Όταν η «λαϊκή αστυνομία» του ΚΚΕ δολοφόνησε την μεγάλη ηθοποιό Ελένη Παπαδάκη

Η Ελένη Παπαδάκη ήταν η κορυφαία ελληνίδα ηθοποιός του Μεσοπολέμου, την οποία ο Γρηγόρης Ξενόπουλος είχε χαρακτηρίσει «αδιαμφισβήτητη διάδοχο της Κοτοπούλη». Γνώρισε την δόξα πολύ νέα, αλλά έχασε τη ζωή της μόλις στα 41 της, μέσα στο χάος του Εμφυλίου πολέμου, και έκτοτε ξεχάστηκε.  

Ο Μαρσάν, θαυμαστής και βιογράφος της, έπειτα από πολύχρονη έρευνα φωτίζει τις άγνωστες πτυχές της ζωής της: τη θεατρική της ιδιοφυία, τη βαθειά και σπάνια μόρφωσή της, την καριέρα της στο εξωτερικό, την κόντρα της με την Κατίνα Παξινού, τις ιδιόμορφες ερωτικές της επιλογές, την πατριωτική δράση της στην Κατοχή, έως την σκοτεινή δολοφονία της από το ΚΚΕ.

Όχι απλά μια καλλιτεχνική βιογραφία. Πρόκειται για τη δραματική πάλη μιας ανώτερης πνευματικά προσωπικότητας για καταξίωση και δημιουργία, στην ανέκαθεν αναξιοκρατική Ελλάδα.

Ξεσκεπάζεται το παρασκήνιο της λειτουργίας της κρατικής «επιχείρησης» του Εθνικού Θεάτρου, όπου οι το χρήμα και οι γνωριμίες ανέβαζαν στην κορυφή ταλαντούχους και μη καλλιτέχνες, και άλλους τους «εξαφάνιζαν».   Λασπολογία και συκοφαντίες (Νοέμβρης 1944) Η Ελένη Παπαδάκη, κατά τη διάρκεια της Κατοχής έκανε το πέρασμά της στην αρχαία τραγωδία και τα αποτελέσματα αυτού του εγχειρήματος περιγράφονται με χρυσά γράμματα από τους κριτικούς.

Η γνωριμία της με τον κατοχικό πρωθυπουργό Ράλλη, θα περιγραφτεί συκοφαντικά ώς έρωτας από τον σύγχρονο της Τύπο, και εκείνη θα κατηγορηθεί ώς »η πόρνη-φιλενάδα» του φιλογερμανού πολιτικού. Στην ουσία, σήμερα έχει ξεκαθαριστεί πλήρως η εικόνα για το υποτιθέμενο ειδύλλιο: ο Ράλλης, ήταν ενδεχομένως πολύ ερωτευμένος με την Ελένη Παπαδάκη, αλλά εκείνη δεν ανταποκρίθηκε ποτέ στα αισθήματά του.

Η φιλία όμως, και ο θαυμασμός του για την Παπαδάκη, επέτρεπαν στην ηθοποιό να ζητά χάρες από τον Ράλλη, και να σώζει κυριολεκτικά από τον θάνατο έλληνες πατριώτες, είτε κομμουνιστές αντάρτες, είτε εβραίους καταζητούμενους.  

Αντί όμως γι’ αυτά, η αριστερή προπαγάνδα προτιμούσε να την παρουσίαζει ως ανθελληνίδα, ως προδότρια της χώρας της [..] Χρόνια μετά, ο ηγέτης των Κομμουνιστών, Νίκος Ζαχαριάδης, σχεδόν θα ζητήσει συγνώμη, δηλώνοντας ότι η δολοφονία της Ελένης Παπαδάκη ήταν μια…»ανοησία».     Η απελευθέρωση της Ελλάδας από τον γερμανικό, ιταλικό και βουλγαρικό ζυγό, βρήκε τους ηθοποιούς του Εθνικού Θεάτρου, όπως και όλο τον ελληνισμό, χωρισμένο σε δεξιούς και αριστερούς, στα πρόθυρα του χειμώνα του 1944. Γείτονας πρόδιδε γείτονα, φίλος κατέδιδε φίλο, και οι αριστεροί ηθοποιοί τους δεξιούς.

Ή, και αντίστροφα. Οι εκλογές του Σωματείου Των Ηθοποιών το Νοέμβρη του 1944, εκλέγουν τη δεξιά παράταξη:

Δημήτρης Χόρν, Άννα Καλουτά, Νίκος Δενδραμής, Ρένα Βλαχοπούλου, Ορέστης Μακρής, Βασίλης Αυλωνίτης, Σπύρος Μουσούρης, κ.α. Στον αντίποδα, βέβαια, οι αριστεροί: Αιμίλιος Βεάκης, Μάνος Κατράκης, Τίτος Βανδής, Δήμος Σταρένιος, Δημήτρης Μυράτ, Αλέξης Δαμιανός, Ζώρζ Σαρρή, Νίκος Τζόγιας, κ.α. Ομως, κατ’ απαίτηση μερίδων του σωματείου, αρχίζουν οι διαγραφές ηθοποιών από τον σύλλογο. Στις 23 Νοεμβρίου δημοσιεύουν μια λίστα με τίτλο »Οι προδόται ηθοποιοί» και όσοι θεωρούνται »προδόται», δικάζονται συνοπτικά για να αποβληθούν…

Μία πρόγευση λαϊκού δικαστηρίου αποτέλεσε η «δίκη» του Σωματείου των Ηθοποιών στο θέατρο Διονύσια στις 24 Νοεμβρίου 1944. «Θάνατος στην πουτάνα!», ακουγόταν από πολλά στόματα και η Ελένη Παπαδάκη διαγράφηκε από το Σωματείο.   Σε επιστολή που έστειλε ωστόσο, προς τη συνέλευση, μια και η ίδια δεν παρέστη για να απολογηθεί, διαβάζουμε μεταξύ άλλων:

«Κατά πόσον η όλη στάσις μου κατά το διάστημα της κατοχής υπήρξεν «αντεθνική, αντισυναδελφική, εγωιστική και απρεπής», δύνανται καλλίτερον από εμέ να διαφωτίσουν την Συνέλευσιν πολλοί εκλεκτοί συνάδελφοι, οι οποίοι, ασφαλώς θα παρίστανται εις αυτήν, αλλά και πολλοί επίσης διακεκριμένοι συνάδελφοι μη προς εμέ φιλικά διακείμενοι, θα ευρεθούν έστω και κατʼ ιδίαν σκεπτόμενοι ότι εις πολλάς περιπτώσεις η στάσις μου υπήρξε κάθε άλλο παρά αντισυναδελφική ή εγωιστική…».


Πράγματι, η «πριγκίπισσα της μοναξιάς», όπως την αποκαλούσαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής λόγω των διασυνδέσεών της, είχε καταφέρει να σώσει πολύ κόσμο ανεξαρτήτως ιδεολογίας, μεταξύ των οποίων τον γιό του γνωστού βιβλιοπώλη Ελευθερουδάκη και τον γιατρό Γιώργο Μουστρούφα, κατοπινό στέλεχος του Υπουργείου Υγείας υπό τον Πέτρο Κόκκαλη στην Κυβέρνηση του Βουνού. Όμως όλα αυτά είχαν ξεχαστεί τόσο γρήγορα.. Και η λασπολογία, καλά κρατούσε.    

Ο «απαγορευμένος» Τύπος της εποχής, με την καθοδηγούμενη από αριστερούς κύκλους εφημερίδα»Ελληνικό Αίμα» διέδιδαν ευθαρσώς λαϊκιστικά αποκυήματα της φαντασίας τους: »Ας σημειωθεί οτι ο Ράλλης δώρισε στον γεροντικό του έρωτα, μια ζώνη από πλατίνα, αξίας εκατοντάδων εκατομμυρίων.

 Έτσι, ενώ ο λαός υποφέρει από την πείνα, ο πρωθυπουργός παριστάνει τον »γενναιόδωρο» εραστή.» »Διεθόθη […] τις τελευταίες μέρες, οτι ο Γιάννης Ράλλης κατόρθωσε με »δημοκρατικό ειδικό νόμο» να τελέσει τον τέταρτο γάμο του, νυμφευθείς την Ελένη Παπαδάκη».

