"Ο πατέρας, ακόμη και στη χούντα, παρόλο που εργαζόταν σε αριστερά έντυπα, δεν κυνηγήθηκε κτηνωδώς, γιατί ήταν αποδεκτός από όλους"! Αποκαλύψεις από τον Μποσταντζόγλου

Ο Γιάννης Μποσταντζόγλου μιλώντας για τα παιδικά του χρόνια αναφέρθηκε στον σπουδαίο πατέρα του «Μποστ» και όλα όσα κατάφερε να του μεταλαμπαδεύσει.

Τι θυμάστε από τον Μποστ;

«Ο πατέρας ήταν χωμένος μέσα στις εφημερίδες. Αρθρογραφούσε -πέρασε από τις σπουδαιότερες εφημερίδες, από την «Καθημερινή» της Ελένης Βλάχου- κι έκανε φοβερές εικονογραφήσεις. Είχε βαθιά γνώση, αφού στον ελεύθερο χρόνο του έπαιρνε την εγκυκλοπαίδεια και ξεκινούσε να διαβάζει από το γράμμα άλφα και πάει λέγοντας. Τα θεατρικά του έργα «Φαύστα», «Μήδεια», «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» είχαν την ευρεσιτεχνία του δεκαπεντασύλλαβου. Ενα από τα βασικά χαρακτηριστικά του έργου του είναι η γλώσσα του και τα επίτηδες ανορθόγραφα κείμενα. Γελοιοποιούσε έτσι την καθαρεύουσα και πίστευε ότι με αυτήν τη σάτιρα ίσως θα μπορούσε να βοηθήσει στην ταχύτερη καθιέρωση της δημοτικής».

Τα κατάφερε;


«Νομίζω πως ναι. Η σάτιρά του στόχευε κυρίως τον μικροαστό Ελληνα των μεταπολεμικών δεκαετιών, τον καθωσπρεπισμό, την ημιμάθεια, τον νεοπλουτισμό. Οι τρεις πλέον χαρακτηριστικοί ήρωες των γελοιογραφιών του και προσωπικά δημιουργήματά του είναι η «Μαμά Ελλάς» με τα παιδιά της, τον «Πειναλέοντα» και την «Ανεργίτσα». Η «Μαμά Ελλάς» ήταν αρχαιοπρεπής, αλλά φτωχοντυμένη, ενώ τα δύο μικρά παιδιά της εξαθλιωμένα. Ωσπου να γίνει αποδεκτός, όμως, πέρασε πολλές δυσκολίες, γιατί υπονόμευε το σύστημα»

Ποιοι έρχονταν στο σπίτι σας;

«Ολος ο κόσμος των γραμμάτων και των τεχνών και πολλοί τραγουδιστές που ήθελαν στίχους του. Το να βλέπω τον Μίκη Θεοδωράκη στο σαλόνι μας, τον Σταύρο Ξαρχάκο στην αυλή μας, τον Μενέλαο Λουντέμη ή τον Κάρολο Κουν στην κουζίνα μας μου φαινόταν φυσιολογικό. Ο πατέρας βίωνε αυτές τις σχέσεις, εμείς απλά ακούγαμε. Σήμερα το να φτάσεις να γνωρίσεις μια μεγάλη προσωπικότητα είναι κατάκτηση. Για μας ήταν μια καθημερινότητα εξ αντανακλάσεως. Θυμάμαι τον Κώστα Καζάκο και τα καλαμπούρια του, το γέλιο του. Ο πατέρας, ακόμη και στη χούντα, παρόλο που εργαζόταν σε αριστερά έντυπα, δεν κυνηγήθηκε κτηνωδώς, γιατί ήταν παραδόξως αποδεκτός από όλους. Δηλαδή δεν βασανίστηκε, δεν πήγε εξορία. Ωστόσο, μας παρακολουθούσαν. Οταν κηρύχθηκε η δικτατορία, ο πατέρας μου κρύφτηκε. Πήρε ένα πρωινό τηλεφώνημα από τον Μίκη, που του είπε «Μέντη, τανκς στην Αθήνα» και μετά μας χαιρέτησε»

Τον έπιασαν;

«Εμεινε για λίγο στο διαμέρισμα του αδελφού της μητέρας μου, που ήταν πιο αστός, αλλά τον γράπωσαν. Πηγαίναμε και τον βλέπαμε στο τμήμα, σε ένα μπουντρούμι, ένας ευγενικός, ήπιος άνθρωπος. Κλαίγαμε όλοι μας, άσχημες εποχές. Αφού μετά, όταν ήρθε η Δεξιά, με έστελνε να πάρω εφημερίδα από το περίπτερο και μου έλεγε «να τη διπλώνεις καλά, να την κρύβεις, να μην ξέρουν». Μετά άνοιξε ένα μαγαζί δώρων στην Ομήρου, μετά στο Κολωνάκι, το οποίο για να το κρατήσει έφτυσε αίμα. Αγοράσαμε κι ένα σπίτι τότε στην Ακρόπολη. «Το πατρικό», που λέω εγώ, στο οποίο μένω κάποιες φορές όταν εργάζομαι στο κέντρο. Η μεγάλη τρέλα μου είναι να κυκλοφορώ με το μηχανάκι μου στο κέντρο», εξομολογείται ο ηθοποιός στην εφημερίδα Espresso.

Πηγή: gossip-tv.gr

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου