Γερμανία: Τράπεζα τροφίμων απαγορεύει την πρόσβαση στους μετανάστες

«Οι Γερμανοί πρώτα;», το άρθρο των New York Times φέρνει με αιχμηρό τρόπο στο φως της δημοσιότητας την απόφαση μιας τράπεζας τροφίμων στη μικρή δυτική πόλη του Εσσεν της Γερμανίας να σταματήσει να προσφέρει σε μετανάστες δωρεάν γεύματα καθώς παρατήρησε ότι η πλειονότητα των εγγραμμένων χρηστών της ανήκε σε αυτή την πληθυσμιακή ομάδα.
Η εν λόγω απόφαση, όπως σημειώνουν στο σχετικό τους δημοσίευμα οι NYT, προκάλεσε κύμα αντιδράσεων στο Εσσεν, με την Γερμανίδα καγκελάριο, Ανγκελα Μέρκελ να παίρνει μάλιστα θέση καλώντας τους κατοίκους της μικρής γερμανικής πόλης «να μην κατηγοριοποιούν με αυτό τον τρόπο τους ανθρώπους».
«Ο Jörg Sartor δεν θέλει να διώχνει τους νεοαφιχθέντες από την τράπεζα τροφίμων του, ειδικά αν είναι πρόκειται για ανύπαντρες μητέρες, όπως η νεαρή μητέρα από την Συρία με τον πεντάχρονο υιό της, οι οποίοι περίμεναν έξω από την τράπεζα από τα ξημερώματα. Αλλά οι κανόνες είναι κανόνες, και προς το παρόν επιτρέπονται μόνο οι Γερμανοί», γράφει στην αρχή του άρθρου της η αμερικανική εφημερίδα με στόχο να αναδείξει μια αντίθεση που έρχεται να επισημάνει μια δυσάρεστη αλήθεια:
Τρία χρόνια μετά την υποδοχή περισσότερων του ενός εκατομμυρίου προσφύγων στην Γερμανία, φαίνεται ότι μεγάλο μέρος της επιβάρυνσης που συνεπάγεται η ένταξη των νεοεισερχομένων έχει πέσει στις πλάτες των φτωχότερων, με τις γειτονιές στις οποίες κατοικούν να έχουν αλλάξει, ενώ πρέπει να ανταγωνίζονται για επιδοτούμενα διαμερίσματα, σχολεία και, στην περίπτωση της τράπεζας τροφίμων, ένα δωρεάν γεύμα.
Οταν περίπου 1,2 εκατ. μεταναστών έφτασαν στη Γερμανία το 2015 και αρχές του 2016, μεταφέρθηκαν σε διάφορα μέρη εντός της χώρας με σκοπό να μοιραστούν τα κόστη και να υπάρξουν περισσότερες ευκαιρίες για ενσωμάτωση, γράφουν οι NYT.  Ωστόσο, πολλοί ήταν αυτοί που εγκατέλειψαν λίγο αργότερα τα σπίτια τους και άρχισαν να κινούνταν σε περιοχές που είχαν ήδη υψηλή συγκέντρωση μεταναστών.
Το Εσσεν είναι μια πόλη με 600.000 κατοίκους, η οποία είδε την κοινότητα των Σύρων προσφύγων της να αυξάνεται από 1.300 άτομα στα 11.000 μέσα στο 2015, σύμφωνα με Πήτερ Ρέντσελ, εκπρόσωπο του δημαρχείου της πόλης, ειδικό για θέματα κοινωνικής πολιτικής και πρόσθεσε: «Περισσότεροι εκ των οποίων μένουν σε εργατικές συνοικίες στα βόρεια της πόλης».

πηγή: kathimerini.gr