Μαρία Κάλλας: 40 χρόνια από τον θάνατο της απόλυτης Ελληνίδας ντίβας

«Όταν είμαι καλά στη σκηνή, αισθάνομαι μια εξύψωση, μια πρωτόγνωρη ελευθερία που δεν μπορώ να εξηγήσω. Είναι ένας ηλεκτρισμός που μεταδίδεται ανάμεσα σε μένα, τους συνεργάτες μου και το κοινό. Δεν ξέρω πώς να ονομάσω αυτό το συναίσθημα.»
«Όταν δεν είμαι καλά, είναι μια φρικτή ταλαιπωρία. Εγώ προσωπικά σκέφτομαι τα χειρότερα. Δεν είμαι αισιόδοξος άνθρωπος. Είμαι περήφανη και η περηφάνια μου με καθιστά μαχήτρια. Είναι σαν το μυαλό μου να είναι χωρισμένο σε δύο μέρη που αντιμάχονται: Το ένα λέει "πρέπει να δώσεις μάχη" και το άλλο λέει "είναι κακή η ερμηνεία σου, θα 'πρεπε να ντρέπεσαι". Είναι μια εξουθενωτική μονομαχία.»
Το κοινό, όποτε ανεβαίνετε στη σκηνή, περιμένει από εσάς ένα θαύμα.
«Αυτό είναι αλήθεια, αλλά δεν είμαι θαυματοποιός και αυτή (η προσδοκία του κοινού) με κάνει να φοβάμαι την εξύψωση.»
Επομένως τι θα πρέπει να περιμένει το κοινό από εσάς;
«Ένα θαύμα. Αυτό που χρειάζεται είναι το κοινό και εγώ να συμβαδίζουμε και εάν όλα πάνε καλά και είμαι σε φόρμα, τότε θα επέλθει και στους δύο η εξύψωση, ο ενθουσιασμός, η τέχνη. Αν δεν είμαι στα καλύτερά μου, τότε και για τους δυο μας θα είναι απαίσια εμπειρία. Αν το κοινό με βοηθά, τότε θα είμαι καλύτερη. Εάν με χτυπούν, θα πέσω.»
Οι παραπάνω δηλώσεις αποτελούν απόσπασμα από τη συνέντευξη που είχε δώσει από το διαμέρισμά της στο Παρίσι στις 14 Ιουνίου του 1964 η Μαρία Κάλλας στον Μπερνάρ Γκαβοτί. Ταυτόχρονα είναι "ψηφίδες" στο μωσαϊκό που συνέθετε τον ψυχισμό ενός μουσικού φαινομένου που κατάφερε να αλλάξει ριζικά το λυρικό θέατρο και το ρεπερτόριό του
Τα μοναδικά φωνητικά και υποκριτικά της προσόντα σε συνδυασμό με το ταμπεραμέντο και τη σκηνική της παρουσία οδήγησαν την Κάλλας στο να καθιερωθεί ως η απόλυτη ντίβα της όπερας. Οι ιστορικές της ερμηνείες αποτελούν σημείο αναφοράς για κάθε τραγουδίστρια του κλασικού ρεπερτορίου που φιλοδοξεί να κερδίσει από τους ειδικούς και το κοινό τον τίτλο της «νέας Κάλλας».

Η πορεία στην αθανασία
Η Μαρία Σοφία Άννα Καικιλία Καλογεροπούλου, όπως ήταν το πλήρες όνομά της, γεννήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου του 1923 στη Νέα Υόρκη. Ήταν κόρη του φαρμακοποιού Γεωργίου Καλογερόπουλου από τον Μελιγαλά Μεσσηνίας και της Ευαγγελίας (Λίτσας) Δημητριάδη από τη Στυλίδα Φθιώτιδος. Οι γονείς της μετακόμισαν στην Αμερική, διεκδικώντας μια καλύτερη ποιότητα ζωής.
Πήρε τα πρώτα μαθήματα πιάνου-σολφέζ και σε ηλικία 11 ετών κέρδισε το πρώτο βραβείο σε διαγωνισμό παιδικών φωνών. Το 1937 οι γονείς της πήραν διαζύγιο και η Κάλλας εγκαταστάθηκε με τη μητέρα της και τη μεγάλη αδελφή της στην Αθήνα. Εγγράφηκε στο Εθνικό Ωδείο και ο πρώτος ρόλος που ερμήνευσε ήταν η «Σαντούτσα» στην όπερα του Μασκάνι «Καβαλερία Ρουστικάνα», σε μία μαθητική παράσταση. Το 1939 εγγράφηκε στο Ωδείο Αθηνών, όπου γνώρισε την υψηλή τεχνική των ρόλων του ιταλικού ρομαντικού ρεπερτορίου.
Το 1940 προσλήφθηκε στη Λυρική Σκηνή του τότε Βασιλικού Θεάτρου και το 1941 πρωτοεμφανίστηκε ως «Βεατρίκη» στην οπερέτα Βοκκάκιος του Σουπέ. Τον Σεπτέμβριο του 1945 επέστρεψε στη γενέτειρά της, όπου ζούσε ο πατέρας της, για να προωθήσει τη διεθνή της καριέρα, αλλάζοντας το επίθετό της σε Κάλλας. Το 1947 μετά από μια επιτυχημένη ακρόαση της ανέθεσαν τον ρόλο της «Τζιοκόντα» στην ομώνυμη όπερα του Αμίλκαρε Πονκιέλι στην Αρένα της Βερόνας, έναν από τους σπουδαιότερους λυρικούς χώρους της Ιταλίας.
Μαέστρος της παράστασης ήταν ο διάσημος Τούλιο Σεραφίν, ο οποίος έγινε στην πορεία δάσκαλός της. Στη Βερόνα ζούσε και ο βιομήχανος Τζιανμπατίστα Μενεγκίνι, που την ερωτεύτηκε παράφορα και έτσι, στις 21 Απρλίου του 1949, την παντρεύτηκε.
Με τη βοήθεια του Μενεγκίνι η καριέρα της Κάλλας απογειώθηκε σε ρόλους δραματικής υψιφώνου και δραματικής κολορατούρα. Το 1951 εκπόρθησε και τη «Σκάλα» του Μιλάνου με τους Σικελικούς Εσπερινούς του Βέρντι. Το 1954 η ευτραφής Κάλλας υποβλήθηκε σε διαιτητική θεραπεία για να χάσει κιλά και να μπορεί να ενσαρκώνει τους ρόλους της, όχι μόνο με τη φωνή της, αλλά και με το παρουσιαστικό της.
Μετά τον θρίαμβο στη «Σκάλα» του Μιλάνου ακολούθησε το 1956 η Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης: Η Ελληνίδα ντίβα κατάφερε όχι μόνο να λάβει το μεγαλύτερο ποσό που είχε πληρώσει ποτέ ο θίασος για καλλιτέχνη, αλλά και να  γοητεύσει τον τον διευθυντή της ΜΕΤ Ράντολφ Μπινγκ, ο οποίος δήλωσε τότε ότι η πρώτη εμφάνιση της Κάλλας ήταν η πιο συναρπαστική βραδιά της ζωής του.

Η πτώση
Από το 1958 άρχισε η καθοδική της πορεία. Η Κάλλας συχνά έφθανε στα όρια της φωνής της, ερμηνεύοντας εκ διαμέτρου αντίθετους ρόλους. Αυτό είχε επιπτώσεις στην ποιότητα της φωνής της, η οποία σταδιακά άρχισε να αδυνατίζει στις υψηλές νότες.Τον Ιανουάριο στη Ρώμη αποχώρησε με την πρώτη πράξη της «Νόρμα» του Μπελίνι κι αποδοκιμάστηκε από το κοινό. Τον Μάιο η «Σκάλα» του Μιλάνου της διέκοψε το συμβόλαιο, ενώ ο Τύπος άρχισε να της επιτίθεται και πολλοί βρήκαν "ψωμί" στην προσπάθεια αποκαθήλωσής της.
Την ίδια χρονιά συνεργάστηκε με τους Αλέξη Μινωτή και Γιάννη Τσαρούχη για μια νέα παραγωγή της «Μήδειας» του Κερουμπίνι στην νέα Όπερα του Ντάλας.
Οι εμφανίσεις της από το 1960 άρχισαν να αραιώνουν (σε αυτό συντέλεσε και η σχέση της με τον Αριστοτέλη Ωνάση). Το καλοκαίρι του 1960 τραγούδησε «Νόρμα» στην Επίδαυρο και τον επόμενο χρόνο στον ίδιο χώρο «Μήδεια». Η παράσταση αυτή μεταφέρθηκε και στη «Σκάλα» του Μιλάνου την περίοδο 1961-1962. Παρ’ όλα αυτά, η σταδιοδρομία της στα ιταλικά θέατρα είχε τελειώσει οριστικά. Το 1962 τραγούδησε «Όμπερον» του Βέμπερ στο Λονδίνο και οι Τimes έγραψαν «τώρα πια η φωνή της μπορεί να χαρακτηριστεί άσχημη και εκτός τόνου». Το κοινό ωστόσο συνέχισε να την αποθεώνει.
Το 1965 αποσύρθηκε οριστικά από τις λυρικές παραστάσεις, παρά την εξαιρετική «Τόσκα» που ερμήνευσε στη Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης. Το κύκνειο άσμα της ήταν η «Νόρμα» που ανέβηκε στο Παρίσι, στις 29 Μαΐου του 1965. Στην τρίτη πράξη της όπερας κατέρρευσε επί σκηνής και μεταφέρθηκε λιπόθυμη στο καμαρίνι της.
Τον Ιούλιο του 1968 ο Αριστοτέλης Ωνάσης παντρεύτηκε τη χήρα του Αμερικανού Προέδρου Κένεντι, Τζάκι. Η Κάλλας καταρρέει ψυχολογικά. Καταβάλλει μεγάλες προσπάθειες να ξεπεράσει τα προσωπικά της προβλήματα και ξαναμπαίνει στην καλλιτεχνική δράση. Πρωταγωνιστεί στην κινηματογραφική «Μήδεια» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Πιερ-Πάολο Παζολίνι (1969), ηχογραφεί δίσκους, διδάσκει όπερα στη μουσική σχολή Τζούλιαρντ της Νέας Υόρκης και δίνει ρεσιτάλ με ένα παλιό της γνώριμο, τον Ιταλό τενόρο Τζουζέπε Ντι Στέφανο, που κι αυτός αντιμετώπιζε φωνητικά προβλήματα. Η τελευταία της εμφάνιση έγινε στο Σαπόρο της Ιαπωνίας στις 11 Δεκεμβρίου του 1974.
Έκτοτε, η Κάλλας απομονώθηκε στο διαμέρισμά της στο Παρίσι και κλείστηκε στον εαυτό της. Η μεγάλη ντίβα έφυγε από τη ζωή το πρωί της 16ης Σεπτεμβρίου 1977 από καρδιακή προσβολή, σε ηλικία 54 ετών. Η σορός της αποτεφρώθηκε στο κρεματόριο του Περ-Λασέζ και κατ' επιθυμία της, η τέφρα της σκορπίστηκε στη θάλασσα του Αιγαίου.

Ο έρωτας με τον Ωνάση
Ο Ωνάσης και η Κάλλας πρωτογνωρίστηκαν το 1957, σε μια δεξίωση που διοργάνωσε η γνωστή κοσμικογράφος της εποχής, Έλσα Μάξγουελ. Το ειδύλλιο ωστόσο μεταξύ τους αναπτύχθηκε δύο χρόνια μετά, όταν ο μεγιστάνας προσκάλεσε την ντίβα της όπερας και τον σύζυγό της, Μενεγκίνι, σε κρουαζιέρα, με την πολυτελή θαλαμηγό του. Η παρουσία της συζύγου του, Τίνας Λιβανού, δεν απασχόλησε τον Ωνάση, που είχε επικεντρωθεί στον στόχο του: Την Κάλλας.
Τη φλέρταρε ανοικτά και ο ερωτισμός ανάμεσά τους ήταν τόσο εμφανής που όταν κατά τη διάρκεια μιας στάσης στην Κωνσταντινούπολη ανέβηκε στη θαλαμηγό ο Πατριάρχης Αθηναγόρας, ευλόγησε την Κάλλας και τον Ωνάση, νομίζοντας ότι είναι σύζυγοι. Όταν αποκαταστάθηκε η αλήθεια, επικράτησε αμηχανία.
Λέγεται ότι εκείνη τη νύχτα, Ωνάσης και Κάλλας εγκατέλειψαν τη θαλαμηγό με μια βάρκα, για να απομονωθούν σε μία ήσυχη παραλία. Οι κακές γλώσσες ανέφεραν ότι στη βάρκα καρπώθηκε ο έρωτάς τους για πρώτη φορά. Αυτή ήταν και η αρχή της παθιασμένης σχέσης τους. Ο Ωνάσης πήρε αμέσως διαζύγιο από την Τίνα Λιβανού. Η Κάλλας έφυγε από τον σύζυγό της σχεδόν τρεις μήνες μετά, παρά τις αντιδράσεις του.
Το ζευγάρι είχε μεσογειακό ταμπεραμέντο. Υπήρχε έρωτας και πάθος. Με το ίδιο πάθος όμως, Ωνάσης και Κάλλας καυγάδιζαν σχεδόν καθημερινά. Η Κάλλας δεν είχε καμία σχέση με τις πειθήνιες γυναίκες, που συνήθως γνώριζε ο Ωνάσης και οι συγκρούσεις ήταν αναπόφευκτες. Ο μεγιστάνας έφτανε συχνά στο σημείο να προσβάλλει και να πληγώνει την ντίβα, ακόμη και δημόσια. Με το πέρασμα του χρόνου, άρχισε να απομακρύνεται από εκείνη. Η Κάλλας από την άλλη, που είχε αραιώσει τις εμφανίσεις της στην όπερα, περνούσε ατέλειωτες στη θαλαμηγό, περιμένοντάς τον.
Το 1968, το ζευγάρι μετρούσε σχεδόν δέκα χρόνια σχέσης. Και ενώ η Κάλλας παρέμενε ερωτευμένη, ο Ωνάσης είχε ήδη προχωρήσει στην επόμενη κατάκτησή του, την Τζάκι Κένεντι. Η Κάλλας είχε υποψιαστεί ότι ο σύντροφός της μπορεί να ενδιαφερόταν για την πιο διάσημη χήρα του κόσμου, αλλά όταν έμαθε από την τηλεόραση ότι θα την παντρευτεί, κλονίστηκε. Ο χωρισμός της στοίχισε πολύ: Η άλλοτε δυναμική ντίβα, μεταμορφώθηκε σε μια απεριποίητη και αντικοινωνική γυναίκα. Περνούσε ώρες κλεισμένη στο δωμάτιο, κλαίγοντας για τον χαμένο της έρωτα.
Στην αρχή ήταν απαρηγόρητη και κυριευμένη από ζήλια, αλλά αργότερα κατάλαβε, ότι ο Ωνάσης δεν έπαψε ποτέ να τη αγαπά: Ενώ ήταν παντρεμένος με την Τζάκι, συνέχιζε να επισκέπτεται την αγαπημένη του Μαρία και να ζει κάποιες στιγμές μαζί της. Παρόλο που οι δυο τους χώρισαν, δεν έπαψαν ποτέ να αγαπιούνται και η Κάλλας στάθηκε στο πλευρό του άντρα της ζωής της, μέχρι το τέλος της ζωής του.