Όλα αυτά προκαλούσαν, δικαιολογημένα σε κάποιο βαθμό, το λαϊκό αίσθημα. Μέρες μετά τη δολοφονία της Ελένης Παπαδάκη, οι δήμιοι θα έψαχναν απεγνωσμένα στο σπίτι της, για την…υποτιθέμενη πλατινένια ζώνη που της χάρισε σύμφωνα με τα δημοσιεύματα ο πρωθυπουργός… Αντ’ αυτής, οι πλιατσικολόγοι βολεύτηκαν τελικά, μόνο με μια γούνα.     Οι τελευταίες της ημέρες (Δεκέμβρης 1944) (Απόσπασμα από το βιβλίο «Ελένη Παπαδάκη» του Πολύβιου Μαρσάν)    Πρωτομηνιά…1 Δεκεμβρίου 1944.

Η Ελένη και η Αιμιλία (Καραβία) στέκονται μπροστά στην μπαλκονόπορτα που άνοιγε στη μεγάλη βεράντα στο διαμέρισμα της Ελένης στην οδό Ιακωβίδου, απ’ όπου φαινόταν ο κάμπος ώς την Πάρνηθα και το Αιγάλεω. Με τα αιώνια μελαγχολικά της μάτια, η Ελένη κοίταζε σιωπηλή προς τα βουνά.   Η Αιμιλία, παρακολουθώντας το βλέμμα της, είπε: -Σήμερα πρωτομηνιά, σαν τα ψηλά βουνά να ‘ναι η τύχη και η ζωή σου.

-Η ζωή μου; ρώτησε εκείνη και σκύβοντας στην παλάμη του αριστερού χεριού της, ακολούθησε με τον δείκτη του δεξιού, την γραμμή της ζωής της. -Κοίταξε τι μικρή είναι η ζωή μου! Με όλες τις ευχές που με βάζετε να κάμω κάθε πρωτομηνιά στα ψηλά βουνά και στο καινούριο φεγγάρι, η ζωή για μένα είναι πάντα πικρή! Ευτυχώς που θα τελειώσει γρήγορα… Και την κοίταξε στα μάτια σαν να ζητούσε παρ’ όλ’αυτά, μια διάψευση από την Αιμιλία.  

Δύο εικοσιτετράωρα μετά, την Κυριακή 3 Δεκεμβρίου, άρχισαν στην Πλατεία Συντάγματος τα τραγικά γεγονότα.    

Ο Δημήτρης Μυράτ, στο τελευταίο βιβλίο του θυμήθηκε την ημέρα εκείνη: »Τη μέρα που ξέσπασε το Δεκεμβριανό κίνημα του ’44, ήταν Κυριακή. Ξεκίνησα ποδαρόδρομο ώς τα Πατήσια -είχαμε συνηθίσει στην Κατοχή την έλλειψη συγκοινωνιακών μέσων- να πάω στην παράσταση του ΡΕΞ. Δεν είχαμε μάθει πως το πρωί στο Σύνταγμα είχε χυθεί το πρώτο αίμα.  

Φτάνοντας στο θέατρο ‘Παπαιωάννου» άκουσα κάτι συναδέλφους να μου φωνάζουν »Που πάς, δεν υπάρχουν παραστάσεις!». Γύρισα πίσω, φυσικά με το ίδιο συγκοινωνιακό μέσο. Στην οδό Ιακωβίδου όπου μέναμε κι οι δυό, απάντησα την Ελένη έξω απ’ το σπίτι της. Της είπα τα νέα: »Πήγαινε κάπου να κρυφτείς, φοβάμαι μη σε βρεί κακό». Έγινε θηρίο ανήμερο.

Πρώτη φορά την είδα έτσι, στα τόσα χρόνια της στενής μας φιλίας: »Είσαι και συ από κείνους που με λένε δωσίλογη!», φώναξε με την κρυστάλλινη φωνή της, που δεν έχανε τη μαγεία της ακόμα κι όταν ήταν οργισμένη. Δεν τόλμησα να της αντιμιλήσω. Λιγες μέρες πρίν, στο Θέατρο Διονύσια της Πλατείας Συντάγματος, είχε οργανωθεί από το Σωματείο των ηθοποιών μια γενική συνέλευση με σκοπό τη δίκη των δωσίλογων ηθοποιών…».   Ατάραχη, απαντούσε σε όποιον την συμβούλευε να φυλαχτεί:  »

Μα γιατί να φύγω; Τι έχω κάμει; Επείραξα ποτέ κανένα; Επειδή έσωσα ανθρώπινες ζωές στην Κατοχή, είναι ποτέ δυνατόν να έχω τον παραμικρότερο φόβο; Ας με πιάσουν, και να δούμε τι κακό έκαμα. Γιατί να φύγω λοιπόν;».

 Όλη η γεμάτη ευθύτητα ζωή της Ελένης, κορυφώθηκε με την τελευταία αυτή στάση της, την εποχή του φόβου και της τρομοκρατίας. Με ήσυχη τη συνείδηση παρέμεινε στα Πατήσια, ενώ πολύς κόσμος από την ΕΑΜοκρατούμενη ζώνη δραπέτευσε πρός το Κολωνάκι. Πολλοί διερωτήθηκαν αργότερα, πώς και γιατί δεν διέφυγε κι εκείνη, και το θεώρησαν απρονοησία και κακή εκτίμηση της κατάστασης, ενώ για την Ελένη ήταν μια πράξη συνέπειας πρός όλη τη ζωή της. Το πόσο διέφερε η Ελένη από τους άλλους, το απέδειξε το γεγονός ότι δεν ζήτησε να διαφύγει ή να κρυφτεί.

Σαν την Αντιγόνη..       Η σύλληψη κι η εκτέλεση (21 Δεκεμβρίου 1944) (Η διήγηση από τον Πολύβιο Μαρσάν)    21 Δεκεμβρίου, ημέρα Πέμπτη Ο Κώστας Μπιλιράκης, μέλος του ΕΑΜ και φοιτητής Ιατρικής, ανέλαβε το καθήκον να τη συλλάβει.

Έφτασε στο σπίτι του γείτονά της και φίλου Δημήτρη Μυράτ, όπου βρισκόταν η Ελένη μαζί με την παρέα τους.   -Εδώ πολιτοφυλακή του ΕΑΜ! Πού είναι η Ελένη Παπαδάκη; Σας συλλαμβάνω όλους! Ο Μυράτ που ήταν μέλος του ΕΑΜ του απάντησε: Μην κάνεις έτσι! Εγώ ανήκω στο ΕΑΜ. Θα σε ακολουθήσουμε όλοι… Όμως η Ελένη βγήκε μπροστά και είπε «Εγώ είμαι η Παπαδάκη, τι θέλετε κύριε;».  

Την οδήγησε στην Πολιτοφυλακή. Από πίσω τους ακολούθησε ο σκύλος της Ελένης, ο Μπόντζο, που βλέποντας από το σπίτι της να φεύγει από του Μυράτ με τον Εαμίτη, έφτασε μαζί τους ως το κτίριο. Αυτή στο δρόμο έπαιζε μαζί του και τον χάιδευε. Εν τω μεταξύ στο σπίτι της, η πολιτοφυλακή τα έκανε όλα γης Μαδιάμ, αναζητώντας ενοχοποιητικά στοιχεία.  

Γύρω στις εφτάμιση με οκτώ το βράδυ, παρουσιάστηκε στα γραφεία της Πολιτοφυλακής ξανά ο Μπιλιράκης. Δεν είχε κατορθώσει να βρεί στοιχεία ενοχοποιητικά για να στηρίξει κατηγορίες εναντίον της. Ούτε όπλα βρέθηκαν, ούτε δώρα αξίας από τον Ράλλη, και τα μόνα τεκμήρια της προδοσίας της Ελένης Παπαδάκη στην πατρίδα της, ήταν κάποιες κίτρινες φυλλάδες του ανεπίσημου Τύπου, που μιλούσαν για τους φανταστικούς γάμους της με τον Ράλλη!  

Η Ελένη Παπαδάκη ήταν απλώς θύμα καταγγελιών μιας ομάδας αριστερών ηθοποιών. Στο κελλί μαζί της βρισκόταν άλλη μια γυναίκα, η Νιόβη Χαριτάκη, ένα κορίτσι γύρω στα 20 και εφτά μηνών έγκυος.

Την είχαν συλλάβει στις 18 Δεκεμβρίου μαζί με την αδελφή της, Μαρίκα, με την κατηγορία οτι ο πατέρας τους ήταν διευθυντής της Ούλεν…   Τα μεσάνυχτα η Ελένη πέρασε από ανάκριση και τα χαράματα, μαζί με τις άλλες δυο γυναίκες, επιβιβάστηκε σε μια μαύρη Φορντ, οδηγούμενη στον τόπο εκτέλεσης. Ο Βλάσσης Μακαρώνας ήταν ο ωμός εκτελεστής της Ελένης Παπαδάκη. Πρίν γίνει ο δήμιος της Ελένης και πολλών άλλων, ήταν ένας μπακάλης από τους Ποδαράδες. Επόπτης ήταν ο γνωστός Καπετάν Ορέστης, που αφού έπαιρνε από τους μελλοθάνατους ό,τι χρυσό φορούσαν επάνω τους, τούς έστελνε στο απόσπασμα.

Για την Ελένη διέταξε θάνατο με τσεκούρι.   Της είπαν να γδυθεί.

Ετρεμε από το κρύο και το φόβο πλέον και κλαίγοντας άρχισε να τους παρακαλάει για οίκτο. Εβγαλε τη γούνα της την οποία παρέλαβε ο Ορέστης και όταν τη διέταξε να βγάλει και τα υπόλοιπα ρούχα της, η Παπαδάκη αναλύθηκε σε δυνατές κραυγές απελπισίας και γόους. Ορμησαν τότε αφιονισμένοι πάνω της, και μέσα σ’ ένα κατήφορο από προπηλακισμούς την έσυραν κοντά σε ένα ανοιγμένο λάκκο κι’ εκεί την έγδυσαν με τη βία. Όμως, ποιός ξέρει τι συντελέστηκε εκείνη τη στιγμή μέσα στην ψυχή του δήμιου; Ενοχές; Αναλαμπή ανθρωπιάς;

Οίκτος για την άδικη καταδίκη της; Τον συγκίνησε η γυναικεία αδυναμία, η ομορφιά ή οι θρήνοι της; Όπως και να’χει, ο δολοφόνος της προτίμησε να της φυτέψει δύο σφαίρες στο σβέρκο. Ίσως ήταν τυχερή μές στην ατυχία της…   Για δύο μήνες η Ελένη έμενε αγνοούμενη. Κανείς δεν γνώριζε τι απέγινε και η απελπισία συγγενών και φίλων άγγιζε το ζενίθ. Κανείς δεν τους ενημέρωσε για την εκτέλεση.   Στις 26 Ιανουαρίου του Ιανουαρίου 1945, ο προιστάμενος του Β’ Νεκροταφείου στα Πατήσια, ειδοποίησε τον Σαμ Μπράντενμπουργκ, ότι κατά την εκταφή πτωμάτων που είχε αρχίσει στον περίβολο των Διυλιστηρίων της Ούλεν, κάτι τον ενδιέφερε.  

Ο Σαμ οδηγούμενος από τον Γελαδάκη, πιστοποίησε αυτή του τη ανακάλυψη: Σωστό ράκος αναγνώρισε την Ελένη Παπαδάκη που ήταν σε κοινό όρυγμα με τρις-τέσσερις άλλους. Σε μια κατηφόρα φυτεμένη με πεύκα ήταν ο λάκκος που βρέθηκε η Ελένη. Με μια κομπιναιζόν ανασηκωμένη γύρω από τον θώρακα, με τις ζαρτιέρες ζωσμένη στη μέση, η Ελένη αναγνωρίστηκε αμέσως. Μία σφαίρα στον αυχένα με διέξοδο στην αριστερή μετωπική χώρα, είχε δώσει τέλος στο μαρτύριο της…

pronews.gr