«Εἶναι ἀδύνατες οἱ θέσες καί ἐμεῖς, ὅμως εἶναι δυνατός ὁ Θεός ὁποῦ μᾶς προστατεύει»: Η θρυλική μάχη των Μύλων

Η εισβολή του Ιμπραήμ το 1825 έθεσε σε κίνδυνο την ελληνική Επανάσταση και επέβαλε τον τρόμο με τις πολυάριθμες στρατιές του στο Μοριά.
Οι ήττες ήταν πολυάριθμες και, ουσιαστικά, η πρώτη επιτυχία σημειώθηκε στους Μύλους Αργολίδος, σε απόσταση αναπνοής από το «κέντρο» της Επανάστασης και μετέπειτα πρωτεύουσας της Ελλάδας, το Ναύπλιο.
Στις 11 Ιουνίου ο Μακρυγιάννης με 150 άνδρες είχε φτάσει στους Μύλους, ερχόμενος από αποτυχημένες περιπέτειες στην Μεσηνία και Αρκαδία. Το πρωί της 12ης Ιουνίου εμφανίστηκε ο Αιγυπτιακός στρατός στην Αργολική πεδιάδα. Στο Ναύπλιο είχαν συγκεντρωθεί περίπου 20.000 γυναικόπαιδα, ασθενείς και άμαχος πληθυσμός. Υπήρχε και ελάχιστος στρατός. Ο Ιμπραήμ δεν είχε σκοπό να επιτεθεί, αλλά μόνο να βολιδοσκοπήσει την κατάσταση. Οι Έλληνες μην γνωρίζοντας τις προθέσεις του βιάστηκαν να συγκεντρώσουν μεγάλο μέρος του ελληνικού στρατού στους Μύλους, κατά των οποίων κινήθηκε ισχυρή φάλαγγα από πεζούς και ιππείς. Έφτασε ο Χατζημιχάλης με το σώμα του, ο Δημήτριος Υψηλάντης μαζί 15 Φιλέλληνες του Ναυπλίου, μερικούς Έλληνες αγωνιστές, και με έναν λόχο ευζώνων οι οποίοι δεν είχαν αρχηγό και ο Κ.Μαυρομιχάλης με λίγους. Την ίδια μέρα έφτασε ο Χατζηγιώργης και ο Χατζηστεφάνης. Η δύναμη των Ελλήνων δεν ξεπερνούσε τους 480 άνδρες.Στην ακτή τοποθετήθηκαν και τρία μικρά πολεμικά βρίκια με πυροβόλα. Παρευρέθηκαν δε και οι δύο μοίραρχοι του Αγγλικού και του Γαλλικού στόλου, Άμιλτον (Gawen William Hamilton, 1748 - 1838) και υποναύαρχος Δεριγνύ (ιππότης De Rigny), οι οποίοι αγκυροβόλησαν μπροστά στο Ναύπλιο και τους Μύλους αντίστοιχα. Ο Ιμπραήμ έφτασε στους Μύλους την αυγή της 13ης. Οι προφυλακές των Αιγυπτίων προχώρησαν αθέατες ως τις γραμμές των Ελλήνων διότι οι φρουροί είχαν πάει να κοιμηθούν. Τότε τους έσωσε ο Μακρυγιάννης που είδε δύο φορές στον ύπνο του έναν άνθρωπο που τον πρόσταζε να σηκωθεί και με λίγους συντρόφους απέκρουσε τους εχθρούς. Την ίδια στιγμή αποβιβάστηκαν κάμποσοι Κρητικοί. Οι Αιγύπτιοι ξαναεπιτέθηκαν το μεσημέρι. Τρεις επιθέσεις του εχθρικού πεζικού και μία του ιππικού αποκρούστηκαν γενναία. Τότε το εχθρικό πυροβολικό γκρέμισε με εύστοχες βολές το πρόχειρο οχύρωμα του Μακρυγιάννη, και ένας λόχος Αιγυπτίων επιτέθηκε ορμητικά υπερπηδώντας τα ερείπια. Η αντεπίθεση του Μακρυγιάννη ήταν ηρωική. Μαζί με πέντε φιλέλληνες και δέκα εκλεκτούς Έλληνες όρμησαν με το σπαθί τους μόνο και κατέσφαξαν τους πρώτους εισβολείς, ενώ έτρεψαν τους υπόλοιπους σε φυγή. Οι Αιγύπτιοι μετά τις αποτυχημένες απόπειρες έπαψαν τις επιθέσεις, και επειδή είχε αρχίσει να βραδιάζει, υποχώρησαν και έφυγαν για το Άργος. Στο πεδίο της μάχης εγκατέλειψαν περίπου 50 νεκρούς και αποκόμησαν άλλους τόσους τραυματίες.

Χαρακτηριστικός είναι και ο διαλόγος του Μακρυγιάννη με τον υποναύαρχο Δεριγνύ λίγο πριν τη Μάχη, όπως τον περιγράφει ο ίδιος:
«Ἐκεῖ ὀποὔφκιανα τίς θέσες εἰς τούς Μύλους, ἦρθε ὁ Ντερνύς νά μέ ἰδῆ. Μοῦ λέγει: «Τί κάνεις αὐτοῦ; Αὐτές οἱ θέσες εἶναι ἀδύνατες· τί πόλεμο θά κάνετε μέ τόν Μπραΐμη αὐτοῦ;». Τοῦ λέγω: «Εἶναι ἀδύνατες οἱ θέσες καί ἐμεῖς, ὅμως εἶναι δυνατός ὁ Θεός ὁποῦ μᾶς προστατεύει· καί θά δείξωμεν τήν τύχη μας σ’ αὐτές τίς θέσες τίς ἀδύνατες· κι’ ἄν εἴμαστε ὀλίγοι εἰς τό πλῆθος τοῦ Μπραΐμη, παρηγοριόμαστε μ’ ἕναν τρόπον, ὅτι ἡ τύχη μᾶς ἔχει τούς Ἕλληνες πάντοτε ὀλίγους. Ὅτι ἀρχή καί τέλος, παλαιόθεν καί ὥς τώρα, ὅλα τά θερία πολεμοῦν νά μᾶς φᾶνε καί δέν μποροῦνε· τρῶνε ἀπό μᾶς καί μένει καί μαγιά. Καί οἱ ὀλίγοι ἀποφασίζουν νά πεθάνουν· καί ὅταν κάνουν αὐτείνη τήν ἀπόφασιν, λίγες φορές χάνουν καί πολλές κερδαίνουν. Ἡ θέση ὁποῦ εἴμαστε σήμερα ἐδῶ εἶναι τοιούτη· καί θά ἰδοῦμεν τήν τύχη μας οἱ ἀδύνατοι μέ τούς δυνατούς». –«Τρέ μπιέν», λέγει κι’ ἀναχώρησε ὁ ναύαρχος«.