Οι επιδρομές των Καταλανών στο Άγιον Όρος ξεπέρασαν κάθε άλλο προηγούμενο!

Το άρθρο της σερβίδας βυζαντινολόγου, Μίργιανα Ζιβογίνοβιτς (Mirjana Živojinović) δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού Αθωνικά Τετράδια, με τίτλο «Οι Καταλάνοι στο Άγιον Όρος σύμφωνα με τον βίο του αρχιεπισκόπου Δανιήλ του Β'» . Η αναδημοσίευση γίνεται χωρίς τις περισσότερες παραπομπές.

Το Άγιον Όρος, από την άφιξη των πρώτων αναχωρητών, ιδιαίτερα από την εποχή της ίδρυσης των μεγάλων μονών τις τελευταίες δεκαετίες του 10ου αιώνα, ήταν συνεχώς εκτεθειμένο σε ληστρικές επιδρομές διαφόρων πειρατών και ληστών, στις οποίες από τα τέλη του 13ου αιώνα πρωτοστατούσαν οι Τούρκοι, απειλώντας τις μονές των ανατολικών ακτών του Όρους. Όμως, σε σύγκριση με όλους αυτούς, οι επιθέσεις των Καταλανών, οι οποίοι εισέβαλαν από την χερσαία πλευρά του Αγίου Όρους, ως προς την σφοδρότητα και την διάρκειά τους, από το καλοκαίρι του 1307 έως την άνοιξη του 1309, ξεπέρασαν όλες τις μέχρι τότε επιδρομές.

Οι πολυάριθμες βυζαντινές πηγές που αναφέρονται στην άφιξη των Καταλανών στο Βυζάντιο, στην αποστασία τους από την αυτοκρατορία και στους πολέμους που διεξήγαγαν στην Θράκη, Μακεδονία, Θεσσαλία και Αττική, μας δίνουν ελάχιστες ειδήσεις για τα δεινά και τις φρικαλεότητες που υπέστησαν οι Αγιορείτες από τις επιθέσεις τους. Για τον λόγο αυτό Ο βίος του αρχιεπισκόπου Δανιήλ του Β΄, ο οποίος ήταν ηγούμενος της Mονής Χιλανδαρίου* καθ’ όλη την διάρκεια των επιθέσεων των Καταλανών, αποτελεί μοναδική πηγή για τα γεγονότα αυτά, ιδιαίτερα με την λεπτομερή περιγραφή των επιθέσεων των Καταλανών κατά του Χιλανδαρίου και των πολιορκιών της σερβικής μονής.

Ο συγγραφέας του Βίου συνδέει τις αφηγήσεις για τις επιθέσεις των Καταλανών με την αφήγηση για την τοποθέτηση του Δανιήλ ως ηγουμένου του Χιλανδαρίου και την άφιξή του στη Μονή. Έχει σημασία να αναφέρουμε ότι ο Δανιήλ εξελέγη ηγούμενος στη Σερβία σε σύναξη στην οποία παρίστατο ο κράλης Μιλούτιν (Milutin) και ο αρχιεπίσκοπος Ευστάθιος. Υποθέτουμε ότι ο κράλης Μιλούτιν και η σερβική σύναξη ήταν ενημερωμένοι για τον κίνδυνο που απειλούσε το Άγιον Όρος από τις επιθέσεις των Καταλανών και, θέλοντας να βοηθήσουν στην υπεράσπιση της μονής, μερίμνησαν να εκλεγεί ηγούμενος άτομο, οι ικανότητες του οποίου ήταν ήδη δοκιμασμένες και πολύ γνωστές. Πιστεύουμε ότι η ζωή και η δράση του Δανιήλ στην Σερβία συνέβαλαν στην εκλογή του ως ηγουμένου. Θεωρούμε ότι οι Καταλανοί, σύμφωνα με τον Βίο, άρχισαν τις επιθέσεις κατά του Αγίου Όρους «λίγο διάστημα» μετά την άφιξη του Δανιήλ στο Χιλανδάρι, γεγονός που θα μπορούσε να είχε συμβεί στο δεύτερο μισό του 1306, ή στις αρχές του 1307.

Προσειλκυσμένοι από τις αφηγήσεις για τον μεγάλο πλούτο των αγιορείτικων μονών, οι Καταλανοί έστρεψαν τις επιθέσεις τους ακριβώς ενάντια σ’ αυτές:

«Διότι οι άπιστοι αυτοί λαοί… αφού ήρθαν στο Άγιον Όρος,

πολλούς ιερούς ναούς πυρπόλησαν

και άρπαξαν όλα τους τα πλούτη

και πήραν αιχμαλώτους στην σκλαβιά,

και όσοι έμειναν λιμοκτονούν» (Βίος, 259).

Κατά την διάρκεια των επιθέσεων εναντίον των οχυρωμένων μονών οι Καταλανοί εφάρμοζαν την ίδια τεχνική όπως όταν κατακτούσαν τις οχυρωμένες θρακικές πόλεις: πρώτα προσπαθούσαν να τις κατακτήσουν με τα όπλα και στην συνέχεια, σε περίπτωση που δεν το κατάφερναν, προσπαθούσαν με όπλο την πείνα να αναγκάσουν τους κατοίκους τους να παραδοθούν.

Σε τέτοιες ιδιαίτερα δύσκολες συγκυρίες ο Δανιήλ ήταν ηγούμενος του Χιλανδαρίου, που σημαίνει όχι μόνο πνευματικός πατέρας της αδελφότητας, αλλά ταυτόχρονα και ηγέτης της άμυνας της Μονής. Το Χιλανδάρι και οι άλλες αγιορείτικες μονές, ακόμη στην αρχή της επίθεσης, άνοιξαν τις πύλες τους σε πολλούς κατοίκους των κοντινών περιοχών της Χαλκιδικής, οι οποίες, περισσότερο από τις μονές, ήταν εκτεθειμένες στις λεηλασίες και στην απειθάρχητη συμπεριφορά των ανδρών της Καταλανικής Εταιρείας. Δεδομένου ότι οι αγιορείτικες μονές προμηθεύονταν τα περισσότερα αναγκαία τρόφιμα από τα απομακρυσμένα μετόχια τους, είχαν μεγάλα αποθέματα.

Ο βιογράφος του Δανιήλ περιγράφει πολύ γλαφυρά την επίθεση των Καταλανών στο Χιλανδάρι, στο οποίο έφθασαν, όπως όλα δείχνουν, χωρίς να συναντήσουν κάποια σοβαρή αντίσταση. Και τότε:

«Πλήθος από αυτούς άρχισαν, άλλοι μεν να κόβουν την κεντρική πύλη

της ένδοξης μονής του Χιλανδαρίου και άλλοι από την πίσω πλευρά να γκρεμίζουν τα τείχη της οχύρωσης, θέλοντας να εισχωρήσουν.

Γιατί τα βέλη τα έριχναν βροχή τα χέρια των απίστων και οι

πολεμικές σάλπιγγες ηχούσαν, και οι ίδιοι έκραζαν με μια φωνή

επιτιθέμενοι. Γιατί ήταν φοβερή η θέα

της πολεμικής τους στρατιάς» (Βίος, 259).

Τα τείχη της Μονής άντεξαν στην επίθεση αυτή. Οι επιδρομείς δεν αποσύρθηκαν και συνέχισαν την πολιορκία. Στην διάρκεια της πολιορκίας:

«…τα περισσότερα τρόφιμα στην ένδοξη μονή, στο Χιλανδάρι,

καταναλώθηκαν, έτσι και ο ευλογημένος Δανιήλ και όσοι ήταν μαζί του δεν είχαν τι να γευματίσουν. Μόνο μέσα από το χώμα

ξεδιάλεγαν φλούδες φακής και αυτές έτρωγαν, και πολλοί

από αυτούς παρακαλούσαν τον Θεό να πεθάνουν, και οι υπόλοιποι

από αυτούς φεύγοντας έξω πέθαιναν» (Βίος, 260).

Για την μοίρα αυτών των τελευταίων, ο βιογράφος του Δανιήλ αναφέρεται σε ένα ακόμη σημείο:

«Πολλοί από τους μοναχούς που ήταν στην μονή αυτή,

μη μπορώντας να αντέξουν τόση λύπη, εγκατέλειψαν

τον κύρη τους, τον κυρ Δανιήλ μου, μόνο του και οι ίδιοι έφυγαν […]

Γιατί αυτούς τους έπιασαν οι άπιστοι, άλλους σκότωσαν

και άλλους οδήγησαν στην σκλαβιά» (Βίος, 258).

Για τον Δανιήλ, ο οποίος διοικούσε την ζωή στη Μονή, χωρίς καμία αμφιβολία άρχιζε μια πολύ δύσκολη στιγμή όταν η Μονή έμεινε χωρίς τρόφιμα. Το στοιχείο αυτό για την έλλειψη τροφίμων δεν είναι αρκετό για να συμπεράνουμε την διάρκεια της πολιορκίας του Χιλανδαρίου, διότι στη Μονή, όπως έχουμε ήδη πει, κατέφυγαν πολλοί άνθρωποι, με αποτέλεσμα τα τρόφιμα να καταναλωθούν γρηγορότερα. Οι πολιορκίες των Καταλανών μπορούσαν να διαρκέσουν και πολλούς μήνες (για παράδειγμα, το οχυρό της Μαδύτου το πολιορκούσαν επί οκτώ μήνες). Στο τέλος, όταν δεν μπόρεσαν να αναγκάσουν τους κατοίκους του Χιλανδαρίου να παραδοθούν ούτε με τα όπλα ούτε με την πείνα, οι επιδρομείς αναγκάστηκαν να το εγκαταλείψουν, όμως με την πρόθεση να επιστρέψουν, γεγονός για το οποίο διαβάζουμε στον Βίο:

«Και όταν αυτοί οι πανούργοι είδαν ότι δεν μπορούν να εισχωρήσουν

στην μονή, καβάλησαν τα άλογά τους και έφυγαν, γεμάτοι

οργή και λύσσα, απειλώντας τον ευλογημένο ότι όταν

θα ξαναγυρίσουν θα το καταστρέψουν» (Βίος, 260).

Σερβία, Πατριαρχείο του Πετς, Ναός Παναγίας Οδηγήτριας.

Ο Αρχιεπίσκοπος Δανιήλ Β’ σε κτητορική παράσταση, τοιχογραφία, 1355.

Νέα φονική και ληστρική επιδρομή των Καταλανών στο Άγιον Όρος και το Χιλανδάρι!

Οι Καταλανοί έκαναν νέα επίθεση κατά του Χιλανδαρίου το 1308, όταν έμαθαν ότι ο Δανιήλ το εγκατέλειψε. Αυτός ο «περισσότερο πολεμιστής, διπλωμάτης και διοικητής, παρά μοναχός», με μεγάλη επιτυχία και με πολλή επιτηδειότητα και ικανότητα ηγήθηκε της άμυνας του Χιλανδαρίου, ώστε οι Καταλανοί πίστευαν ότι θα μπορέσουν να διεισδύσουν σ’ αυτό όταν ο Δανιήλ απουσιάζει. Ο Δανιήλ, επειδή συνειδητοποίησε την σοβαρότητα της κατάστασης και την δύσκολη θέση στην οποία βρέθηκε η Μονή του, αποφάσισε να μεταφέρει τον χρυσό της Μονής και διάφορα πολύτιμα εκκλησιαστικά αντικείμενα στον κράλη Μιλούτιν, ο οποίος βρισκόταν στα Σκόπια, και ταυτόχρονα να φέρει ανθρώπους για να υπερασπίσουν τη Μονή. Για να εφαρμόσει στην πράξη αυτήν του τη σκέψη, ο Δανιήλ, με εμπίστους συνοδούς, εκτέθηκε σε μεγάλες δυσκολίες και πολλούς κινδύνους, διότι οι μετακινήσεις στην Χαλκιδική ήταν πολύ δύσκολες. Ωστόσο κατόρθωσε να μεταφέρει τους θησαυρούς της Μονής στα Σκόπια και στην συνέχεια, αφού αρνήθηκε την πρόταση του κράλη Μιλούτιν να μείνει για ένα διάστημα στην αυλή του μέχρι να απομακρυνθούν οι Καταλανοί, επέστρεψε.

Και η επιστροφή ήταν το ίδιο δύσκολη. Όμως, δεδομένου ότι οι πολεμικές επιχειρήσεις των Καταλανών είχαν ληστρικό χαρακτήρα, είναι ολοφάνερο ότι κάποιες περιοχές ήταν εκτεθειμένες σε πρόσκαιρες και όχι σε συνεχείς επιθέσεις. Έτσι ο Δανιήλ με τους ανθρώπους του διέμεινε για ένα χρονικό διάστημα στο νησί της λίμνης Ρεντίνα, περιμένοντας ευνοϊκότερη στιγμή για να συνεχίσει το ταξίδι του. Είναι βέβαιο ότι χάρη στην επιτηδειότητα και το θάρρος του, αυτή η χωρίς καμία αμφιβολία εξαιρετική, και για το Χιλανδάρι τεράστιας σημασίας, επιχείρηση, πέτυχε. Όταν επέστρεψε, ο Δανιήλ βρήκε τη Μονή πολιορκημένη, διότι της επιτέθηκαν οι Καταλανοί, εκμεταλλευόμενοι, όπως είπαμε, την απουσία του ηγουμένου. Πιστεύουμε ότι δεν είναι υπερβολική η εκτίμηση του συγγραφέα του Βίου ότι εάν δεν επέστρεφε ο Δανιήλ η Μονή θα είχε παραδοθεί στους Καταλανούς, καθώς οι υπερασπιστές της είχαν φθάσει στα όρια της εξάντλησής τους από την πείνα και την δίψα. Ο Δανιήλ, «αφού έδωσε πολύ χρυσό», προφανώς την βοήθεια που έλαβε από τον κράλη Μιλούτιν, εξασφάλισε τρόφιμα για τους κατοίκους της Μονής και με την βοήθεια των ανθρώπων που έφερε, αλλά και εκείνων που προσέλαβε σαν μισθοφόρους, ανάγκασε τους Καταλανούς να αποσυρθούν. Την χρονιά εκείνη δεν επιτέθηκαν ξανά στο Χιλανδάρι, αλλά έκαναν επιθέσεις σε άλλες περιοχές του Άθωνα, και:

«Αφού πήραν πολλή λεία από ολόκληρο το Όρος, έσερναν άνδρες

και γυναίκες, νεαρούς και κοπέλες, σαν τετράποδα ζώα

δεμένους σε σχοινιά και τους οδηγούσαν στην σκλαβιά Δύσκολα μπορεί να περιγράψει κανείς το κακό που τους βρήκε, γιατί

τα όρη και οι σπηλιές, τα βουνά και τα λιβάδια και όλα τα μονοπάτια

ήταν γεμάτα με νεκρούς, γυμνούς και άταφους, παρουσιάζοντας

ένα τρομακτικό και θλιβερό θέαμα. Και αυτοί

οι άπιστοι τα πάντα ερήμωναν και πίσω έφευγαν» (Βίος, 264).

Ο βιογράφος του Δανιήλ αναφέρει μόνο μία ακόμη σύγκρουση των Χιλανδαρινών με τους Καταλανούς, όταν τμήμα των τελευταίων περνούσε κοντά από το Χιλανδάρι. Οι πολεμιστές του Δανιήλ βγήκαν από τη Μονή και αφού τους επιτέθηκαν με ενέδρα:

«Πήδηξαν δίπλα τους, πολλούς δε σκότωσαν και άλλους τραυμάτισαν,

και τους περισσότερους από αυτούς, αφού τους έπιασαν,

τους οδήγησαν στη μονή, στον όσιο, τους δε αιχμαλώτους

τους άφησαν ελεύθερους.

Τότε άρπαξαν πολύ πλούτο από τους φαύλους (εχθρούς)» (Βίος, 264).

Για όλα αυτά οι Καταλανοί έβαλαν στόχο να συλλάβουν τον Δανιήλ. Με την πρόθεση να τους παραπλανήσει και οπωσδήποτε να γλυτώσει τη Μονή από νέα επίθεση, και ίσως γιατί επιθυμούσε να δει για μια ακόμη φορά τον πνευματικό του πατέρα στην ρωσική Μονή Αγίου Παντελεήμονος, ο Δανιήλ, διαφεύγοντας από τους επιδρομείς με την ολιγάριθμη συνοδεία του, κατέφυγε στην μονή αυτή. Σύμφωνα με την αφήγηση του Βίου, οι Καταλανοί βρήκαν δύο ανθρώπους από κάποιο μετόχι του Χιλανδαρίου, οι οποίοι φάνηκαν πρόθυμοι, για μεγάλο αντάλλαγμα, να προδώσουν τον Δανιήλ. Όταν έμαθαν ότι είναι στην Μονή Αγίου Παντελεήμονος, οι Καταλανοί κατόρθωσαν να γκρεμίσουν το οχυρωματικό τείχος και άρχισαν την λεηλασία, ζητώντας να τους παραδοθεί ο Δανιήλ και απειλώντας ότι σε αντίθετη περίπτωση θα πυρπολήσουν τη Μονή. Η πυρπόληση για την κατάληψη κάποιου οχυρού, ήταν πρακτική την οποία είχαν εφαρμόσει οι Καταλανοί στην Θράκη. Γρήγορα άναψαν μεγάλη φωτιά, επειδή ο Δανιήλ, μαζί με πολλούς άλλους, κατέφυγε στον πύργο της Μονής. Προφανώς το ύψος του πύργου συνέβαλε στην σωτηρία τους. Μαρτυρία για την πυρκαγιά αυτή περιέχει και το χρυσόβουλο του Ανδρόνικου Β’, του Σεπτεμβρίου 1311, στο οποίο διαβάζουμε ότι οι μοναχοί της ρωσικής μονής «έχασαν τα παλιά χρυσόβουλα και τα υπόλοιπα έγγραφα για τα δικαιώματα της μονής σε πυρκαγιά που ξέσπασε ξαφνικά».

Σύμφωνα με την αφήγηση του Βίου, οι επιδρομείς ξαφνικά παραιτήθηκαν από την περαιτέρω προσπάθεια να συλλάβουν τον Δανιήλ και όσους βρίσκονταν μαζί του στον πύργο, και αποσύρθηκαν. Αυτό θα πρέπει να το συνδέσουμε με την διχόνοια μεταξύ των αρχηγών της Εταιρείας, του Ροκαφόρτ (Berrengar de Rocafort) και του Τεουμπάλντ ντε Σεπόι (Teobald de Cepoy). Ασφαλώς, οι κακές τους σχέσεις επιδεινώθηκαν ακόμη περισσότερο στην διάρκεια του χειμώνα του 1308/1309. Το γεγονός ότι οι Καταλανοί δεν εμφανίσθηκαν πλέον στο Άγιον Όρος θα οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι η προσπάθειά τους να συλλάβουν τον Δανιήλ και η επίθεσή τους στη Μονή Αγίου Παντελεήμονος διαδραματίσθηκαν το 1309, οπωσδήποτε πριν την αναχώρησή τους από την Χαλκιδική την άνοιξη του ιδίου έτους.

Μολονότι ο Βίος του Δανιήλ μάς πληροφορεί για τις επιδρομές των πολεμιστών της Καταλανικής Εταιρείας μόνο εναντίον δύο μονών, από το κείμενο σαφώς μπορούμε να δούμε ότι οι επιδρομείς έδρασαν σε ολόκληρο το Άγιον Όρος:

«Δύσκολα μπορεί να περιγράψει κανείς το κακό που τους βρήκε, γιατί

τα όρη και οι σπηλιές, τα βουνά και τα λιβάδια και όλα τα μονοπάτια

ήταν γεμάτα με νεκρούς, γυμνούς και άταφους, παρουσιάζοντας

ένα τρομακτικό και συγκινητικό θέαμα» (Βίος, 264).

Αναφέραμε ότι η πρώτη επιδρομή της Καταλανικής Εταιρείας εναντίον του Αγίου Όρους έλαβε χώρα το καλοκαίρι του 1307. Από τότε και μέχρι την άνοιξη του 1309 το Άγιον Όρος ήταν εκτεθειμένο στις ανελέητες επιθέσεις τους, που σημαίνει ότι διήρκεσαν σχεδόν δύο χρόνια. Για τον λόγο αυτό είναι ολοφάνερα υπερβολικός ο ισχυρισμός του βιογράφου του Δανιήλ ότι:

«Αυτά τα άπιστα και φαύλα στίφη […] όταν ήρθαν

στο Άγιον Όρος έμειναν σ’ αυτό τρία χρόνια και τρεις μήνες,

κάνοντας βαναυσότητες» (Βίος, 268).

Επειδή έγιναν επιδρομές και τα τρία χρόνια, 1307, 1308 και 1309, ο συγγραφέας του Βίου, σύμφωνα και με την συνήθεια των συγγραφέων του Μεσαίωνα, στρογγυλεύει το διάστημα των επιδρομών σε τρία χρόνια, και για να είναι η αφήγηση πιο πειστική, προσθέτει και τρεις μήνες. Όμως και αυτό ήταν μακρύ χρονικό διάστημα για τέτοιες σκληρές επιθέσεις, για τις οποίες ακόμη και οι αγιορείτικες μονές δεν θα μπορούσαν να προσφέρουν ασφαλές καταφύγιο.

«Μεγάλα ήταν τα δεινά και τέτοια τα τραύματα που άρχισαν οι

άνθρωποι και όλα τα ζώα να πεθαίνουν από την πείνα. Γιατί

θηλάζοντας τις πεθαμένες τους μητέρες και τα παιδιά τα ίδια

πέθαιναν και οι άνθρωποι με απλανές βλέμμα από την πείνα

συγκρούονταν μεταξύ τους και έπεφταν σαν μεθυσμένοι

και, κατεχόμενοι από πείνα, δεν μπορούσαν ούτε να βλέπουν.

Και άλλοι από αυτούς γονατισμένοι σαν τα ζώα, έκοβαν

χόρτα με τα δόντια τους» (Βίος, 258).

Το στοιχείο σχετικά με την παρουσία τόσων λαϊκών, ιδιαίτερα γυναικόπαιδων, στα οποία, σύμφωνα με τα αγιορείτικα τυπικά, ήταν αυστηρότατα απαγορευμένη η πρόσβαση στο Άγιον Όρος, μαρτυρεί με τον πιο εύλογο τρόπο για την έκτακτη κατάσταση στην οποία βρέθηκε η «χώρα των μοναχών» την εποχή των καταλανικών επιδρομών.

Τα στοιχεία στον Βίο του Δανιήλ Β’, αν τα κοιτάξουμε κάτω από το φως των λοιπών μαρτυριών των Βυζαντινών συγγραφέων σχετικά με την Καταλανική Εταιρεία, δείχνουν ότι ο συγγραφέας του ήταν καλά ενημερωμένος για τα γεγονότα που περιγράφει. Το γεγονός ότι στο σύγγραμμά του αποκαλεί τον Δανιήλ κύριέ μου και ότι περιγράφει με λεπτομέρειες τις επιθέσεις των Καταλανών στο Χιλανδάρι, την πολιορκία της σερβικής μονής, και την επίθεση και την πυρπόληση στην Μονή του Αγίου Παντελεήμονος, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι και ο ίδιος ήταν υποτακτικός και αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων που εξιστορεί.

Θα ακολουθήσει το παράρτημα του άρθρου, που περιέχει σχετικό απόσπασμα από τον Βίο του Αρχιεπισκόπου Δανιήλ του Β’.

* Ο άγιος Δανιήλ ο Β΄ Αρχιεπίσκοπος Σερβίας υπήρξε μία από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες της μεσαιωνικής Σερβίας. Ήδη από την τοποθέτησή του στην ηγουμενία της μονής Χιλανδαρίου το 1306 έχαιρε της εκτίμησης του κράλη Μιλούτιν λόγω των ικανοτήτων του. Μετά την ηγουμενική του θητεία στο Άγιον όρος ανέπτυξε εξαιρετική ποιμαντική, κτητορική και συγγραφική δραστηριότητα η οποία συνεχίστηκε και μετά την ανάδειξή του σε Αρχιεπίσκοπο της Σερβικής Εκκλησίας (1324).

http://www.pemptousia.gr