Η Αγία Θέκλα η Πρωτομάρτυς και Ισαπόστολος

Η πρωτομάρτυς αγία Θέκλα καταγόταν από το Ικόνιο της Μ. Ασίας και ήταν θυγατέρα της ευγενούς ειδωλολάτρισσας Θεόκλειας. Όταν ήταν δεκαοκτώ ετών, αρραβωνιάσθηκε με επιφανή νέο, άρχοντα της πόλεως Θάμυρι, ο οποίος την αγαπούσε με πάθος.

Την εποχή εκείνη ο απόστολος Παύλος περνώντας από το Ικόνιο φιλοξενήθηκε στον οίκο του Ονησιφόρου, δίπλα στην οικία της Θέκλας, και εκεί νύκτα και ημέρα δίδασκε τον λόγο του Θεού. Στους Ικονιείς που είχαν συγκεντρωθεί για να τον ακούσουν, έλεγε πως αν διαφυλάττουν την χάρη που λαμβάνουν στο άγιο βάπτισμα αποφεύγοντας τις απατηλές ηδονές της σαρκός και του κόσμου, θα γίνουν ναοί του Αγίου Πνεύματος, θα δοξασθούν με τον Χριστό μέσα στο φως, στα δεξιά του Πατρός, και θα απολαύσουν την αιώνια μακαριότητα.

Η Θέκλα, σαγηνευμένη από τα ουράνια λόγια, επί τρία ημερονύκτια άκουγε τον Απόστολο κρυμμένη πίσω από ένα παράθυρο. Η Θεόκλεια και ο Θάμυρις, βλέποντάς την απορροφημένη από τους λόγους του άγνωστου ξένου να έχει λησμονήσει τελείως κάθε τι γήινο, ανήσυχοι μήνυσαν στον ηγεμόνα ότι όλη η πόλη ήταν ανάστατη με τα κηρύγματα αυτού του ξένου, που αποτρέπει τις παρθένους από τον γάμο. Τότε ο Παύλος συνελήφθη αμέσως και φυλακίσθηκε. Την νύκτα η Θέκλα δώρισε τα χρυσά της κοσμήματα στους δεσμοφύλακες και εισήλθε στην φυλακή του· κάθισε δίπλα στα πόδια του μεγάλου Αποστόλου και, καθώς εκείνος της δίδασκε τα μεγαλεία του Θεού, αυτή με πολλή ταπείνωση καταφιλούσε τα δεσμά του.

Όταν την επομένη την ανακάλυψαν τετρωμένη από τον θείο έρωτα να κάθεται δίπλα στον Απόστολο, οδήγησαν στον ηγεμόνα. Στις ερωτήσεις του η Θέκλα σιωπούσε και η μητέρα της εξοργισμένη αναφώνησε: «Κατάκαυσε την εχθρά του γάμου στο μέσον του θεάτρου!». Τότε εκείνος τον μεν Παύλο φραγγέλωσε και τον απέλασε από το Ικόνιο, την δε Θέκλα καταδίκασε στον διά πυρός θάνατο.

Καθ’ ον χρόνον τα παιδιά και οι νέες συνέλεγαν φρύγανα για την πυρά, η Θέκλα είδε τον Χριστό με το σχήμα του Παύλου. Ενώ δε σκεπτόταν, «επειδή είμαι μικρόψυχη, μου εμφανίσθηκε ο διδάσκαλός μου για να με ενθαρρύνει», ο Κύριος μπροστά στα μάτια της ανελήφθη πάλι στους ουρανούς. Όταν την έριξαν στο μέσον της πυράς, θεία δύναμη την ενίσχυσε και έμεινε άθικτη από τις φλόγες. Εν τω μεταξύ έπεσε δυνατή βροχή ανάμικτη με χαλάζι, και η αγία, βρίσκοντας ευκαιρία από την σύγχυση του όχλου, εξήλθε από την πόλη.

Οδηγημένη από τον Θεό, η Θέκλα βρήκε τον Παύλο που κρυβόταν μαζί με την οικογένεια του Ονησιφόρου σε νεόκτιστο τάφο, κοντά στο Ικόνιο, και τον ακολούθησε στην Αντιόχεια της Πισιδίας. Κατά την είσοδό τους στην πόλη κάποιος νεαρός άρχοντας, ονομαζόμενος Αλέξανδρος, αντικρίζοντας το κάλλος της αγίας, κυριεύθηκε από σατανικό έρωτα και στο μέσον της αγοράς την εναγκαλίσθηκε αναίσχυντα και την καταφιλούσε. Η Θέκλα, προσπαθώντας να αμυνθεί, του ξέσχισε την χλαμύδα και πέταξε το στεφάνι από την κεφαλή του. Για να αποπλύνει την δημόσια καταισχύνη του, ο Αλέξανδρος την παρέδωσε στον ανθύπατο ως ιερόσυλη και η αγία καταδικάσθηκε σε θηριομαχία στο στάδιο.

Αλλά, μέχρι να παραδοθεί στα θηρία, η χήρα βασίλισσα Τρυφαίνη και την είχε υπό την προστασία της, στην θέση της κεκοιμημένης θυγατέρας της Φαλκονίλλας. Με την προσευχή της η Θέκλα μετέθεσε την Φαλκονίλλα –αν και ειδωλολάτρισσα– στον χορό των δικαίων, όπως η τελευταία ζήτησε σε όνειρο από την μητέρα της (βλ. Ιωάννου Δαμασκηνού· Περὶ τῶν ἐν πίστει κεκοιμημένων 9, PG 95, 253C-D).

Την ορισμένη ημέρα της θηριομαχίας η αγία οδηγήθηκε στο στάδιο. Οι δήμιοι εξαπέλυσαν εναντίον της αρκούδες και λιοντάρια. Μία αγριότατη λέαινα στάθηκε δίπλα στην μάρτυρα και από σεβασμό προς την παρθενία της δεν άφηνε τα άλλα θηρία να την πλησιάσουν.

Τότε ο ηγεμόνας διέταξε να την ρίξουν σε μεγάλη λίμνη με φώκιες. Αλλά η Θέκλα βιάστηκε να πέσει από μόνη της στο νερό λέγοντας: «Ιδού καιρός να βαπτισθώ· εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος». Φρίκη ανάμικτη με συμπάθεια κατέλαβε τις παρευρισκόμενες γυναίκες στην σκέψη ότι θα κατασπαραχθεί τέτοια ωραιότατη παρθένος. Αλλά την στιγμή που η αγία βυθίσθηκε στα νερά, δύναμη εξ ουρανού με μορφή φωτιάς νέκρωσε τις φώκιες και νεφέλη φωτεινή κάλυψε την γυμνότητα της νύμφης του Χριστού. Τότε οι δήμιοι την παρέδωσαν σε άλλα αγριότερα θηρία, αλλά οι γυναίκες της πόλεως διαμαρτυρήθηκαν έντονα για την άδικη καταδίκη της. Μερικές μάλιστα με τα αρώματα που έριχναν στην ατμόσφαιρα, αποχαύνωσαν τα θηρία και δεν την έβλαψαν. Τέλος, την έριξαν δεμένη ανάμεσα σε δύο ταύρους, τους οποίους κατέκαιαν με πυρακτωμένα σίδερα, για να εξαγριωθούν. Καθώς αυτοί αναπήδησαν από τους πόνους, η φωτιά μεταδόθηκε στα σχοινιά, τα έκαψε, και η μάρτυς βρέθηκε απελευθερωμένη. Θαυμάζοντας ο ηγεμόνας όσα έβλεπε, ευλαβήθηκε την αγία και την απέλυσε.

Για λίγες ημέρες η Θέκλα αναπαύθηκε στην οικία της Τρυφαίνης. Μόλις όμως έμαθε ότι ο Παύλος βρισκόταν στα Μύρα της Λυκίας, κούρεψε τα μαλλιά της και ντυμένη με ανδρικά ενδύματα έφυγε αμέσως προς συνάντησή του. Με την προτροπή εκείνου επανήλθε στο Ικόνιο για να κηρύξει το Ευαγγέλιο, ελεύθερη πλέον, διότι ο Θάμυρις είχε πεθάνει. Αλλά, επειδή έβλεπε την μητέρα της αμετάθετη από την ασέβεια και να κωφεύει στους λόγους της, εγκατέλειψε την πατρίδα της και αναχώρησε για την Σελεύκεια.

Εκεί, στο όρος του Καλαμώνος, ένα μίλι έξω από την πόλη, βρήκε σπήλαιο, όπου έζησε ως ασκήτρια εβδομήντα δύο χρόνια, ως το τέλος της ζωής της, υπομένοντας με ανδρεία τις επιθέσεις των δαιμόνων. Οι αρετές της και τα θαύματα που επιτελούσε την έκαναν παντού γνωστή και πολλοί την επισκέπτονταν για να λάβουν την ιατρεία της ψυχής και του σώματος. Οι δωρεάν όμως θεραπείες των ασθενών προκάλεσαν τον φθόνο των ιατρών της Σελεύκειας, οι οποίοι έστειλαν ασελγείς νέους για να την ατιμάσουν. Η Θέκλα, που ήταν τότε ενενήντα ετών, τους είπε με πραότητα: «Εγώ μεν είμαι ταπεινή ηλικιωμένη γυναίκα· περιμένετε όμως λίγο, τέκνα μου, και θα δείτε την δόξα του Θεού». Και υψώνοντας το βλέμμα στον ουρανό, ζήτησε τον Κύριο να την λυτρώσει από τα χέρια τους. Κατά θεία παρέμβαση ο βράχος που βρισκόταν μπροστά της άνοιξε, η αγία εισήλθε στη ρωγμή του και έκλεισε πάλι, για να γίνει ο τόπος της αιώνιας κατοικίας της.

Ας σημειωθεί στο τέλος ότι ο βίος της αγίας Θέκλας βασίζεται στις «Πράξεις Παύλου και Θέκλης», αυτοτελές τμήμα του απόκρυφου «Πράξεις Παύλου», που γράφτηκε κατά το έτος 160-170 μ.Χ. και ήταν ανάγνωσμα ευρύτατα διαδεδομένο. Αναφορές στο κείμενο αυτό κάνουν οι εξής Πατέρες της Εκκλησίας: Κυπριανός Καρχηδόνος, Επιφάνιος Κύπρου, Γρηγόριος Νύσσης, Αμβρόσιος Μεδιολάνων, Ιερώνυμος, Ιωάννης Χρυσόστομος, Βασίλειος Σελευκείας, Ιωάννης Δαμασκηνός, Μέγας Φώτιος κ.α. Στο σπήλαιο της αγίας αργότερα ανηγέρθη μεγάλη βασιλική. Ο τόπος αυτός έγινε το κέντρο της τιμής της, και η μνήμη της στις 24 Σεπτεμβρίου άρχισε να τιμάται στην Σελεύκεια ήδη από τον 3ο αιώνα. Από εκεί εξαπλώθηκε γρήγορα σε όλον τον χριστιανικό κόσμο. Στην Κωνσταντινούπολη υπήρχαν τρεις ναοί στο όνομά της.