. Δ.

http://metaxas-project.com/%CF%85%CF%80%CE%AD%CF%81-%CE%B1%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1%CF%82-%CE%B7-%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B1%CE%BB%CE%AE%CE%B8%CE%B5%CE%B9%CE%B1-%CE%B3/

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου