Ρήξη των σχέσεων Τουρκίας - Ιράκ για τη Μοσούλη



Ηταν εξαρχής φανερό ότι η εκστρατεία των ιρακινών ενόπλων δυνάμεων και των Ηνωμένων Πολιτειών που τις υποστηρίζουν για την απελευθέρωση της Μοσούλης από τον ζυγό του Ισλαμικού Κράτους θα αποτελούσε δυσεπίλυτο πρόβλημα, ίσως μάλιστα και δυνητικό εφιάλτη, τόσο από στρατηγικής όσο και από επιχειρησιακής πλευράς. Βαγδάτη και Ουάσιγκτον καλούνταν να συμφιλιώσουν τα αντικρουόμενα συμφέροντα μιας σειράς χωρών και ποικίλων εθνοτικών - θρησκευτικών ομάδων, διανέμοντας προσεκτικά τους αντίστοιχους ρόλους και τομείς ευθύνης. Χωρίς τον αναγκαίο, προσεκτικό συντονισμό, θα κινδύνευε να υπονομευτεί πολύ σοβαρά η προσπάθεια εξοστρακισμού του Ισλαμικού Κράτους και απελευθέρωσης χιλιάδων κατοίκων της Μοσούλης, οι οποίοι υπέφεραν τα πάνδεινα τα δύο τελευταία χρόνια, ύστερα από την εξ εφόδου κατάληψη της μεγάλης πόλης, στο βόρειο Ιράκ, από τους τζιχαντιστές, το καλοκαίρι του 2014.

Οι αξιώσεις Ερντογάν

Το εφιαλτικό σενάριο έρχεται πιο κοντά στον ορίζοντα ύστερα από την επιλογή της τουρκικής ηγεσίας να έρθει σε σύγκρουση με την κεντρική κυβέρνηση του Ιράκ γύρω από την εκστρατεία της Μοσούλης. Ο πρόεδρος της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, αξιώνει άμεση ανάμειξη των τουρκικών στρατευμάτων στη μάχη εναντίον των τζιχαντιστών, κάτι που ουδείς στη Βαγδάτη είχε σχεδιάσει ή αποδεχθεί. Ολα δείχνουν ότι εννοεί να επιβάλει μονομερώς τη θέλησή του, καταπατώντας την εθνική κυριαρχία του Ιράκ, η κυβέρνηση του οποίου ζητάει επίμονα την αποχώρηση των τουρκικών «στρατευμάτων κατοχής».

Πρόκειται για μια άκρως ανησυχητική εξέλιξη. Αν ο Ταγίπ Ερντογάν υπερισχύσει, ενδέχεται να τον μιμηθούν πολιτοφυλακές Ιρακινών σιιτών, οι οποίες επίσης απειλούν να εμπλακούν άμεσα στη μάχη της Μοσούλης.

Προτού αρχίσει η εκστρατεία, την προπερασμένη Δευτέρα, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν εντατικές διαβουλεύσεις με την κυβέρνηση του Ιρακινού σιίτη πρωθυπουργού Χάιντερ αλ Αμπάντι. Καρπός των διαβουλεύσεων ήταν η συνάθροιση ενός στρατιωτικού σώματος αποτελούμενου από μονάδες του ιρακινού στρατού, κουρδικές δυνάμεις από την αυτόνομη περιοχή του βορείου Ιράκ και ένοπλα τμήματα σουνιτικών φυλών. Στο εκστρατευτικό σώμα δεν περιελήφθησαν σιιτικές πολιτοφυλακές, λόγω του παρελθόντος τους αναφορικά με τη βίαιη συμπεριφορά τους απέναντι στους σουνίτες, που αποτελούν τη μεγαλύτερη θρησκευτική κοινότητα της Μοσούλης, αν και είναι μειονότητα στο σύνολο του ιρακινού πληθυσμού.

Προτού ακόμη ο Ταγίπ Ερντογάν αξιώσει τη συμμετοχή τουρκικών στρατευμάτων στη μάχη της Μοσούλης, η Αγκυρα είχε εξαγριώσει τη Βαγδάτη επιμένοντας να διατηρεί, χωρίς την άδεια της ιρακινής κυβέρνησης, γύρω στους 600 έως 800 Τούρκους στρατιώτες στη στρατιωτική βάση της Μπασίκα, στο βόρειο Ιράκ. Η πραγματική προτεραιότητα της Αγκυρας είναι η συντριβή των Κούρδων αυτονομιστών, οι οποίοι συγκεντρώνονται στους ορεινούς όγκους, στα σύνορα της Τουρκίας και του Ιράκ, διεξάγοντας εδώ και δεκαετίες ένοπλο αγώνα εναντίον του τουρκικού κράτους. Επιπροσθέτως, ο Ταγίπ Ερντογάν επιδιώκει να θέσει περιορισμούς στη διευρυνόμενη επιρροή του Ιράν στην ευρύτερη περιοχή, αλλά και να εμφανισθεί ως προστάτης τόσο των σουνιτών Αράβων όσο και των Τουρκμενίων, οι οποίοι ζουν στην πόλη της Μοσούλης και στην ευρύτερη επαρχία Νινευή.

Η Τουρκία είναι σύμμαχος των ΗΠΑ, μέλος του ΝΑΤΟ. Μέχρι πρότινος, ευελπιστούσε να γίνει μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης και εμφανιζόταν ως ελπιδοφόρο πρότυπο μουσουλμανικής δημοκρατίας. Ωστόσο, εδώ και αρκετό καιρό, ο Ταγίπ Ερντογάν ανέκοψε αυτή την πορεία, επιλέγοντας μια αυταρχική, αντιδημοκρατική πολιτική. Κατ’ επανάληψη αποδείχθηκε αναξιόπιστος ή ακόμη και επικίνδυνος σύμμαχος στην αντιμετώπιση των εξωτερικών προκλήσεων.

Το θέμα των συνόρων

Σε πρόσφατες δημόσιες τοποθετήσεις του, ο Τούρκος πρόεδρος δεν αρκέστηκε στο να ξανανοίξει παλιές πληγές, που χρονολογούνται από το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν οι μεγάλες δυνάμεις της Δύσης μοίρασαν μεταξύ τους τα εδάφη της Μέσης Ανατολής που ανήκαν μέχρι την έναρξη του πολέμου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Μαζί με αυτά, ο Ταγίπ Ερντογάν άφησε να εκδηλωθούν οι ευρύτερες περιφερειακές φιλοδοξίες του. «Δεν αποδεχθήκαμε με τη θέλησή μας τα σύνορα της χώρας μας», δήλωσε πρόσφατα ο Τούρκος πρόεδρος, υπονοώντας ότι θα ήθελε, ενδεχομένως, να επαναχαράξει τα εν λόγω σύνορα. Ορισμένοι αναλυτές πιστεύουν πως η πλέον μετριοπαθής από τις φιλοδοξίες του είναι η άσκηση μιας πιο επεμβατικής εξωτερικής πολιτικής.

Ο Αμερικανός υπουργός Αμυνας Αστον Κάρτερ ταξίδεψε, το περασμένο Σαββατοκύριακο, στην Αγκυρα και τη Βαγδάτη επιδιώκοντας ένα συμβιβασμό μεταξύ των δύο συμμάχων των ΗΠΑ. Σύμφωνα με κάποιο σενάριο, η Τουρκία δεν θα λάβει άμεσα μέρος στην εκστρατεία της Μοσούλης, αρκούμενη να προσφέρει εκπαίδευση, ιατρική και ανθρωπιστική βοήθεια. Ενα άλλο σενάριο προβλέπει τη συμμετοχή ορισμένων σουνιτικών αραβικών ή και κουρδικών δυνάμεων που εκπαιδεύτηκαν από τους Τούρκους. Την περασμένη Δευτέρα, η Αγκυρα ισχυρίστηκε ότι το πυροβολικό της, που έχει εγκατασταθεί στη βάση της Μπασίκα, παίρνει ήδη μέρος στη μάχη, αλλά η Βαγδάτη διέψευσε τους ισχυρισμούς της.

Σε κάθε περίπτωση, η Τουρκία έχει όντως «ειδική ιστορική ευθύνη για την περιοχή», όπως είπε στη διάρκεια πρόσφατης ομιλίας του ο Ταγίπ Ερντογάν. Αλλά ως μέλος της Ατλαντικής Συμμαχίας έχει επίσης καθήκον να συνεργάζεται με τους συμμάχους της στον αγώνα εναντίον των τζιχαντιστών του Ισλαμικού Κράτους.

Δυστυχώς, ο Τούρκος πρόεδρος, ο οποίος το τελευταίο διάστημα καταβάλλει τόσο έντονες προσπάθειες να γοητεύσει τους ηγέτες της Ρωσίας και της Κίνας, δεν φαίνεται καθόλου πρόθυμος να πετύχει την κατανόηση των συμμάχων του στο ΝΑΤΟ και να μοιραστεί μαζί τους στόχους και ευθύνες.

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου