Ο υπουργός Στάης που σκότωσε μύωπα βουλευτή σε μονομαχία και αθωώθηκε από το δικαστήριο

Από τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας του ελληνικού κράτους εισήχθη στην Ελλάδα από βαυαρούς αξιωματικούς και φιλέλληνες Ευρωπαίους η συνήθεια των μονομαχιών, μια τελετουργική αναμέτρηση για την υπεράσπιση της προσβεβλημένης τιμής, που είχε τις ρίζες της στη δυτικοευρωπαϊκή μεσαιωνική παράδοση των ιπποτών. Ωστόσο, σύμφωνα με όλους τους μελετητές, η περίοδος κορύφωσης του φαινομένου άρχισε τις παραμονές του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1987 και ολοκληρώθηκε αμέσως μετά τους Βαλκανικούς πολέμους των ετών 1912-1913.

Ειδικότερα, ο δικηγόρος και παλαίμαχος μονομάχος Επαμεινώνδας Βαλσαμάκης, σε σειρά άρθρων του για το θέμα που δημοσίευσε στην εφημερίδα «Ελληνική» το 1931, θεωρούσε πως η περίοδος αυτή «έρχεται δύο έτη προ του πολέμου του 1897 και λήγει το 1914 μαζί με την κήρυξην του Παγκοσμίου Πολέμου«. Κατά εκτίμηση, την περίοδο αυτή στην Αθήνα πραγματοποιούνταν κάθε χρόνο γύρω στις δέκα μονομαχίες, ενώ πολλαπλάσιες προσκλήσεις σε μονομαχία κατέληγαν σε συμβιβασμό.

Ξίφος ή πιστόλι, σε ερημικές τοποθεσίες και οι κανόνες της μονομαχίας

Αρχικά, στις μονομαχίες χρησιμοποιούνταν οπλομαχικά ξίφη, ωστόσο από τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα άρχισαν σταδιακά να επικρατούν τα πιστόλια, με τα οποία οι μονομάχοι πυροβολούσαν συνήθως από απόσταση 25 βημάτων. Για τη διεξαγωγή τους επιλέγονταν απομονωμένες και μυστικές έως την τελευταία στιγμή τοποθεσίες, όπως η περιοχή του Γουδή, τα ερημικά τότε Πατήσια, η Κηφισιά, το Δαφνί, το Φάληρο. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι μονομαχίες γίνονταν σε περιφραγμένους κήπους αστικών σπιτιών ή αίθουσες γυμναστικής και ξιφασκίας.

Η θεαματική αύξηση του αριθμού των μονομαχιών οδήγησε τον εκδότη της εφημερίδας «Ακρόπολις«, Βλάση Γαβριηλίδη στο σχόλιο ότι «έτσι όπως κατήντησε τον θέατρον του Φαλήρου, καλύτερα να πέφτης από την εξέδρα του χωρίς να ξέρης κολύμπι παρά να πηγαίνης εκεί χωρίς να ξέρης να μονομαχής«. Στις μονομαχίες συμμετείχαν κυρίως στρατιωτικοί και πολιτικοί, ενώ απαγορευόταν η συμμετοχή σε αυτές των γυναικών και των ανηλίκων (κάτω των 21 ετών) ανδρών, με εξαίρεση τους φοιτητές.

Σπανιότερα, αναμετρήσεις στον τύπο των μονομαχιών, αλλά χωρίς την τήρηση των καθιερωμένων κανόνων τους, οργανώνονταν και μεταξύ ατόμων λαϊκών τάξεων. Χαρακτηριστική είναι η «μονομαχία» που πραγματοποιήθηκε το 1896 μεταξύ ενός λεμβούχου και ενός κρεοπώλη μέσα σε βάρκα!

Με τη διόγκωση του φαινομένου διεθνώς, δημιουργήθηκε η ανάγκη σύνταξης γραπτών νόμων, που έμειναν γνωστοί ως «Κώδικες Τιμής» ή «Κώδικες Μονομαχίας» και συνήθως εκδίδονταν από αξιωματικούς ή δασκάλους οπλομαχίας και ξιφασκίας, οι οποίοι είχαν εμπειρία από τη διαδικασία, είτε ως μονομάχοι είτε ως μάρτυρες. Ο γνωστότερος σχετικός κώδικας είναι του Γάλλου Αδόλφου Ταβερνιέ, με τίτλο «Περί μονομαχίας  πραγματεία», ο οποίος κυκλοφόρησε στη Γαλλία το 1885 και στην Ελλάδα δύο χρόνια αργότερα. Από τους πέντε εγχώριους που εκδόθηκαν μεταξύ του 1879 και του 1928, δημοφιλέστερος αποδείχτηκε ο «Κώδιξ Μονομαχίας», τον οποίο συνέταξε ο απότακτος αξιωματικός του Οικονομικού Σωκράτης Χαλκιόπουλος και κυκλοφόρησε το 1893. Μεταξύ άλλων, ο «Κώδικας Μονομαχίας» αναφερόταν με λεπτομέρεια στα κατάλληλα όπλα για τη μονομαχία, στην υποχρεωτική παρουσία γιατρού, «όπως εν ανάγκη παράσχη τοις τραυματισθείσι τας πρώτας της επιστήμης αυτού βοηθείας», ακόμη και στα ενδεδειγμένα ρούχα και παπούτσια που θα έπρεπε να φορούν οι μονομάχοι!



Υπουργός σκοτώνει βουλευτή σε μονομαχία

Το 1904 υπήρξε χρονιά πυκνών κοινοβουλευτικών ζυμώσεων, που ανέβασαν στα ύψη το πολιτικό θερμόμετρο, γεγονός που αποτυπώθηκε και στην αξιοσημείωτη αύξηση των μονομαχιών μεταξύ πολιτικών ανδρών. Στις 18 Ιουνίου του ίδιου έτους πραγματοποιήθηκε μία από τις γνωστότερες καταγεγραμμένες μονομαχίες στα ελληνικά χρονικά, μεταξύ του τότε υπουργού Παιδείας στην κυβέρνηση Γιώργου Θεοτόκη, Σπυρίδωνα Στάη και του βουλευτή Τρικάλων Κωνσταντίνου (Κόκκου) Χατζηπέτρου. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα της εποχής, ο Στάης ήταν δεινός κυνηγός, ενώ αντίθετα ο Χατζηπέτρος … μύωπας. Αφορμή στάθηκαν οι φραστικοί διαξιφισμοί των δύο αντρών στη Βουλή στις 16 Ιουνίου, εξαιτίας του γεγονότος ότι ο Στάης δεν είχε κάνε δεκτό κάποιο αίτημα του Χατζηπέτρου. «Ο βουλευτής Τρικάλων, Κόκκος Χατζηπέτρος, ιστάμενος προ του γραφείου των επισήμων πρακτικών ενώπιον των υπουργών, ηκούετο μετ΄αγανακτήσεως εκφραζόμενος δια τινά υπόθεσιν«, ανέφερε σε ρεπορτάζ της η εφημερίδα «Σκριπ» στις 20 Ιουνίου. Η μονομαχία έγινε λίγο πριν τις 5.30 το απόγευμα της 18ης Ιουνίου στην περιοχή των Τραχώνων, και αφού κάθε απόπειρα διαμεσολάβησης, ακόμη και από τον πρωθυπουργό Θεοτόκη, είχε πέσει στο κενό. Οι δύο μονομάχοι και οι τέσσερις μάρτυρες έφτασαν στο σημείο με άμαξες, ενώ η μονομαχία πραγματοποιήθηκε με ραβδωτά πιστόλια, τα οποία ανήκαν στον βουλευτή Αλέξανδρο Ρώμα και είχαν χρησιμοποιηθεί και παλιότερα σε μονομαχίες.

Όπως αποκάλυψε σε συνέντευξη που παραχώρησε λίγες ώρες αργότερα ένας από τους μάρτυρες, ο βουλευτής Μεγαρίδος, Γεώργιος Αναστασόπουλος, «μετά την λέξιν «Πυρ!’ και μόλις ήρθρωσε την λέξιν «Εν!» επυροβόλησε πρώτος ο Χατζηπέτρος. Η σφαίραν εσύριξεν προς το αριστερόν του κ. Στάη. Εις τον αριθμόν «Δύο», σχεδόν ταυτοχρόνως αλλά τι ανεπαισθήτως βραδύτερον επυροβόλησεν ο κ. Στάης […] Αμέσως μετά τον πυροβολισμόν του Στάη παρετήρησα, ότι ο κ. Χατζηπέτρος χωρίς να κλονισθή έκαμεν ημίσειαν κλίσιν προς τα αριστερά και έτεινεν την κεφαλήν ως θέλων να εισπνεύση. Έτρεξα δρομαίως και τον είδα τρις προσπαθήσαντα αγωνιωδώς να εισπνεύση, ότε κύμα αίματος εξήλθε του στόματός του. […]. Είχεν βληθεί κάτωθεν της δεξιάς μασχάλης. Η σφαίρα διαπέρασεν […] τον πνεύμονα  και έθιξεν την καρδίαν».

Η τιμωρία του Στάη και η σκληρή κριτική από τον Τύπο

Η γνωστοποίηση των λεπτομερειών του περιστατικού προκάλεσε σοκ στην αθηναϊκή κοινωνία, ενώ την κηδεία του θύματος, που πραγματοποιήθηκε την επόμενη ημέρα, παρακολούθησαν ο πρόεδρος της Βουλής Νικόλαος Χατζίσκος, πολλοί βουλευτές, αξιωματικοί, εκπρόσωποι των γραμμάτων, καθώς και πλήθος κόσμου. Ο Στάης υπέβαλε την παραίτησή του και στη θέση του διορίστηκε ο Κωνσταντίνος Λομβάρδος. Προφυλακίστηκε για εννέα μήνες και κατόπιν η υπόθεσή του εκδικάστηκε στο Κακουργιοδικείο Σύρου, με την κατηγορία του φόνου εξ αμελείας από την οποία απαλλάχθηκε. Αργότερα επανήλθε στην πολιτική, διετέλεσε υπουργός το 1908 και το 1921 και αποσύρθηκε οριστικά το φθινόπωρο του 1922. Στις 19 Ιουνίου, στο κύριο άρθρο της η εφημερίδα «Σκριπ» καυτηρίαζε το πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο διεξαγωγής των μονομαχιών, υποστηρίζοντας ότι «ο ατυχής Χατζηπέτρος έπεσε θύμα του κοινοβουλευτισμού της Ελλάδος». Με τον  χαρακτηριστικό τίτλο «Ο ύπνος του Νόμου» η εφημερίδα «Εμπρός» σχολίαζε πως «η δικαστική εξουσία ως ήτο επόμενον δεν εχαρακτήρισε το έγκλημα ως επ΄αυτοφώρω, ήτοι ως αρτίως εκτελλεσθέν και ο κ. Στάης μένει ελεύθερος διά να κάμη και άλλην μονομαχίαν». Μία εβδομάδα αργότερα, στις 27 Ιουνίου, στο ίδιο πνεύμα, ο «Νουμάς» παρατηρούσε πως με «τέτοιου είδους υπουργούς και με τέτοια – ας το πούμε κι αυτό- κοινωνία, μπορεί ο κάθε Στάης να σκοτώνει όσους βαστάει η ψυχή του, αφού είναι βέβαιος πως δεν θα πάθει τίποτα ούτε ποινικώς ούτε κομματικώς«.

Η μεταστροφή του κλίματος

Σύμφωνα με όλα τα διαθέσιμα στοιχεία, η τελευταία θανατηφόρα μονομαχία στην Ελλάδα, πραγματοποιήθηκε το μεσημέρι της 9ης Απριλίου 1910 στο Γουδή, ανάμεσα στον τότε πλωτάρχη Λυκούργο Τσουκαλά και στον αντιπλοίαρχο Αριστοτέλη Γιωτόπουλο. Το αποτέλεσμα ήταν ο θανάσιμος τραυματισμό του τελευταίου. Αφορμή αποτέλεσε ένα επεισόδιο των δύο ανδρών που είχε διαδραματισθεί σε βαγόνι του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου Αθήνα -Πειραιάς, σχετικά με τη διαχείριση των πόρων του Πολεμικού Ναυτικού και οδήγησε σε συμπλοκή τους μπροστά σε συναδέλφους τους, αλλά και σε επιβάτες.

Η παρακμή του θεσμού των μονομαχιών αμέσως μετά την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου συντελέσθηκε σχεδόν ταυτόχρονα στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Στην Ελλάδα, η εξέλιξη αυτή επικυρώθηκε τον Δεκέμβριο του 1918, όταν ψηφίστηκε ο νόμος «Περί μονομαχίας», στον οποίο μεταξύ άλλων προβλέπονταν πολυετείς ποινές φυλάκισης σε όποιον προκαλέσει «τινά εις μονομαχία δι’ όπλων», αλλά και σε όποιον αποδεχτεί «τοιαύτην πρόκλησιν«, «μάρτυρες, ιατροί και άλλοι βοηθοί μονομαχίας», καθώς θεωρούνταν συναυτουργοί. Με ποινή φυλάκισης έξι μηνών τιμωρούνταν και οι «παροτρύνων τινά εις μονομαχίαν μετά τρίτου». Πολύ γρήγορα, ο Τύπος, που έως τότε υποδαύλιζε συνήθως τέτοια γεγονότα και δημοσίευε πολυσέλιδα ρεπορτάζ για όλα τα στάδια της διαδικασίας, έπαψε να παρουσιάζει τους μονομάχους ως ήρωες της δημόσιας ζωής και άρχισε να καταδικάζει ανοιχτά τέτοιου είδους πρακτικές. Η μεταστροφή του κλίματος απέναντι σε παρόμοια περιστατικά ήταν πλεόν εντυπωσιακή. Έτσι, όταν ο βουλευτής Αγαμέμνονας Σλήμαν κατέθεσε στις 8 Μαΐου 1922 ενώπιον της Συντακτικής Συνέλευσης σχέδιο νόμου «περί καταργήσεως του νόμου του καταργούντος την μονομαχίαν», αντιμετωπίστηκε από τους συναδέλφους του με ειρωνικά σχόλια και ζωηρά γέλια.