ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΜΥΘΟΙ… Δέκατος Άθλος – Τα βόδια του Γηρυόνη

Ο ΔΕΚΑΤΟΣ Άθλος πού ανατέθηκε στον Ηρακλή ήταν να φέρει το φημισμένο κοπάδι του Γηρυόνη από την Ερύθεια, νησί κοντά στο ρεύμα του Ωκεανού, χωρίς να παρακαλέσει ή να πληρώσει γι” αυτό. Ο Γηρυών, γιος του Χρυσάορα και της Ωκεανίδας Καλλιρόης, ήταν βασιλιάς της Ταρτησσού της Ισπανίας και είχε τη φήμη του δυνατότερου ανθρώπου στον κόσμο (1) . Είχε γεννηθεί με τρία κεφάλια, έξι χέρια και τρία σώματα ενωμένα στη μέση. Τα πανέμορφα κόκκινα βόδια τού Γηρυόνη τα φύλαγαν ο βουκόλος Ευρυτίων, γιος του Άρη, και το δικέφαλο τσοπανόσκυλο Όρθρος – παλιό­τερα άνηκε στον Άτλαντα – βλαστάρι του Τυφώνα και της Εχιδνας (2).


β. Κατά το πέρασμά του από την Ευρώπη, ο Ηρακλής εξόντωσε πάρα πολλά αγρία θηρία και, όταν έφτασε τελικά στην Ταρτησσό, έστησε δύο στήλες τη μια απέναντι στην άλλη στις δύο όχθες των στενών, μια στην Ευρώπη και μια στην Αφρική. Μερικοί ισχυρίζονται ότι οι δύο ήπειροι κάποτε ήταν ενωμένες μεταξύ τους και ότι στένεψε τα υπάρχοντα στενά για να αποθαρρύνει την είσοδο των φαλαινών και άλλων θαλασσινών τεράτων (3).


γ. Ο Ήλιος ακτινοβολούσε τόσο δυνατά πάνω στον Ηρακλή, ο όποιος, αδυνατώντας να δουλέψει μέσα σε τόση ζεστή, τέντωσε το τόξο του και εκσφενδόνισε ένα βέλος προς τον θεό.


- Φτάνει! φώναξε θυμωμένος ο Ήλιος .


Ο Ηρακλής ζήτησε συγγνώμη για την κακοτροπία του και χαλάρωσε αμέσως τη χορδή του τόξου. Για να μην υποληφθεί σε ευγένεια ο Ήλιος δάνεισε στον Ηρακλή το χρυσό, νουφαρόσχημο κύπελλό του μέσα στο οποίο εκείνος έπλευσε στην Ερύθεια , ο Τιταν Ωκεανός όμως, για να τον δοκιμάσει, ταρακούνησε το κύπελλο σφοδρά πάνω στα κύμα­τα . Ο Ηρακλής τάνυσε πάλι το τόξο του και ο Ωκεανός τρομοκρατήθηκε τόσο ώστε καθησύχασε τη θάλασσα. Άλλη παραλλαγή είναι ότι ο Ηρακλής ταξίδεψε στην Ερύθεια μέσα σε χάλκινη κάλπη χρησιμοποιώντας τη λεοντή του για πανιά (4).


δ. Φτάνοντας στο νησί ανέβηκε στο βουνό Αβαντα . Ο σκύλος Όρθρος του ρίχτηκε γαβγίζοντας, ο Ηρακλής όμως τον άφησε στον τόπο με το ρόπαλό του , με τον ίδιο τρόπο πέθανε και ο βουκόλος του Γηρυόνη ΕυρυτΙων όταν έτρεξε να βοηθήσει τον Όρθρο. Έπειτα ο Ηρακλής προετοιμάστηκε να απομακρύνει το κοπάδι . Ο Μενοιτης πού βοσκούσε εκεί κοντά τα βόδια του Άδη – αυτά βεβαίως δεν τα άγγιξε ο Ηρακλής – πρόφτασε τα νέα στον Γηρυόνη. Εκείνος τότε κάλεσε σε μονομαχία τον Ηρακλή πού του επιτέθηκε από το πλάι και με ένα μόνο βέλος διαπέρασε και τα τρία κορμιά του , άλλοι όμως ισχυρίζονται ότι ούτε καν σάλεψε ο Ηρακλής, άφησε απλώς τρία βέλη να πετάξουν. Μόλις έτρεξε η Ήρα για να βοηθήσει τον Γηρυόνη, ο Ηρακλής την πλήγωσε με ένα βέλος στο δεξί της στήθος, οπότε εκείνη τράπηκε σε φυγή: Έτσι λοιπόν ο Ηρακλής, χωρίς να παρακαλέσει ή να πληρώσει, απέκτησε το κοπάδι, επιβιβάστηκε στο χρυσό κύπελλο πού τον έφερε πάλι στην Ταρτησσό όπου, όλο ευγνωμοσύνη, το επέστρεψε στον Ήλιο. Από το αίμα του Γηρυόνη φύτρωσε δέντρο το οποίο, όταν ανατέλλουν οι Πλειάδες, βγάζει φρούτα δίχως κουκούτσια σαν κεράσια . Ο Γηρυών όμως δεν πέθανε χωρίς απόγονο: η κόρη του Ερύ­θεια έγινε αργότερα από τον Ερμή μητέρα του Νώρακα, ο οποίος ηγήθηκε μιας αποικιακής εκστρατείας στη Σαρδηνία, πριν ακόμα από τούς χρόνους του Ύλλου, και ίδρυσε εκεί τα Νωρα, την αρχαιότερη πόλη του νησιού (5).


ε. Αμφισβητείται που βρισκόταν η Ερύθεια, η οποία επίσης ονομαζόταν Ερυθραία ή Ερυθρια. Μερικοί περι­γράφουν οι ήταν ένα νησί πέρα από το ρεύμα του Ωκεανού, άλλοι την τοποθετούσαν στις ακτές της Λουσιτανίας (6). Άλλοι πάλι την ταύτιζαν με το νησί Λεώνη, ή με ένα άλλο νησάκι εκεί κοντά, πάνω στο όποιο είχαν χτιστεί τα αρχαία Γάδειρα, και όπου τα βοσκοτόπια ήταν τόσο πλούσια ώστε έβγαινε από το γάλα τυρόπηγμα χωρίς τυρόγαλο , κάθε πενήντα μέρες έπρεπε να κάνουν αφαίμαξη στις αγελάδες μην τυχόν και πάθουν αποπληξία. Αυτό το νησάκι, αφιερωμένο στην Ήρα, λεγόταν Ερύθεια ή Αφροδισιάς. Η Λεώνη, το νησί όπου βρίσκονταν τα Γάδειρα, ονομαζόταν Κοηνούσα εξαιτίας των ελαιώνων της, άλλά οι Φοίνικες τη μετονόμασαν σε Γάδειρα, δηλαδή «οχυρωμένη πόλη». Στο δυτικό ακρωτήρι της υψωνόταν ο ναός του Κρόνου και η πόλη των ΓαδεΙρων , στο ανατολικό ο ναός του Ηρακλή, φημισμένος για την πηγή πού στέρευε στη φουσκονεριά της παλίρροιας και ανάβλυζε άφθονη στην άμπωτη , ο τάφος του Γηρυόνη βρισκόταν στην πόλη, εξίσου ονομαστός από ένα Ιερό δέντρο πού έπαιρνε διάφορες μορφές (7).


ζ. Σύμφωνα με άλλη παραλλαγή το κοπάδι του Γηρυό­νη δεν βοσκούσε σε κανένα νησί , αλλά στις βουνοπλαγιές της άλλης πλευράς της Ισπανίας, απέναντι από τον Ωκεανό «Γηρυών» ήταν προσωνυμία του ονομαστού βασιλιά Χρυσά­ορα, ο οποίος βασίλευε σε ολόκληρη τη χώρα, και οι τρεις δυνατοί και γενναίοι γιοι του τον βοηθούσαν να υπερασπίζεται το βασΙλειό του, ηγούμενός ο καθένας στρατεύματος στρατολογημένου από πολεμοχαρείς φυλές. Για να τούς πολεμήσει ο Ηρακλής μάζεψε μεγάλο εκστρατευτικό σώμα στην Κρήτη, γενέτειρα του πατέρα του Δία. προτού ξεκινήσει τον τίμησαν λαμπρά οι κρητες και ως ανταπόδοση, ο Ηρακλής καθάρισε το νησί από αρκούδες, λύκους, φίδια και άλλα επικίνδυνα ζώα από τα οποία είναι ακόμα αμόλυντο το νησί πρώτα έπλευσε στη Λιβύη, όπου σκότωσε τον Ανταίο, εξόντωσε τα αγρία θηρία πού λυμαίνονταν την έρημο και χάρισε στη χώρα απαράμιλλη γονιμότητα. Έπειτα επισκέφτηκε την Αίγυπτο όπου σκότωσε τον Βούσιρη ύστερα, διασχίζοντας τη Βόρεια Αφρική, προχώρησε δυτικά εξοντώνοντας καθ” οδών τις Γοργόνες και τις λιβυκες Αμα­ζόνες, και ίδρυσε την Εκατομπυλο, τη σημερινή Κάψα, στη Νότια Νουμιδία, φτάνοντας επιτέλους στον Ωκεανό κοντά στα Γάδειρα. Εκεί έστησε από μια στήλη σε κάθε πλευρά των στενών και περνώντας στην Ισπανία το στρατό του, αντιλήφθηκε ότι οι τρεις γιοι του Χρυσάορα, με τα τρία στρατεύματα τους , είχαν στρατοπεδεύσει σε κάποια απόστα­ση ο ένας από τον άλλον. Τούς νίκησε και τούς σκότωσε στη σειρά, τέλος πήρε το φημισμένο κοπάδι του Γηρυόνη αφήνοντας τη διακυβέρνηση της Ισπανίας στον αξιότερο από όσους κάτοικους σώθηκαν (8).


η. Οι Ηράκλειες Στήλες συνήθως ταυτίζονται με το όρος Κάλπη της ευρωπαϊκής ακτής, και το βουνό Αβύλη ή Αβιλύξ της αφρικάνικης. Κατ” άλλους πρόκειται για τα δύο νησάκια κοντά στα Γάδειρα, από τα οποία το μεγαλύτερο είναι αφιερωμένο στην Ήρα. Όλοι οι Ισπανοί και οι Λίβυοι όμως παίρνουν κατά γράμμα τη λέξη «στήλες» και τις τοποθετούν στα Γάδειρα, όπου υπήρχαν ορειχάλκινες κολόνες αφιερωμένες στον Ηρακλή, οκτώ πήχες ψηλές με χαραγμένο πάνω τους το κόστος της ανέγερσης τους εδώ οι ναύτες προσέφεραν θυσίες επιστρέφοντας σώοι από ταξίδι. Σύμφωνα με τούς ίδιους τούς κάτοικους των Γαδειρων, κάποτε ο βασιλιάς της Τύρου διατάχτηκε από μαντείο να ιδρύσει αποικία κοντά στις Στήλες του Ηρακλή , οπότε έστειλε τρεις ανιχνευτικές ομάδες διαδοχικά. Η πρώτη θεώρησε ότι το μαντείο εννοούσε τα όρη Αβύλη και Κάλπη και αποβιβάστηκε στα στενά όπου βρισκόταν η πόλη Εξι­τανη , η δεύτερη ομάδα αφήνοντας πίσω τα στενά έπλευσε μέχρι το αφιερωμένο στον Ηρακλή νησάκι διακόσια μίλια πιο πέρα, απέναντι στην ισπανική πόλη Ονοβα και οι δύο ομάδες όμως αποθαρρύνθηκαν από τούς κακούς οιωνούς των θυσιών τους και επέστρεψαν στην πατρίδα τους . Η τρίτη ομάδα έφτασε μέχρι τα Γάδειρα, εκεί ύψωσε στο ανατολικό ακρωτήρι ναό αφιερωμένο στον Ηρακλή, ενώ στο δυτικό ίδρυσε την πόλη των Γαδειρων (9).


θ. Μερικοί ωστόσο αμφισβητούν ότι ο Ηρακλής έστη­σε αυτούς τούς στύλους και ισχυρίζονται ότι η Αβύλη και η Κάλπη αρχικά ονομάζονταν «Στήλες του Κρόνου» και αργότερα «Στήλες του Βριάρεω» ενός Γίγαντα, του οποίου η εξουσία έφτανε τόσο μακριά , μόλις όμως έσβησε η μνήμη του Βριάρεω (λεγόταν και Αιγαίος), πήραν το όνομα του Ηρακλή προς τιμήν του, ίσως επειδή εκείνος ίδρυσε, οκτώ χιλιόμετρα μόλις από την Κάλπη, την Ταρτησσό η οποία ήταν επίσης γνωστή και ως Ηράκλεια. Μέχρι σήμερα διακρίνονται εκεί τμήματα τειχών και νεώσοικων (10). Μην ξεχνούμε όμως ότι ο πρωιμότερος Ηρακλής ονομαζόταν και Βριάρεως. Συνήθως θεωρούν ότι οι Ηράκλειες Στήλες ήταν δύο μερικοί όμως μιλούν για τρεις ή και τέσσερις (11). «Ηράκλειες Στήλες» γνωρίζουμε και στις βόρειες ακτές της Γερμανίας, στη Μαύρη Θάλασσα, στη δυτική εσχατιά της Γαλατίας, και στις Ινδίες (12).


ι. Ναός του Ηρακλή υπήρχε και στο Ιερό Ακρωτήριο της Λουσιτανίας, στη δυτικότερη εσχατιά του κόσμου. Οι επισκέπτες απαγορευόταν να μπουν στον Ιερό περίβολο τη νύχτα, όταν οι θεοί εγκαθισταντο εκεί. Ίσως ο Ηρακλής διάλεξε αυτό το μέρος να στήσει τις στήλες του για να σημαδέψει το ακρότατο σημείο στους αναγνωρισμένους θα­λάσσιους πλόες (13).


κ. Οι γνώμες διίστανται επίσης για τον τρόπο με τον οποίο οδήγησε το κοπάδι στις Μυκήνες. Μερικοί ισχυρίζονται ότι ένωσε προσωρινά την Αβυλη και την Κάλπη και πέρασε από τη γέφυρα πού προέκυψε στη Λιβύη σύμφωνα όμως με πιο αληθοφανή εκδοχή διέσχισε την περιοχή της φοινικικής αποικίας των Αβδήρων και έπειτα την Ισπανία, όπου άφησε μερικούς άποικους από τη συνοδεία του (14). Στα Πυρηναία φλέρταρε και έθαψε τη βεβρυκη πριγκίπισσα Πυρηνη, από την οποία ονομάστηκαν και τα όρη , λεγόταν ότι και οι πηγές του ποταμού Δούναβη βρίσκονταν εκεί, κοντά σε μια πόλη πού είχε πάρει το όνομα της προς τιμήν της. Ύστερα επισκέφτηκε τη Γαλατία, όπου κατάργησε τη βάρβαρη συνήθεια των ιθαγενών να σκοτώνουν τούς ξένους κερδίζοντας, με τα μεγαλόψυχα επιτεύγματα του, τόσούς πολλούς φίλους, πού έφταναν να ιδρύσει μια μεγάλη πόλη , την ονόμασε Αλεσιά, «περιπλάνηση», σε ανάμνηση των ταξιδιών του. Οι Γαλάτες αιώνες αργότερα τιμούσαν την Αλεσιά θεωρώντας τη καρδιά και μητρόπολη ολόκληρης της χώρας – έμεινε απάτητη από ξένο κατακτητή μέχρι τον Καλιγούλα – και πίστευαν ότι έλκουν την καταγωγή τους από την ένωση του Ηρακλή και της ψηλής πριγκίπισσας Γαλάτης, πού αφού διάλεξε για εραστή της τον Ηρακλή έφερε στον κόσμο αυτόν τον πολεμοχαρή λαό (15).


λ. Ενώ διέσχιζε ο Ηρακλής τη Λιγυρια με τα βόδια του Γηρυόνη, οι δύο γιοι του Ποσειδώνα Ιαλεβίων και Δερκυνος, προσπάθησαν να του τα κλέψουν , τότε σκότωσε και τούς δύο. Κατά τη διάρκεια της μάχης του με τις εχθρικές λιγυριακες δυνάμεις έμεινε από βέλη , ο Hρακλης γονάτισε δακρύζοντας, λαβωμένος και κουρασμένος. Το έδαφος ήταν μαλακό, ούτε πέτρα δεν έβρισκε να εκσφενδονίσει κατά των εχθρών – αρχηγός τους ήταν ο Λιγυς, αδελφός του Ιαλεβιωνα – ώσπου ο Ζευς, συγκινημένος από τα δάκρυά του, σκέπασε τη γη με ένα σύννεφο από το οποίο έπεσε ολόκληρη καταιγίδα από πέτρες έτσι έτρεψε σε φυγή τούς ΛΙγυρες ο Ηρακλής. Παράσταση του Ηρακλή να κατανικά τούς Λιγυρες τοποθέτησε ο Ζευς ανάμεσα στα άστρα ως αστερισμό με την ονομασία Εγγόνασιν *. “Άλλο μνημείο αυτής της μάχης διασώθηκε πάνω στη γη: εκείνη η τεράστια κυκλική πεδιάδα πού εκτείνεται, είκοσι πέντε περίπου χιλιό­μετρα από τη θάλασσα, μεταξύ της Μασσαλίας και των εκβολών του Ροδανού και λέγεται Πετρώδης Πεδιάδα, επειδή είναι γεμάτη πέτρες σε μέγεθος ανθρώπινης γροθιάς εκεί αναβλύζουν και πήγες (16).


*Εν γονασιν, στα γόνατα.


μ. Για να περάσει τις Λιγυρικες Άλπεις ο Ηρακλής έχτισε δρόμο για τα στρατεύματα και τα μεταφορικά του μέσα. Προτού πατήσει όμως στη γνωστή ως , Εντεύθεν των Άλπεων Γαλατία και στην Ετρουρία, εξόντωσε τις ληστρικές συμμορίες πού λυμαίνονταν το πέρασμα. Αφού κατέβηκε ολόκληρη την Ιταλία παραλιακά, και αφού πέρα­σε στη Σικελία, τότε μόνο σκέφτηκε: «Λάθος δρόμο διάλε­ξα!» . Οι Ρωμαίοι λένε ότι κατά την άφιξη του στον Αλβουλο ο ποταμό – τον μετέπειτα Τίβερη – τον καλωσόρισε ο εξόριστος από την Αρκαδία βασιλιάς Εύανδρος. Το βράδυ πέρασε στην αντίπερα όχθη κολυμπώντας και οδηγώντας το κοπάδι μπροστά του, όπου όταν έφτασε ξάπλωσε να ξεκουραστεί σε στρωμνή από χόρτα (17). Εκεί κοντά σε μια βαθιά σπηλιά κατοικούσε ο γιος του Ήφαιστου και της Μέδουσας ο τρικέφαλος, πελώριος και άσχημος τσοπάνος Κάκος, τρό­μος και όνειδος των δασών του Αβεντίνου, ο οποίος σκορπούσε φωτιές και από τα τρία στόματα του. Πάνω από την είσοδο της σπηλιάς του κρέμονταν καρφωμένα ανθρώπινα κρανία και μπράτσα, και μέσα το δάπεδο λαμποκοπούσε από τα λευκά κόκαλα των θυμάτων του. Όσο ο Ηρακλής κοιμόταν, ο Κάκος του έκλεψε τούς δύο ομορφότερους ταύρους και τέσσερις αγελάδες πιάνοντας τα ζώα από τις ουρές τους τα τράβηξε πισωπατώντας μέσα στη σπηλιά του (18).


v. Με το πρώτο γλυκοχάραμα ξύπνησε ο Ηρακλής και μονομιάς παρατήρησε ότι του έλειπαν μερικά ζωντανά. Αφού μάταια τα έψαξε, ήταν έτοιμος να ξεκινήσει οδηγών­τας τα υπόλοιπα όταν μια από τις κλεμμένες αγελάδες μουγκάνισε πεινασμένη . Ο Ηρακλής ακολούθησε τον ήχο μέχρι τη σπηλιά, αλλά βρήκε την είσοδό της φραγμένη με έναν τόσο μεγάλο βράχο, πού δέκα ζευγάρια βόδια δύσκολα θα τον κουνούσαν. Τον έσπρωξε ωστόσο σαν πούπουλο και αψηφώντας τις φλόγες και τούς καπνούς πού έβγαζε ο Κάκος, αρπάχτηκε μαζί του και του έκανε και τα τρία μούτρα κιμά (19).


ξ. Με τη βοήθεια του βασιλιά Ευάνδρου ο Ηρακλής έστησε βωμό στον Δία, όπου θυσίασε έναν από τούς ταύρους πού επανέκτησε, έπειτα πήρε τα μέτρα του ώστε να λατρεύ­εται στο έξης και ο ίδιος. Οι Ρωμαίοι όμως διηγούνται την ιστορία με τρόπο πού να δοξάζονται εκείνοι: ότι στην πραγματικότητα δεν ήταν ο Ηρακλής πού σκότωσε τον Κάκο και πρόσφερε θυσίες στον Δία, αλλά ένας σύμμαχος του γιγαντόσωμος τσοπάνος ονόματι Γαρανός ή Ρεκαρα­νός (20).


ο. Ο βασιλιάς Εύανδρος βασίλευε χάρη στην προσωπική του επιβολή περισσότερο, παρά με τη βία , τον υπολήπτονταν κυρίως για τη γνώση του στη γραφή πού είχε αποκτήσει από τη μητέρα του, την προφητική νύμφη Νικο­στράτη, από την Αρκαδία ή τη Θέμιδα ή νύμφη ήταν κόρη του ποταμού Λάδωνα και έκανε με τον Ερμή τον Εύανδρο , όντας ήδη γυναίκα του Έχεμου η Νικοστράτη έπεισε τον Εύανδρο να σκοτώσει τον υποτιθέμενο πατέρα του όταν οι Αρκάδες τούς εξόρισαν και τούς δύο, πήγαν μαζί στην Ιταλία ακολουθούμενοι από μια ομάδα Πελασγούς (21). Εκεί, εξήντα χρόνια περίπου πριν από τον Τρωικό Πόλεμο, ίδρυσαν τη μικρή πόλη του Παλλάντιου πάνω σε λόφο στις όχθες του Τίβερη που αργότερα ονομάστηκε Παλατινός λό­φος η τοποθεσία ήσαν εκλογή της Νικοστράτης σύντομα δεν υπήρχε πιο δυνατός βασιλιάς σε ολόκληρη την Ιταλία από τον Εύανδρο . Η Νικοστράτη, η οποία τώρα πια λεγόταν Καρμέντη, μετασχημάτισε το αποτελούμενο από δεκατρία σύμφωνα πελασγικό αλφάβητο, πού είχε φέρει ο Κάδμος από την Αίγυπτο, στο λατινικό αλφάβητο πού απαρτιζόταν από δεκαπέντε σύμφωνα. Μερικοί όμως υποστηρίζουν ότι ο Ηρακλής έμαθε στο λαό του Ευάνδρου τη χρήση των γραμμάτων και γι” αυτό το λόγο είχε κοινό βωμό με τις Μούσες (22).


π. Κατά τούς Ρωμαίους, ο Ηρακλής γλίτωσε το βασι­λιά Εύανδρο από τη φορολογία πού του είχαν επιβάλει οι Ετρουσκοι και σκότωσε το βασιλιά Φαύνο, ο οποίος συνήθιζε να θυσιάζει τούς ξένους στο βωμό του πατέρα του Ερμή· από τη χήρα του Φαύνου, ή την κόρη του, απέκτησε τον Λατίνο, τον πρόγονο των Λατίνων. Οι Έλληνες όμως πίστευαν ότι ο Λατίνος ήταν γιος της Κίρκης από τον Οδυσσέα. Όπως και να έχει το πράγμα, ο Ηρακλής έδωσε τέλος στη συνήθεια να πετούν δύο άντρες κάθε χρόνο στον Τίβερη ως θυσία στον Κρόνο και εξανάγκασε τούς Ρωμαίους να ρίχνουν κούκλες στη θέση τους αιώνες αργότερα ακόμα η αρχιερεια των Εότιάδων Παρθένων έριχνε κατά την πανσέληνο του Μιxιοv, λευκοβαμμενες κούκλες σαν γεροντικές μορφές πλεγμένες από βούρλα τις λεγόμενες Αργίες (23) , στο κίτρινο ποτάμι από τη δρύινη γέφυρα Σούμπλικους. Πίστευαν επίσης ότι ο Ηρακλής είχε ιδρύσει την Πομπηία και την Ηράκλεια ότι κατανίκησε τούς Γίγαντες στην Κύμη, στα Φλεγραδα Πεδία και ότι πάνω στον Λοκρινο Κόλπο είχε χτίσει δρόμο σε ανάχωμα ένα μίλι μακρύ, ο οποίος έκτοτε ονομαζόταν Ηράκλεια Οδός και από όπου οδήγησε το κοπάδι του Γηρυόνη (24).


ρ. Λέγεται επίσης ότι κάποτε ο Ηρακλής κάθισε να ξεκουραστεί κοντά στα σύνορα του Ρηγίου και των Έπιζε­φυρίων Λοκρων και, επειδή δεν κατάφερνε να κοιμηθεί από τα τζιτζίκια, ζήτησε από τούς θεούς να τούς κόψουν τη λαλιά. Η ευχή του εισακούστηκε αμέσως, στις όχθες του ποταμού Alex από την πλευρά του Ρηγίου δεν ακούστηκαν πια ποτέ τα τζιτζίκια, ενώ από την πλευρά των Λοκρων τραγουδούσαν με όλη τους τη δύναμη. Την ήμέρα εκείνη ένας ταύρος αποσπάστηκε από το κοπάδι και πέρασε κολυμπών­τας στη Σικελία. Κατάδιώκοντάς τον ο Ηρακλής τον ανακάλυψε κρυμμένο ανάμεσα στα ζωντανά τον Έρυκα, βασιλιά των Ελύμων, γιο της Αφροδίτης και του Βούτη (25) . Ο Έρυξ, εξαίρετος παλαιστής και πυγμάχος, προκάλεσε τον Ηρακλή σε αγώνα πένταθλου. Εκείνος δέχτηκε την πρόκληση υπό τον όρο ότι ο Έρυξ θα στοιχημάτιζε το βασΙλειό του για το χαμένο ταύρο, και νίκησε στα τέσσερα πρώτα αγωνίσματα , όταν τελικά ήρθε ή ώρα της πάλης, σήκωσε τον Έρυκα ψηλά στον αέρα, τον πέταξε χάμω και τον σκότωσε – έτσι διδάχτηκαν οι Σικελοί ότι δεν είναι οπωσδήποτε αθάνατοι όλοι οι θεογεννητοι. Με αυτό τον τρόπο κέρδισε ο Ηρακλής το βασιλειο του Έρυκα, το οποίο παραχώρησε στους υπηκόους του να το χαίρονται, ώσπου να το απαιτήσει κάποιος από τούς δικούς του απόγονους (26).


σ. Μερικοί λένε ότι ο Έρυξ – η παλαίστρα του οποίου υπήρχε αιώνες αργότερα – είχε μια κόρη ονόματι ΨωφΙδα, πού χάρισε δύο γιους στον Hρακλη: τον Εχέφρονα και τον Πρόμαχο. Μεγαλώνοντας οι γιοι του στην Ερύμανθο την ονόμασαν πάλι ΨωφΙδα από τη μητέρα τους εκεί έχτισαν Ιερό στην Ερυκίνη Αφροδίτη του οποίου μόνο τα ερείπια σώζονταν αργότερα. Τα ήρωα του Εχέφρονα και του Πρό­μαχου έχασαν νωρίς τη σημασία τους, και την ΨωφΙδα θεωρούσαν γενικά κόρη του Ξάνθου και εγγονή του Αρκά­δα (27).


τ. Διασχίζοντας τη Σικελία ο Ηρακλής έφτασε στη θέση όπου αργότερα βρισκόταν η πόλη των Συρακουσών εκεί προσέφερε θυσίες και ίδρυσε ετήσιες γιορτές κοντά στο Ιερό χάσμα της Κυανής από όπου ο Άδης απήγαγε την Κόρη στον Κάτω Κόσμο. Σε όσους τον τίμησαν στην πεδιάδα των Λεοντίνων, άφησε αθάνατα μνημεία της παρουσίας του. Κοντά στο Αύριο οι οπλές των μοσχαριών του σημάδεψαν τόσο καθαρά τις πέτρες του δρόμου, λες και ήταν από κερί ,” θεωρώντας το οιωνό της ίδιας του της αθανασίας ο Ηρακλής δέχτηκε να τον τιμούν οι κάτοικοι της πόλης ως θεό, πράγμα πού απέφευγε συνεπέστατα μέχρι τότε. Ως ανταπόδοση της συμπάθειας πού του έδειξαν, έσκαψε έξω από τα τείχη της πόλης μια λίμνη με περίμετρο οκτακόσια μέτρα περίπου και ίδρυσε τοπικά Ιερά στον Ιόλαο και στον Γηρυόνη (28).


υ. Επιστρέφοντας στην Ιταλία προς αναζήτηση διαφορετικού δρόμου για την Ελλάδα, ο Ηρακλής οδήγησε το κοπάδι του κατά μήκος της ανατολικής ακτής μέχρι το Λακίνιο Ακρωτήριο του οποίου ο βασιλιάς, ο ΛακΙνιος, αργότερα μπορούσε να καυχιέται ότι έτρεψε τον Ηρακλή σε φυγή: συνέβαινε να χτίζει ακριβώς τότε ναό στην Ήρα και ο Ηρακλής αηδιασμένος στη θεά του έφυγε. Δέκα χιλιόμετρα πιο μακριά σκότωσε κατά λάθος κάποιον Κρότωνα , τον έθαψε με όλες τις τιμές και προμάντευσε ότι κάποτε στο σημείο αυτό θα χτιζόταν μεγάλη πόλη πού θα έπαιρνε το όνομα του . Ο ίδιος ο Ηρακλής πραγματοποίησε αυτό το χρησμό μετά τη θεοποίηση του: εμφανίστηκε στο ονειρο κάποιου απόγόνου του, του αργείου Μύσκελου, και τον φοβέρισε με σκληρή τιμωρία αν δεν οδηγούσε στην Ιταλία , θέλησαν να καταδικάσουν τον Μύσκελο. επειδή αγνόησε την απαγόρευση μετανάστευσης, ο Ηρακλής θαυματούργησε μεταμορφώνοντας όλα τα μαύρα χαλίκια ­ψήφους σε λευκά (29).


φ. Ο Ηρακλής σκόπευε να οδηγήσει το κοπάδι του Γηρυόνη μέσω Ισπανίας στην Ήπειρο και κατόπιν, από τον Ισθμό, στην Πελοπόννησο. Πάνω από τη βόρεια άκρη της Αδριατικής όμως η Ήρα έστειλε στο κοπάδι μια βοϊδόμυγα πού εξαγρίωσε τα ζωντανά, τα οποία περνώντας τη Θράκη κατέφυγαν στη σκυθική έρημο. Ο Ηρακλής τα ακολούθησε και κάποια κρύα, θυελλώδη νύχτα, αφού έριξε πάνω του τη λεοντή, τον πήγε γρήγορα ο ύπνος σε μια βραχώδη λοφοπλαγιά. Όταν ξύπνησε είδε ότι οι φοράδες πού είχε ξεζέψει από το άρμα του για να βοσκήσουν, έλειπαν κι αυτές. Τις έψαχνε εδώ κι εκεί ώσπου έφτασε στη δασώδη Υλαία, όπου ένα παράξενο πλάσμα, μισό γυναίκα μισό φίδι, του φώναξε από μια σπηλιά ότι εκείνη είχε τις φοράδες του, και ότι δεν θα του τις επέστρεφε αν δεν γινόταν εραστής της. Ο Ηρακλής συμφώνησε με κάποια απροθυμία και τη φίλησε τρεις φορές τότε η γυναίκα – φίδι τον αγκάλιασε παθιάρικα και όταν τελικά ο Ηρακλής γλίτωσε από τα χέρια της, τον ρώτησε:


- Τι θα γίνει με τούς τρεις γιους πού κρατάω τώρα στα σπλάχνα μου; Όταν αντρωθούν να τούς κρατήσω εδώ στο βασιλειό μου ή να σου τούς στείλω;


χ. – Όταν μεγαλώσουν, πρόσεξε τους πολύ, απάντησε ο Ηρακλής. Κι όποτε κάποιος από τούς τρεις καταφέρει να κάμψει αυτό το τόξο, να όπως το κάμπτω τώρα εγώ, και καταφέρει να ζωστεί, να όπως το ζώνομαι τώρα εγώ, διάλεξε τον για βασιλιά της χώρας σου. Λέγοντας αυτά έδωσε στη γυναίκα από τα δύο τόξα του το ένα, καθώς και τη ζώνη του – από την πόρπη της κρεμόταν χρυσό κύπελλο – και τράβηξε το δρόμο του. Εκείνη ονόμασε τα τρίδυμα της , Αγάρυσθο, Γελωνό και Σκύθη. Οι δύο μεγαλύτεροι δεν κατόρθωσαν να εκτελέσουν όσα όρισε ο πατέρας τους, έτσι η μάνα τους τούς ξαπόστειλε , ο Σκύθης όμως πέτυχε και τα δύο, γι” αυτό του επέτρεψε να μείνει, έτσι έγινε ο πρόγονος όλων των σκυθων βασιλιάδων, οι όποιοι αιώνες αργότερα ακόμα φορούσαν χρυσά κύπελλα στη ζώνη τους (30). Κατ” άλλους όμως ο Ζευς και όχι ο Ηρακλής πλάγιασε με τη γυναίκα – φίδι, και τον καιρό πού βασίλευαν ακόμα στη χώρα και οι τρεις γιοι του, έπεσαν από τον ουρανό τέσσερα χρυσά αντικείμενα: ένα άροτρο, ένας ζυγός, ένας πολεμικός πέλεκυς και ένα κύπελλο, πρώτος ο Αγάρυσθος έτρεξε να τα σηκώσει, αλλά μόλις πλησίασε το χρυσάφι πήρε φωτιά και του έκαψε τα χέρια. Τα ίδια έπαθε και ο Γελωνός. Όταν πλησίασε όμως ο Σκύθης ο μικρότερος η φωτιά έσβησε μονομιάς , κουβάλησε σπίτι του τούς τέσσερις χρυσούς θησαυρούς και τα μεγαλύτερα αδέλφια του συμφώνησαν να του παραχωρήσουν ολόκληρο το βασιλειο (31).


ψ. Ο Ηρακλής οδήγησε πίσω τα ζωντανά, αφού βρήκε τις φοράδες του και το μεγαλύτερο μέρος του κοπαδιού, περνώντας τον Στρυμόνα, τον οποίο εζευξε με φράγμα από πέτρες ακριβώς για το λόγο αυτό, και δεν είχε άλλες περιπέτειες ώσπου ο γιγαντόσωμος τσοπάνος Αλκυονεύς, πού είχε υποδουλώσει τον Ισθμό, έριξε έναν βράχο στο στρατό πού για άλλη μια φορά ακολουθούσε τον Ηρακλή τσακίζοντας τουλάχιστον δώδεκα άρματα και δύο φορές τόσους ιππείς. Ήταν ο ίδιος Αλκυονεύς πού είχε κλέψει δύο φορές το ιερό κοπάδι του Ήλιου: από την Ερύθεια και από τον Ακροκόρινθο. Ύστερα έτρεξε, άρπαξε πάλι το βράχο και τούτη τη φορά τον έριξε στον Ηρακλή, ο οποίος τον εκσφενδόνισε πίσω με το ρόπαλό του σκοτώνοντας το γίγαντα. Αιώνες αργότερα μπορούσε κανείς να δει το βράχο στον Ισθμό


The post ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΜΥΘΟΙ… Δέκατος Άθλος – Τα βόδια του Γηρυόνη appeared first on hellasforce.



0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου