Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων

Στις 21 Φεβρουαρίου 1913 απελευθερώνεται η Ήπειρος χάρις σε δύο ηρωικές μορφές του Ηπειρωτικού Αγώνα: τον Νικολάκη Εφέντη και τον Ιωάννη Βελισσαρίου.

Ο ευαίσθητος ποιητής Λορέντζος Μαβίλης είχε τραγικό και ένδοξο θάνατο στη Μάχη του Δρίσκου τον Νοέμβριο του 1912, όταν πολεμούσε ως λοχαγός μαζί με το Σώμα των Γαριβαλδινών «ερυθροχιτώνων» (εθελοντών Ιταλών και Ελλήνων μαχητών) στο μέτωπο της Ηπείρου. Τον Λορέντζο Μαβίλη και τους Γαριβαλδινούς τους «έφαγε» η Σκύλλα, δηλαδή το οχυρό του Μπιζανίου που είχε κατασκευαστεί σε καλά κρυμμένη τοποθεσία από Γερμανούς μηχανικούς και είχε καθηλώσει την Ελληνική Στρατιά επί δύο μήνες, αφού είχε απελευθερώσει την Φιλιππιάδα της Πρέβεζας.

Συνεργάτης του φον Γκολτς κατά την κατασκευή των οχυρών του Μπιζανίου ήταν και ένας αξιωματικός του τουρκικού στρατού, ο Έλληνας στην καταγωγή, στην πίστη και στη συνείδηση, Νικολάκη Εφέντη. Σύμφωνα με κάποιες μαρτυρίες το ελληνικό όνομά του ήταν Νικόλαος Μιζαντζιόγλου. Ο Νικολάκη γεννήθηκε στην Άγκυρα, όπου είχε τους γονείς του και πέντε αδελφές, σπούδασε στο Ζωγράφειο Γυμνάσιο στην Πόλη και στη συνέχεια σπούδασε μηχανικός στο Μόναχο. Στα Γιάννενα υπηρετούσε ως Λοχαγός Μηχανικού στον τουρκικό στρατό και ανέλαβε τη συντήρηση των οχυρών του Μπιζανίου όταν απεχώρησε ο Γκολτς.

Όπως αναφέρει ο Αθανάσιος Τσεκούρας, Ηπειρώτης αγωνιστής και μέλος της επιτροπής που προσέγγισε τον Νικολάκη Εφέντη, η Μπιζανίτικη Σκύλλα ήταν το «τέρας με τα δώδεκα ποδάρια και τα έξι κεφάλια, και μάλιστα αθέατα». Η πυροβολαρχία αυτή ήταν κρυμμένη σε τόπο «καραούλι» και είχε τον έλεγχο του αριστερού του Μπιζανίτικου τοπίου, εκείνου που απλώνεται προς τα Καστανοχώρια. Το ελληνικό Στρατηγείο που έδρευε στο Εμίν Αγά στα μέσα του Γενάρη έδινε εντολή στις ελληνικές μυστικές υπηρεσίες να εξακριβώσουν που ακριβώς βρίσκονται τα ταχυβόλα «Σκύλλα».

Στον Αθ. Τσεκούρα ανατέθηκε η αποστολή να πλησιάσει τον Ν. Εφέντη, να του υπενθυμίσει την καταγωγή του και το χρέος του στην Πατρίδα, ώστε να τους βοηθήσει δίνοντάς τους τα σχέδια του Μπιζανίτικου οχυρού, της Σκύλλας. Μάλιστα οι συνωμοτικές ενέργειες έγιναν με κινηματογραφικό τρόπο –μυστικές συναντήσεις, συμμετοχή του Δεσπότη Γεβράσιου και του Επισκόπου Δωδώνης και φυσικά παράδοση απόρρητων μυστικών από τον Νικολάκη στους μυημένους στο Κομιτάτο του Αγώνα Έλληνες και στη συνέχεια στο ελληνικό Στρατηγείο. Μάλιστα το λεπτομερές σχεδιάγραμμα με τις πληροφορίες για τα οχυρά του Μπιζανίου και ειδικά της Σκύλλας μεταφέρθηκε κρυμμένο μέσα στη στρωματιά από το σαμάρι ενός γαϊδαρου που ταξίδευε με άνθρωπο του Κομιτάτου στο Στρατηγείο.

Η ανταπόκριση του Στρατηγείου ήταν άμεση. Η Σκύλλα χτυπιέται αλύπητα, παραλύει, βουβαίνεται. Το αριστερό του οχυρού του Μπιζανίου από τα Καστανοχώρια, εκεί που δεν μπορούσε άνθρωπος να ξεμυτίσει, ελευθερώνεται! Όταν ο Ν. Εφέντη ρώτησε το Επιτελείο αν επιθυμούν να λιποτακτήσει, η απάντηση ήταν αρνητική για να συνεχίσει αυτός ο υπέροχος πατριώτης να τους δίνει πληροφορίες.

Και πράγματι ο Νικολάκη απτόητος συνεχίζει να τους υποδεικνύει το δρόμο για τη νίκη. Συγκεκριμένα τους τόνισε ότι ο ελληνικός στρατός δεν πρέπει να επιτεθεί από το αριστερό των Τούρκων. Τα Γιάννενα θα έπεφταν μόνο με χτύπημα από τα δεξιά του τουρκικού στρατού, πράγμα που έγινε. Όταν συγκέντρωναν το στρατό κρυφά, από τα δεξιά των Ιωαννίνων για το μεγάλο γιουρούσι, που θα γινόταν την αυγή της 20ης Φεβρουαρίου 1913, σκότωναν ακόμη και τα σκυλιά για να μην αλυχτούν τη νύχτα και μυριστούν τίποτε οι Τούρκοι!

Ενώ τα Γιάννενα απελευθερώθηκαν και ξεκίνησε η ανταλλαγή των αιχμαλώτων, ο αρχιστράτηγος βασιλιάς Κωνσταντίνος ρώτησε τον Εφέντη τι θέλει για ανταπόδοση της μεγάλης του προσφοράς. Εκείνος θέλησε μόνο να γυρίσει στη Σμύρνη και να βρει τους συγγενείς του και φυσικά να μείνει μυστική η αποστολή του. Δυστυχώς όμως το όνομά του κάποιος που ήξερε το «σφύριξε» σε έναν δημοσιογράφο και δημοσιεύτηκε η δράση του στην εφημερίδα «Πατρίς». Οι Τούρκοι τον συνέλαβαν μόλις πάτησε το πόδι του στη Σμύρνη και εκτέλεσαν τον ίδιο, τους γονείς του και τις αδελφές του έπειτα από φρικτά βασανιστήρια!

Στη γενναιότητα και διορατικότητα του ταγματάρχη Ιωάννη Βελισσαρίου ή «Μαύρου Καβαλάρη» χρωστά επίσης η Ήπειρος την απελευθέρωσή της!

Καθοριστική υπήρξε η κατάληψη του οχυρού από τα Ευζωνικά Τάγματα του Βελισσάρη. Με θυελλώδη εξόρμηση στις 19 Φεβρουαρίου οι Εύζωνοι έφτασαν μέχρι το χωριό Άγιο Ιωάννη, που απέχει δύο χιλιόμετρα από τους στρατώνες πυροβολικού της πόλης των Ιωαννίνων. Η κίνηση αυτή είχε ως αποτέλεσμα τον πανικό των Τούρκων και την αποστολή τουρκικής αντιπροσωπείας υπό τον Εσσάτ Πασά για την άνευ όρων παράδοση της πόλης ενώ τα ελληνικά στρατεύματα ήταν ακόμη στα υψώματα και δεν είχαν κατέβει στην πεδιάδα!

Ο Διοικητής Λόχου του Τάγματος Βελισσαρίου, Αντ/ρχης Αθανάσιος Καζανάς περιέγραψε λεπτομερώς τις δύσκολες μέρες στον δημοσιογράφο Βασίλη Κονιτσιώτη, ο οποίος διέσωσε την μαρτυρία του και τη δημοσίευσε στο διαδικτυακό site των αποφοίτων της Ζωσιμαίας Σχολής www.zosimaia.gr

«… Στο χωριό Άγιος Ιωάννης, έξω από τα Γιάννενα, απεκόψαμε όλες τις τηλεφωνικές και τηλεγραφικές γραμμές μεταξύ Ιωαννίνων και Μπιζανίου και βαδίσαμε προς την πολη…! Στις 10 το βράδυ της 20ης Φεβρουαρίου παρατήρησα φώτα κινούμενα προς την κατεύθυνσή μας. Διακρίναμε μια άμαξα με λευκήν σημαίαν. Ήταν η αντιπροσωπεία του Εσσατ πασά μαζί με τον ορθόδοξο Πρωτοσύγκελο Γερβάσιο που βρισκόταν μέσα στην άμαξα. Όλοι για έναν σκοπό: την άνευ όρων παράδοση των φρουρίων Μπιζανίου, Καστρίτης και Ιωαννίνων! Μαζί με αιχμαλώτους Τούρκους 33.000 τον αριθμό…

» Ο Ταγματάρχης Βελισσαρίου για να δείξει στους Τούρκους αξιωματικούς ότι ήδη ο ελληνικός στρατός έφθασε προ των πυλών των Ιωαννίνων διέταξε τον λοχαγό Κωστούλη: “Κύριε Λοχαγέ να διατάξεις να ανοίξει στην πεδιάδα η γραμμή μας ίνα διέλθωμε μετά της επιτροπής της παραδόσεως των Ιωαννίνων”. Ο λοχαγός, οξυδερκής, αντελήφθη τον υπαινιγμό του Διοικητού του Τάγματος και ετοιμόλογα απάντησε: “Διέταξα ήδη, κύριε Διοικητά να ανοίξωσιν όλαι αι γραμμάι”!

»Έδωσε την απάντηση αυτή μολονότι γνώριζε ότι ουδείς Έλληνας στρατιώτης ευρίσκετο στην πεδιάδα των Ιωαννίνων. Μετά τον διάλογο αυτόν ο Βελισσάρης ανεχώρησε για Εμίν – Αγά μαζί με την επιτροπή παραδόσεως, προς συνάντηση του Γενικού Αρχηγού Κωνσταντίνου. Εκείνος χαιρετίζοντάς τον του είπε: “Καλώς τον Γιάννη” και κατόπιν χαμηλοφώνως πρόσθεσε: “Θέλεις φίλημα, αλλά θέλεις και δέσιμο’! υπαινισσόμενος το παράτολμο του εγχειρήματος του Βελισσαρίου. Όλα αυτά έλαβαν χώρα κατά τη νύχτα της 20ης προς την 21η Φβρουαρίου 1913…»!

Στις 13 Ιουλίου 1913 ο Ιωάννης Βελισσαρίου πέφτει ένδοξα στο θρυλικό ύψωμα 1.378 στην τελευταία μάχη του ελληνοβουλγαρικού πολέμου (Β΄ Βαλκανικού πολέμου), που διεξήχθη στα στενά της Κρέσνας και στην Άνω Τζουμαγιά, εκεί όπου αποδεκατίστηκε το 9ο Τάγμα Ευζώνων του Βελλισαρίου, το 8ο Τάγμα του Ιατρίδη και το Τάγμα Κρητών πολεμιστών του Γ. Κολοκοτρώνη. Εκεί επίσης, φονεύθηκε ο υπερασπιστής των Ιωαννίνων, υπολοχαγός και κατάσκοπος του Ηπειρωτικού Κομιτάτου Κων/νος Τσιριγώτης, ο επονομαζόμενος Άραχθος.

Της Δήμητρας Ρετσινά – Φωτεινίδου, Φιλολόγου – Μ.Α. Πολιτικής Φιλοσοφίας Α.Π.Θ.